Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2012

ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ & ΑΛΛΑ ΑΡΘΡΑ

smileysmileysmileysmileysmileysmiley
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα OΡΘΟΔΟΞΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2012

Τα ονόματα του Ιησού Χριστού

Γιατί ονομάστηκε ο Ιησούς Χριστός «Οδός»; Για να μάθεις ότι δι' Aυτού ανεβαίνουμε προς τον ουράνιο πατέρα μας.
Γιατί ονομάστηκε «Πέτρα»; Για να μάθεις πόσο χρήσιμη αλλά και πόσο δυνατή και ακλόνητη είναι η πίστη προς Αυτόν.
Γιατί ονομάστηκε «Θεμέλιος»; Για να μάθεις ότι Aυτός βαστάζει και στηρίζει τα πάντα υλικά και πνευματικά.
Γιατί ονομάστηκε «Ρίζα»; Για να μάθεις ότι ενωμένοι μαζί Tου και παίρνοντας χυμούς πνευματικούς απ' Αυτόν ανθίζουμε και καρποφορούμε πνευματικά.
Γιατί ονομάστηκε «Ποιμήν»; Διότι Αυτός μας ποιμαίνει και προνοεί για την συντήρησή μας.
Γιατί ονομάστηκε «Πρόβατον»; Διότι θυσιάστηκε για μας και συγχωρέθηκαν δι' Αυτού οι αμαρτίες μας.
Γιατί ονομάστηκε «Ζωή»; Διότι ενώ ήμασταν νεκροί πνευματικώς ένεκα των αμαρτιών μας ανέστησε μαζί Του.
Γιατί ονομάστηκε «Φως»; Γιατί μας απήλλαξε από το σκοτάδι της ειδωλολατρίας και της πλάνης.
Γιατί ονομάστηκε «Ιμάτιον»; Διότι εγώ ο άνθρωπος ενδύθηκα πνευματικά Αυτόν, όταν βαφτίστηκα στο όνομά του.
Γιατί ονομάστηκε «Τράπεζα»; Διότι τρώγω το Σώμα Του και πίνω το Αίμα Του όταν συμμετέχω στα άχραντα μυστήρια.
Γιατί ονομάστηκε «Οίκος»; Διότι δια μέσου των ιερών μυστηρίων κατοικώ εις Αυτόν.
Γιατί ονομάστηκε «Ένοικος»; Διότι με την Θεία Κοινωνία γίνομαι ναός και κατοικία Του.
(Aγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου. PG 52,403)

Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2012

Ελληνισμός και Ορθοδοξία: επαναπροσδιορισμός μιας σχέσης στον 21ο αιώνα

Δυο είναι οι πυλώνες πάνω στους οποίους έχει στηριχθεί ο ελληνικός πολιτισμός δια μέσου των αιώνων. Ο ένας είναι η αρχαία ελληνική σκέψη και γραμματεία και ο άλλος είναι η ορθόδοξη χριστιανική πίστη, παράδοση και θεολογία. Η σχέση ανάμεσα σε αυτούς τους δυο τρόπους σκέψης και ζωής, τον ελληνικό και τον χριστιανικό, ξεκίνησε από την πρώτη στιγμή που το ευαγγελικό κήρυγμα των Αποστόλων βγήκε από τα αρχικά ιουδαϊκά του όρια για να εξαπλωθεί σε ολόκληρο το ρωμαϊκό κόσμο. Η ελληνιστική κοινή ήταν η γλώσσα που έγινε το αναντικατάστατο όχημα για την πρώτη αυτή μετάδοση και εξάπλωση του χριστιανισμού.
Από τότε μέχρι σήμερα οι δυο αυτοί, αρχικά ξένοι και αντιφατικοί μεταξύ τους τρόποι σκέψης και ζωής, βρήκαν πολύ περισσότερα κοινά σημεία από όσα φαίνονταν στην αρχή και έχουν συνδεθεί τόσο άρρηκτα μεταξύ τους, ώστε μέχρι μόλις πριν από λίγες δεκαετίες, εθεωρείτο αδιανόητο να αποκαλείται κάποιος Έλληνας ή να χαρακτηριστεί ελληνική μια πολιτιστική δημιουργία, ένα κείμενο ή μια εικόνα, εάν δεν είχε άμεση σχέση, αναφορά και προέλευση από τον ελληνορθόδοξο τρόπο σκέψης, από την ελληνορθόδοξη παράδοση.
Η σχέση όμως, ελληνισμού και ορθοδοξίας είχε αρχίσει να κλονίζεται ήδη από την εποχή του ευρωπαϊκού διαφωτισμού και σήμερα, πλέον, είμαστε αντιμέτωποι όχι μόνο με έναν πολύ σοβαρό και πρωτοφανή κλονισμό αυτής της σχέσης, αλλά επικρατεί στους σύγχρονους Έλληνες μια ευρύτερη κρίση ταυτότητας, τόσο όσον αφορά τον ελληνισμό όσο και την ορθοδοξία.
Η συζήτηση αυτή, βέβαια εντάσσεται αναπόφευκτα στα πλαίσια της γενικότερης αναζήτησης και μιας ολικής αναθεώρησης του παρελθόντος, που λαμβάνει χώρα σήμερα στην Ελλάδα, για τα αίτια της οικονομικής και πολιτικής, αλλά και κοινωνικής, πολιτισμικής και ηθικής κρίσης που διανύουμε.
Ας ανατρέξουμε όμως λίγο την ιστορική εξέλιξη της σχέσης ελληνισμού και χριστιανισμού, ώστε να κατανοήσουμε καλύτερα τι ακριβώς συμβαίνει σήμερα.
Νομική κατοχύρωση ή υπαρξιακή αναγκαιότητα;
Το ελληνικό σύνταγμα αναγνωρίζει την θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας ως την επίσημη και επικρατούσα θρησκεία στην χώρα μας. Στην Ελλάδα δηλαδή, υπάρχει μεν ανεξιθρησκεία, αλλά υπάρχει και επίσημα αναγνωρισμένη επικρατούσα θρησκεία, την οποία το κράτος έχει δεσμευθεί να προστατεύει ως παράδοση του έθνους, ως αναπόσπαστο συστατικό στοιχείο του έθνους. Αυτό δεν είναι απλώς ένα νομικά κατοχυρωμένο καθεστώς, ούτε βασίζεται αποκλειστικά στο ποσοστό του ορθόδοξου χριστιανικού θρησκεύματος στον ελληνικό πληθυσμό. Αλλά είναι αποτέλεσμα πολλών αιώνων ιστορίας του ελληνισμού και του πολιτισμού του και η ελληνορθοδοξία έχει εμπεδωθεί στο διάβα των αιώνων ως αδιάσπαστη υπαρξιακή οντότητα.
Ποιο είναι το στοιχείο που έκανε τον ελληνικό πολιτισμό και τον χριστιανισμό να ξεχωρίσουν;
Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός στον δυτικό ευρωπαϊκό αλλά και όλο τον υπόλοιπο κόσμο, ξεχωρίζει ως ανώτερος και θαυμάζεται συνεχώς ανά τους αιώνες, από την εποχή της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας έως την Αναγέννηση και από τον Διαφωτισμό έως τις μέρες μας, γιατί μοιάζει ως κάτι το οποίο δύσκολα αντιγράφεται και ξεπερνιέται στην παγκόσμια Ιστορία. Εκείνο, όμως, το στοιχείο στο οποίο οφείλει ο ελληνικός πολιτισμός αυτή την δόξα, δεν είναι τόσο η αρχαία ελληνική αρχιτεκτονική και η γλυπτική και οι υλικές γενικά τέχνες, δεν είναι ακόμα, ούτε και τα πολεμικά κατορθώματα, η στρατιωτική δύναμη, ο ηρωισμός και το παράδειγμα της θυσίας των αρχαίων Αθηναίων και Σπαρτιατών. Δεν είναι κανένα από αυτά τα στοιχεία, αυτά καθαυτά. Γιατί τα λαμπρά αυτά επιτεύγματα τα όφειλαν οι αρχαίοι Έλληνες στον ξεχωριστό τρόπο σκέψης, στον ξεχωριστό τρόπο ζωής τους, απώτερος σκοπός του οποίου ήταν η κατάκτηση της αρετής. Άρα, και η ελευθερία για τους αρχαίους δεν είναι αγαθό από μόνη της εάν δεν χρησιμοποιείται ως μέσον για την επίτευξη του αγαθού, που είναι η αρετή. Η αρετή και ο ενάρετος βίος, είναι το μέγιστο αγαθό που απασχολεί όλους τους αρχαίους νομοθέτες, λογοτέχνες, φιλοσόφους και πολιτικούς. Έτσι προέκυψε αυτό που αργότερα ονομάστηκε αρχαίος ελληνικός ανθρωπισμός. Από εκεί πήγασε και το πολίτευμα της δημοκρατίας, δηλαδή από την ανάγκη για συνεχή και αέναη αναζήτηση της αρετής μέσω της κοινωνίας, μέσω της πολιτικής ζωής. Έτσι όλα τα προαναφερθέντα υλικά και άλλα επιτεύγματα, τόσο λαμπρά από μόνα τους, δεν ήταν παρά το μέσο για την επίτευξη του ανώτερου σκοπού, του αγαθού και της αρετής.
Βέβαια οι αξίες της αρετής και του αγαθού, καθώς και του καλού καγαθού ανδρός, ήταν επιφορτισμένες με ένα εντελώς διαφορετικό εσωτερικό νόημα από αυτό που έμελλε να τους δώσει ο εκ θείας αποκαλύψεως λόγος του χριστιανικού ευαγγελίου, ο λόγος του Χριστού. Αυτές οι αξίες όμως ήταν το πλέον κατάλληλο έδαφος, ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός είχε δηλαδή τις πλέον κατάλληλες προϋποθέσεις για να ταιριάξει με τον λόγο του ευαγγελίου. Ο αρχαίος ελληνικός άτομο-κεντρικός ανθρωπισμός έγινε χριστό-κεντρικός ανθρωπισμός και η αναζήτηση των ελλήνων για το εξωτερικό υλιστικό θείο κάλλος, μετετράπη σε αναζήτηση του εσωτερικού θείου κάλλους κατά το πρότυπο του ενανθρωπισμένου, σταυρωμένου και αναστημένου Ιησού Χριστού. Διότι το εσωτερικό κάλλος, η εσωτερική αρετή προδιαθέτει και εξασφαλίζει και την εξωτερική, ενώ το εξωτερικό κάλλος χωρίς εσωτερική αρετή είναι ψεύδος, υποκρισία, κάτι που τελικά θα καταρρεύσει ολοκληρωτικά.
Οι αυτοκράτορες που καθόρισαν το μέλλον της ανθρωπότητας
Μετά από τρείς αιώνες διωγμών του ρωμαϊκού κράτους κατά των χριστιανών, τον τέταρτο αιώνα μ.Χ. οι αυτοκράτορες Μέγας Κωνσταντίνος και Μέγας Θεοδόσιος συμβάλλουν αποφασιστικά στην τελική επικράτηση και τον θρίαμβο του χριστιανισμού στην Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Οι αποφάσεις και η δράση των δυο αυτών αυτοκρατόρων βασίστηκε στην έντονη προσωπική τους πίστη και ανεξάρτητα από έξω-θρησκευτικές πολιτικές σκοπιμότητες. Η ανεξιθρησκεία, η οποία επιτρέπει την ελεύθερη συνύπαρξη όλων των θρησκειών εφευρέθη ως αρχή από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο και θεσπίστηκε από τον ίδιο με την Έδικτο του Μιλάνου το 313 μ.Χ.. την εποχή εκείνη οι χριστιανοί δεν αποτελούσαν πλειοψηφία ούτε στο ανατολικό, ούτε στο δυτικό μέρος της αυτοκρατορίας. Ο Μέγας Κωνσταντίνος ενώ εν γένει ευνόησε και στήριξε φανερά και συνειδητά την Χριστιανική Εκκλησία, παράλληλα φρόντισε να σεβαστεί και την ειδωλολατρική παράδοση και κυριαρχούσα, τότε ακόμα, πολιτική κουλτούρα της Ρώμης, θέλοντας να διατηρήσει τις λεπτές ισορροπίες της εποχής του. Όμως ο δρόμος της τελικής επικράτησης του χριστιανισμού είχε ήδη ανοιχθεί και μάλιστα ανεπιστρεπτί. Ακολούθησαν δύο χριστιανοί αλλά αιρετικοί Αρειανοί αυτοκράτορες και ενδιάμεσά τους ο συγκρητιστής-παγανιστής Ιουλιανός, ο καθένας από τους οποίους στήριξε την θρησκεία της προσωπικής του πίστης. Ήταν ξεκάθαρο πλέον ότι η τελική επικράτηση οποιασδήποτε θρησκείας στην αυτοκρατορία εξαρτόταν από την προσωπική στήριξη του αυτοκράτορα και όχι από την κατάκτηση της λαϊκής πλειοψηφίας. Έτσι, ήταν μεγάλο ευτύχημα για την αυτοκρατορία, τον ελληνισμό και τον κόσμο ολόκληρο όταν κατά το τέλος του αιώνα ο Μέγας Θεοδόσιος με την πολιτική που ακολούθησε κατέστησε τον Χριστιανισμό, και δη την Εκκλησία του «πιστεύω της Νικαίας», ως την επίσημη θρησκεία της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.
Από τον Θεοδόσιο ξεκινά και επισήμως η ιστορία της χριστιανικής Ευρώπης και της χριστιανικής Ελλάδας. Στους αμέσως επόμενους αιώνες οι Έλληνες ασπάστηκαν και ενστερνίστηκαν πλήρως τον χριστιανισμό. Έτσι ο κλασικός ελληνισμός, σε αντίθεση με τους «φόβους» των νεοπλατωνικών ειδωλολατρών όχι μόνο δεν απορρίφθηκε ή εξαφανίστηκε από τον χριστιανισμό, αλλά πάνω στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία και την κλασική παιδεία βασίστηκαν τόσο η θεολογία των Πατέρων της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ενώ αργότερα και η πατριωτική και εθνική συνείδηση του μεσαιωνικού και του νεότερου ελληνισμού.
Από την Φιλοσοφική Σχολή των Αθηνών προήλθαν οι μεγάλοι Πατέρες της Ορθοδοξίας.
Η ειδωλολατρική Φιλοσοφική Σχολή των Αθηνών υπήρξε ο βασικός παράγοντας που αντιστάθηκε, ανεπιτυχώς στην επικράτηση του χριστιανισμού στους Έλληνες, κατά τον τέταρτο μ.Χ. αιώνα. Με αποκορύφωμα την τριετία του Ιουλιανού, ο οποίος υπήρξε ο ίδιος μαθητής της Σχολής, οι ειδωλολάτρες, κυρίως νεοπλατωνικοί, φιλόσοφοι της εποχής εκείνης προσπάθησαν να απαγορεύσουν την αναπόφευκτη, κατά τα άλλα, συνάντηση και συγχώνευση αρχαίας ελληνικής σκέψης και χριστιανισμού, αρνούμενοι στους χριστιανούς την πρόσβαση στην κλασικά ελληνικά γράμματα, προσπαθώντας έτσι να την καπηλευτούν και να την ταυτίσουν με τις δικές τους συγκρητιστικές-παγανιστικές δοξασίες. Οι Έλληνες, όμως, από την μεριά τους βρίσκονταν σε στάδιο θρησκευτικής αναζήτησης από πολύ νωρίτερα. Αυτό αποδεικνύεται από την αφήγηση των Πράξεων των Αποστόλων και τον περίφημο βωμό στον «άγνωστο θεό» που βρήκε ο Απόστολος Παύλος όταν έφθασε στην αρχαία Αθήνα. Κατά τους αιώνες που ακολούθησαν, μέχρι και τον 5ο αιώνα μ.Χ., στον χώρο της ελληνικής οικουμένης αυτή η αναζήτηση ολοκληρώθηκε μέσα από τους Έλληνες εκκλησιαστικούς συγγραφείς και θεολόγους, οι οποίοι έχοντας διδαχθεί την ελληνική σκέψη, όντας ήδη ή προτού βαπτισθούν χριστιανοί, χρησιμοποίησαν την οξύνοια και την ευρύτητα των εννοιών της για να εκφράσουν την εμπειρία της νέας τους πίστης και να συνθέσουν τον περί του Θεού λόγο.
Η ταύτιση Ρωμηοσύνης και Ορθοδοξίας
Βλέπουμε, λοιπόν, ότι ο ελληνισμός των ειδωλολατρών νεοπλατωνικών και του Ιουλιανού ήταν ένα κακέκτυπο, μια ξεπεσμένη και χρεωκοπημένη προσπάθεια συνέχειας του αρχαίου κλασικού προτύπου. Η χριστιανική Πατερική θεολογία, έτσι διέσωσε και έδωσε νέο νόημα, νέα πνοή και νέα ώθηση στη μοναδική αρχαία ελληνική σκέψη, ώστε αυτή αντί να χαθεί, κατά την μετάβαση του ευρωπαϊκού και του μεσογειακού κόσμου στο Μεσαίωνα, να συνεχιστεί αναλλοίωτη μέσα από τη χριστιανική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Η αρχαία ελληνική σκέψη και φιλοσοφία αποδείχθηκε ότι μόνο με τον χριστιανισμό κάνει "χημεία", "δένει", ταιριάζει απόλυτα και αλληλοσυμπληρώνεται ανεπανάληπτα. Είναι, άλλωστε, απολύτως ορθή η αντίληψη ότι η ορθοδοξία ουσιαστικά δεν είναι παρά μια ελληνική ερμηνεία του χριστιανισμού.
Από την στιγμή που ο Ιουλιανός ξεψυχώντας αναφώνησε το «νενίκηκάς με Ναζωραίε», μέχρι την άλωση της Πόλης το 1453, επίσημη και μοναδική θρησκεία της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και του ελληνισμού ήταν ο χριστιανισμός. Κατά την διάρκεια της τουρκοκρατίας, η θρησκευτική έννοια του γκιαούρη (ο μη-μουσουλμάνος) και η εθνική έννοια του Ρωμηού (του Έλληνα πολίτη της παλιάς χριστιανικής αυτοκρατορίας), ταυτίστηκαν απόλυτα. Οι Οθωμανοί έδωσαν στον Οικουμενικό Πατριάρχη εκτός από τον θρησκευτικό του τίτλο και τον πολιτικό τίτλου του βυζαντινού αυτοκράτορα, αυτόν του Δεσπότη, ταυτίζοντας έτσι την θρησκευτική μαζί με την πολιτική ηγεσία των υπόδουλων Ελλήνων. Όταν οι αγωνιστές του 1821 συνέτασσαν το πρώτο ελληνικό σύνταγμα στην Επίδαυρο, ήταν εντελώς φυσικό να προσδιορίσουν ότι, «όσοι αυτόχθονες κάτοικοι της Επικρατείας της Ελλάδος πιστεύουσιν είς Χριστόν, εισίν Έλληνες».
Το «θρήσκευμα» είναι απλώς ένα στοιχείο συνταγματικού δικαίου και… (άλλοτε) αστυνομικής ταυτότητας;
Έτσι φτάνουμε στις μέρες μας. Η συνταγματική διάταξη δεν έχει αλλάξει στην ουσία της και ο λόγος που υπάρχει, καθίσταται σαφές από τα παραπάνω ότι, είναι ιστορικός και βαθειά ριζωμένος στον ελληνικό πολιτισμό και την ελληνική παράδοση.
Βρισκόμαστε, όμως σήμερα, ενώπιον του μεγαλύτερου υπαρξιακού στοιχήματος στην ιστορία του ελληνισμού. Καθώς είπαμε και παραπάνω, τόσο η ελληνική όσο και η χριστιανική μας ταυτότητα κινδυνεύουν από μια βαθειά κρίση αυτοσυνειδησίας, η οποία εκπορεύεται από την γενικότερη ηθική κρίση, την κρίση αξιών. Έτσι σήμερα κυριαρχούν οι εξής τάσεις στην ελληνική κοινωνία. Μια τάση είναι αυτή η οποία θέλει να νοηματοδοτήσει την ελληνικότητα χωριστά από την ορθόδοξη χριστιανική παράδοση, χωριστά από την αναζήτηση της αρετής και του θείου κάλλους, που τόσο ζωτικά απασχολούσε τους Έλληνες από την αρχαιότητα μέχρι την νεότερη Ελλάδα. Είναι εκείνη η μεγάλη, δυστυχώς, μερίδα σύγχρονων Ελλήνων η οποία έχει ταυτιστεί πλήρως με τον υλιστικό και μηδενιστικό τρόπο ζωής και σκέψης που έχει τις ρίζες του στο από τη Δύση προερχόμενο όνειρο του καπιταλισμού. Αυτή η μερίδα Ελλήνων έχει πεισματικά απαρνηθεί την πανάρχαια ελληνική αναζήτηση για την αρετή και το κάλλος, την επιδίωξη της όντος ζωής η οποία τελικά νικά και τον ίδιο το θάνατο. Οι σύγχρονοι Έλληνες έχουν παραδοθεί άνευ όρων στην υλική φθορά και στον θάνατο, έχουν επιδοθεί σε ένα άκρατο κυνήγι του πρόσκαιρου πλουτισμού, που φθείρει ψυχή, σώμα και ήθος.
Η άλλη τάση θέλει και προσπαθεί να συνεχίσει την ελληνορθόδοξη παράδοση, όμως υπάρχει μια μεγάλη μερίδα Ελλήνων που δηλώνουν μέλη της ορθόδοξης Εκκλησίας αλλά ταλανίζονται από πνευματική κρίση, από έλλειψη πίστης στο Χριστό. Στην ελλαδική εκκλησία, επίσης, κυριαρχεί η έλλειψη ουσιαστικού πνευματικού λόγου. Η εικόνα της ελλαδικής εκκλησίας έχει αμαυρωθεί αρκετά τα τελευταία χρόνια. Μήπως τελικά αρκετοί από τους ιεράρχες και τα λοιπά μέλη του κλήρου, τόσο εντός των μικρών ορίων της ελλαδικής αρχιεπισκοπής και των ελληνικών συνόρων, αλλά και εκτός αυτών, έχουν αδιαφορήσει για τις αρετές του Χριστού των ευαγγελίων; Μήπως δεν επιδιώκουν και δεν κηρύττουν, όπως θα έπρεπε, τις χριστιανικές αρετές και το θείο κάλλος του Ιησού, - τα στοιχεία εκείνα δηλαδή τα οποία έκαναν την ελληνορθοδοξία να λάμψει στην παγκόσμια ιστορία – και αντιθέτως έχουν θέσει άλλες, κοσμικές και υλικές προτεραιότητες; Το αποτέλεσμα είναι ότι η χριστιανική μας πίστη έχει πλέον κλονιστεί σοβαρά, ίσως και ανεπανόρθωτα, τουλάχιστον για τα ανθρώπινα μέσα.
Η πνευματική όμως ανάκαμψη της ορθόδοξης ελληνικής εκκλησίας, η αυτοκάθαρσή της, όπως έχει πολλές φορές στο παρελθόν χαρακτηρισθεί, δεν είναι κάτι που αρκεί να το πάρουμε απόφαση και να δηλώσουμε ότι θα το κάνουμε πράξη και ύστερα να αφήσουμε τον χρόνο απλά να «γιάνει την πληγή». Αντιθέτως πρέπει να επιδιώξουμε να πραγματοποιηθεί όσο το δυνατόν γρηγορότερα, γιατί αυτή η πνευματική ανάκαμψη είναι εκ των ων ουκ άνευ για την πνευματική και ηθική ανάκαμψη ολόκληρου του ελληνικού γένους και του πολιτισμού. Όσο καθυστερεί η πρώτη καθυστερεί και η δεύτερη.
Η πρώτη, λοιπόν, τάση από τις δυο παραπάνω, εάν επικρατήσει καταδικάζει αναπόφευκτα ολόκληρο τον ελληνισμό στο θάνατο. Διότι, ήδη είναι ξεκάθαρο ότι ένας ελληνισμός που αδιαφορεί πλήρως για τον θάνατο, που έχει αυτοκαταστροφικά καταπνίξει κάθε μεταφυσική ανησυχία και τύψη συνειδήσεως, θα εξαφανιστεί τελικά από αυτόν τον φυσικό θάνατο και τη φθορά του χρόνου. Οι Έλληνες έτσι θα έχουμε πρωτίστως αλλοιώσει και παραμορφώσει την παιδεία μας, που είναι ο μοναδικός φορέας εξασφάλισης της συνέχειας ενός πολιτισμού. Έτσι μπορεί να συνεχίσουμε να μιλούμε κάποια (φυσική ή τεχνητή) μετεξέλιξη της ελληνικής γλώσσας, να κατέχουμε ακόμα και συνείδηση καταγωγής και ιστορική μνήμη, όμως αυτά δεν θα αρκούν. Γιατί θα είναι μια ξερή, αλλά και παραμορφωμένη γνώση και μνήμη ενός ένδοξου παρελθόντος το οποίο γίνεται αφορμή μόνο για έναν ανώριμο και αυτιστικό κομπασμό και τίποτα παραπάνω. Γιατί τελικά δεν αρκεί να γεννηθεί κανείς Έλληνας, για να λέγεται Έλληνας. Χωρίς την μεταφυσική αναζήτηση της αρετής και του θείου κάλλους, ο ελληνισμός δεν μπορεί να δημιουργήσει, να παράγει πολιτισμό. Έτσι, παύει να υφίσταται σαν ιστορική συνέχεια πολιτισμού και σε αντίθεση με την μέχρι τώρα αντίστασή του σε τουρκοκρατία και άλλες ιστορικό-πολιτικές αντιξοότητες, θα υποκύψει στην φυσική φθορά του χρόνου και της λήθης.

Κυριακή, 8 Απριλίου 2012

Ιδού ο Νυμφίος έρχεται!

Τη Μεγάλη Βδομάδα, δεν τη λέμε μεγάλη, επειδή έχει μεγαλύτερες ή περισσότερες μέρες ή ώρες. Αλλά, γιατί στη διάρκειά της διαδραματίζονται μεγάλα γεγονότα.
Και ασφαλώς δεν μπορεί να υπάρξει μεγαλύτερο γεγονός από τον πόλεμο ανάμεσα στο Χριστό και στο Σατανά.
Όπου το ισχυρότερο όπλο του Σατανά είναι ο θάνατος και του Χριστού η ανάσταση. Και το διαφιλονικούμενο και διεκδικούμενο είναι η ψυχή του ανθρώπου.
Το πρώτο χτύπημα ο Σατανάς το έδωσε με το θάνατο του Λαζάρου. Στο οποίο ο Χριστός απάντησε με την ανάσταση του φίλου του.
Γεγονός, που έκαμε το Σατανά ν’ αποφασίσει το θάνατο του ίδιου του Χριστού.
Και βέβαια δεν χρειάστηκε να βρει κάποιους ληστές και κακούργους, για να πετύχει το σκοπό του.
Ήδη ο φθόνος και η ιδιοτέλεια είχαν προετοιμάσει τη θρησκευτική, νομική και οικονομική αφρόκρεμα. Επειδή, ακριβώς, ένιωθαν, όχι μόνο να επισκιάζονται από την παρουσία του Χριστού, αλλά και ν’ απειλούνται τα συμφέροντά τους.
Όπως επίσης η φιλαργυρία είχε δηλητηριάσει τον Ιούδα και οι φιλοδοξίες το σύνολο των μαθητών. Που ονειρεύονταν μεγαλεία με πλούτη και τιμές. Για να ’ρθει η προδοσία. Και στη δύσκολη στιγμή η άρνηση και η εγκατάλειψη.
Για την πολιτική εξουσία το όλο θέμα ήταν περίπου αδιάφορο. Γι’ αυτό, παρότι ο Πιλάτος διέγνωσε ότι από φθόνο ήθελαν να τον σταυρώσουν, δεν τους χάλασε το χατίρι.
Και ο λαός; Κοπάδι, που πηγαίνει, όπου τον πηγαίνουν. Έτοιμος να φωνάξει το «άρον-άρον» για τους σταυρωμένους και το «ωσαννά» για τους σταυρωτές.
Και το ευνόητο ερώτημα:
Αν ξαναρχόταν, σήμερα, ο Χριστός, τι θα έκαναν οι ευσεβείς και ευλαβείς χριστιανοί!
Αλλά, όπως μας λέει το τροπάριο του Νυμφίου, ο Χριστός πάντα έρχεται.
Βέβαια δεν έρχεται με τις φανφάρες των μεγαλοαπατεώνων πριγκίπων της πολιτικής.
Ούτε με τις κωδωνοκρουσίες των πριγκίπων της Εκκλησίας. Που «ενδύονται πορφύραν και βύσσον, ευφραινόμενοι καθ’ ημέραν λαμπρώς».
Έρχεται με στέμμα του το ακάνθινο στέφανο. Ένδυμά του την κόκκινη χλαμύδα του εμπαιγμού και σκήπτρο το καλάμι του χλευασμού.
Έρχεται, όπως όλοι οι ταπεινωμένοι και καταδιωγμένοι της Γης. Οι «ελάχιστοι αδελφοί» του.
Κι έρχεται, όπως το τροπάριο του «Νυμφίου» μας λέει, μες στ’ άγρια μεσάνυχτα.
Για να ιδεί, αν είμαστε άγρυπνοι ή κοιμισμένοι.
Αν είμαστε, δηλαδή, δίπλα στους σταυρωμένους «ελάχιστους αδελφούς» του. Ή τρέχουμε ξοπίσω και ζητωκραυγάζουμε και ψηφίζουμε τους σταυρωτές του φτωχού λαού.
Όπως συμβαίνει, στις μέρες μας, με τα κοπάδια του δικομματικού συναγελασμού!
Που τρέχουν ξοπίσω και χειροκροτούν και ζητωκραυγάζουν και ψηφίζουν τα καθάρματα πολιτικού αμοραλισμού.
Τους προδότες της πατρίδας και του Χριστού. Και ορκισμένους σταυρωτές του λαού.
Παπα-Ηλίας

Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2012

Ό θάνατος ως έσχατη έκφραση της οδύνης

Έσχατη έκφραση της οδύνης αποτελεί ό θάνατος. Ό άγιος Μάξιμος, πού ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το θέμα ηδονής-οδύνης, κάνει τις παρακάτω παρατηρήσεις:
Ό θεός φροντίζοντας για τη σωτηρία μας εγκατέστησε μέσα μας ως τιμωρητική δύναμη την οδύνη. Σύμφωνα με τη σοφία του θεού στη φύση του σώματος ριζώθηκε ό νόμος του θανάτου περιορίζοντας την παραφυσική έφεση του νου πού κατευθυνόταν στα αισθητά.
Όμως σκοπός της οδύνης και τελικά του θανάτου δεν είναι ή εκμηδένιση της ανθρώπινης φύσεως, αλλά ή σωτηρία της από την παραφυσική ηδονή και τον πραγματικό θάνατο, πού σ' αυτόν οδηγεί ό οριστικός χωρισμός από τον θεό.
Αρχικά δηλαδή, όπως και άλλου σημειώθηκε, δεν υπήρχε μέσα στην ανθρώπινη φύση ούτε ηδονή γενικά ούτε αισθητηριακή ηδονή, όπως έγινε μεταπτωτικά, αλλά νοερή και πνευματική δύναμη για ηδονή με δυνατότητα να απολαμβάνει την κοινωνία της με τη θεία φύση, τον θεό, κατά τρόπο άρρητο και άπερινόητο. Έκπτωση αυτής της αρχικής νοερός επιθυμίας και τάσεως αποτελεί ή υπαγωγή της στην αίσθηση και ή παραφυσική διενέργεια και βίωση της.
Σ' αυτό είναι σαφής ό άγιος Μάξιμος . Εξαιτίας της παράλογης ηδονής πού ήρθε στη φύση μπήκε σ' αυτήν ή κατά λογική συνέπεια οδύνη διά μέσου πολλών παθημάτων, μέσα στα οποία υπάρχει και διά μέσου των οποίων ενεργεί ό θάνατος. Σκοπός όμως της οδύνης είναι ή αφαίρεση και εκμηδένιση της παρά φύσιν ηδονής όχι δε και ή απόλυτη αναίρεση της λειτουργίας της ηδονής, γιατί μ' αυτήν την αφαίρεση συνηθίζει να φανερώνεται ή θεία χάρις).
Και συνεχίζει:
Ή επινόηση των εκούσιων πόνων και κόπων και ό ερχομός -των ακούσιων και αθέλητων αφαιρούν την ηδονή και σταματούν την κίνηση πού δημιουργείται με την ενέργεια της. Όμως δεν καταλύουν τη δύναμη για τη γένεση της πού ενυπάρχει ως νόμος στη φύση. Ή άσκηση της αρετής συντελεί στην απάθεια γνώμης και όχι στην απάθεια της φύσεως. Όταν ύπαρξη ή "γνωμική απάθεια", δηλαδή ή θεληματική και εκούσια υπέρβαση τού πάθους, τότε έρχεται ή "κατά νουν", ή σύμφωνη με το νου χάρις της θείας ηδονής).
Ή λειτουργικότητα της οδύνης σύμφωνα με τα πιο πάνω και μάλιστα τού κορυφώματος της, δηλαδή τού θανάτου, αποβλέπει στην αφαίρεση της ηδονής έτσι πού αυτή κατάντησε να γίνει, αίσθησιακή, αλλά με κανένα τρόπο στην πήρωση και παραμείωση της φύσεως με κατάντημα της μια αφύσικη κατάσταση. Ή ως νόμος λειτουργικός έγκείμενη στη φύση δυνατότητα να βιώση την ηδονή δεν καταργείται. Της αφαιρείται ό κακοήθης όγκος της "αισθησιακότητος" για να μπόρεση να φτάσει στη "γνωμικήν άπάθειαν", στον εξαγνισμό της βουλήσεως από οποιοδήποτε εμπαθές στοιχείο, ώστε να μπορεί να απολαμβάνει την "κατά νουν ήδονήν", πού αποτελεί χάρισμα τού θεού από αγάπη για τον άνθρωπο στην αποκαθαρμένη από πάθη ψυχή του.
Όπως ήδη τονίσθηκε, ή ηδονή των αισθήσεων αποτελεί εκτροπή τού έρωτος τού νου από το όντως ον, πού είναι ό θεός, προς το μη-ον, πού "είναι" ότι δεν είναι ό θεός, δηλαδή στα αισθητά, πού ως κτιστά εν σχέσει προς τον θεό είναι ως μη-οντα, αφού είναι φθαρτά, άλλοιωτά, πρόσκαιρα και ρέοντα. Αυτό τονίζει και πάλι ό άγιος Μάξιμος:
Επειδή αυτό είναι ό άνθρωπος (δημιουργημένος κατ' εικόνα θεού) και γι` αυτό έγινε (για να ενωθεί τελικά με τον θεό) έχουμε έδώ μια εκτροπή. Ό Προπάτορας ενεργώντας αντίθετα προς το σκοπό της υπάρξεως του, αν και είχε τη δυνατότητα για ότι καλό, χρησιμοποίησε για ότι χειρότερο την ελευθερία του. Μετέφερε δηλαδή την επιθυμία του από ότι ήταν επιτρεπτό σε ότι δεν του ήταν. [Ήταν δε ελεύθερος να προσκολληθεί στον Κύριο και με τέλεια ένωση μαζί του να γίνει ένα πνεύμα μ' αυτόν, αλλά και να προσκολληθεί στην πόρνη (την αμαρτία) και να γίνει ένα σώμα μ' αυτήν. Γελάστηκε όμως και διάλεξε το ανεπίτρεπτο. Έτσι αποξένωσε θεληματικά τον εαυτό του από το μακάριο σκοπό προτιμώντας αντί να γίνει θεός κατά χάριν να γίνει χώμα]. Με σοφία, αλλά και με τρόπο πού άρμοζε στην αγαθότητα του ό Θεός, πού εξοικονόμησε τον τρόπο της σωτηρίας μας, τοποθέτησε, όπως ήταν σωστό, δίπλα στην παράλογη κίνηση της νοεράς δυνάμεως μέσα μας την τιμωρία. Και το έκανε αυτό επειδή έτσι ίσως κόλαζε εύλογα με το θάνατο το ίδιο πράγμα πού γι' αυτό κατασυντρίψαμε και κατακομματιάσαμε τη νοερά αγάπη πού μόνο στον Θεό χρωστούσαμε. "ότι μαθαίνοντας από τον πόνο και την οδύνη ότι αγαπήσαμε το μηδέν, ξαναστρέφουμε τη δύναμη αυτή της αγάπης προς το ον, δηλαδή σ' αυτό πού υπάρχει, με άλλα λόγια στον Θεό).
Σχολιάζοντας το κείμενο αυτό ό π. Δημήτριος Στανιλοάε παρατηρεί τα έξης:
"Ό Θεός έχει συνδέσει με το σώμα μια ποινή. Αυτή όμως δεν εκπροσωπείται από το σώμα σαν σώμα, αλλά από το θάνατο πού φυτεύτηκε μέσα σ' αυτό. Από τη μια μεριά ή ποινή αυτή δεν δόθηκε για ένα αμάρτημα της ψυχής σε μια κατάσταση προϋπάρχουσα, παρά για την άλογη κίνηση της θέλησης μας μετά τη δημιουργία μας. Γιατί ή θέληση μας αντί να κατευθύνει τον έρωτα μας προς τον Θεό, πού υπάρχει αιώνια, τον έχει κατευθύνει προς το σώμα, πού δεν μπορεί να υπάρχει αιώνια με τη δική του δύναμη. Ό Θεός μάς έχει δείξει με το θάνατο, με τον όποιο έχει χτυπήσει το σώμα και τις βιολογικές οντότητες, ότι αγαπούμε στην πραγματικότητα με την αμαρτία το μηδέν. Αυτή ή ποινή λοιπόν δεν είναι τιμωρία (κόλαση), αλλά παιδαγωγική επίπληξη, προορισμένη να μετατρέψει τον έρωτα μας από την προς το μηδέν κατεύθυνση προς Εκείνον πού υπάρχει αληθινά".
Μια πολύ σωστή τοποθέτηση του θανάτου, αν και όχι σε άμεση συσχέτιση με το θέμα ηδονή-οδύνη, πού όμως το θίγει αρκετά, κάνει ό Παναγιώτης Νέλλας διαφωτίζοντας σημαντικά το θέμα πού εδώ εξετάζουμε.
Αμέσως μόλις εμφανίσθηκε στην ιστορία ό θάνατος, ό Θεός, στον όποιο ανήκει κάθε πρωτοβουλία τελικά, τον χρησιμοποίησε όπως ό ίδιος θέλησε και με τη διαφορετική χρήση άλλαξε ριζικά τη φύση του. Επιτρέποντας να ντυθεί ό άνθρωπος τη βιολογική ζωή, καρπό της αμαρτίας, έστρεψε το θάνατο, επίσης καρπό της αμαρτίας, κατά της βιολογικής ζωής και έτσι με το θάνατο θανατώνεται όχι ό άνθρωπος, αλλά ή φθορά πού τον περιβάλλει. Ό θάνατος καταστρέφει το δεσμωτήριο της εν φθορά ζωής και ό άνθρωπος, καταθέτοντας με το θάνατο στη φθορά τι έλαβε από αυτήν, ελευθερώνεται.
Φανερώνεται έτσι το μέγα θαύμα της σοφίας, της αγάπης και της δύναμης του Θεού. Ό διάβολος δελεάζει τον άνθρωπο και τον γκρεμίζει στο βάραθρο της διαφθοράς, όταν τον κρατάει δέσμιο με το θάνατο. Ό Θεός επιτρέποντας το θάνατο τον στρέφει κατά της φθοράς και κατά της αιτίας της φθοράς, της αμαρτίας, και θέτει τέρμα τόσο στη φθορά, όσο και στην αμαρτία.
Περιορίζει με τον τρόπο αυτόν το κακό και σχετικοποιεί την πτώση. Το αρχικό σχέδιο του για την αιώνια και μακάρια μέσα του ζωή του άνθρωπου μένει ανέπαφο. Το μυστήριο της άπειρης θείας ευσπλαχνίας ερμηνεύοντας οι άγιοι Πατέρες διδάσκουν ότι ό Θεός ανέχθηκε και συγχώρησε το θάνατο ίνα μη άθάνατον το κακόν".
Εξ άλλου ό διάβολος επεδίωξε με την πτώση να υποτάξει τον άνθρωπο στην υλική κτίση. Και το πέτυχε ντύνοντας τον με το άλογο υλικό σχήμα. Ακόμα περισσότερο, με το θάνατο επεδίωξε να τον εξαφανίσει μέσα στην ύλη. Και φαινομενικά το πετυχαίνει, αφού με την ταφή το σώμα αποδίδοντας στη γη τα συστατικά πού πήρε απ' αυτή διαλύεται μέσα της... Παρεμβαίνοντας όμως και στο σημείο αυτό με τη μεγάλη διακριτικότητα της ή σοφία του Θεού εμπλουτίζει την παθητική κίνηση της ταφής με ένα στοιχείο, θα λέγαμε, ενεργητικό και με τον τρόπο αυτό τη μεταμορφώνει.
Ό θάνατος γίνεται ό τρόπος με τον όποιο το ανθρώπινο σώμα εισδύει στα εσώτατα της γης, φθάνει στα μύχια της κτίσεως. Με το θάνατο ό άνθρωπος αγγίζει τα όρια του σύμπαντος, γίνεται αέρας και νερό και φωτιά, ύλη και ενέργεια, στοιχείο του διαστήματος. "Επιστρέφει ό χους επί την γήν ως ήν", λέει ό Εκκλησιαστής. Αλλά αυτός ό "χους" δεν είναι πια μόνο ύλη. Έχει επάνω του αληθινά και πραγματικά το "λόγο" και το "είδος του άνθρωπου", όπως θα έλεγε ό άγιος Μάξιμος.
Έτσι ή υλική κτίση, πού έντυσε τον άνθρωπο με τη φθορά της κατά τρόπο οργανικό, όπως είδαμε, ντύνεται τώρα, θα λέγαμε, εκ των ένδον, πάλι κατά τρόπο οργανικό χάρη στην άλλη όψη της δίμορφης πραγματικότητας πού αποτελεί ό ίδιος ό θάνατος, με ένα νέο στοιχείο, το όποιο ως σώμα του άνθρωπου είναι επιδεκτικό αφθαρσίας. Γι' αυτό ταυτόχρονα με την τελική ανάσταση των σωμάτων, πού θα φέρει με τη δεύτερη παρουσία του ό Χριστός, θα φέρει και τη μεταμόρφωση του σύμπαντος σε "καινή γη" και "καινό ουρανό".
http://apantaortodoxias.blogspot.com/

Σάββατο, 17 Μαρτίου 2012

Ένα μυστήριο που μας κυνηγάει από παιδιά

Γιατί γιαγιάδες & παπάδες κυνηγάνε τα παιδάκια για να πάνε εκκλησία, να προσεύχονται, να μεταλαβαίνουν, να εξομολογούνται και να νηστεύουν (έστω όσο τούς επιτρέπει η ηλικία τους); Το παρακάτω κείμενο προσπαθεί να δώσει μια απάντηση σ' αυτή τη μόνιμη απορία.
Τα μέσα που παρέχει στον άνθρωπο η Εκκλησία για τη σωτηρία –δηλαδή για την ένωσή του με το Θεό και τους συνανθρώπους του– είναι πολλά. Είναι βοηθητικά μέσα. Δε σώζουν τον άνθρωπο «μαγικά», αλλά προσελκύουν τη θεία χάρη, η οποία ενισχύει την αγάπη του και με αυτή την αγάπη ο άνθρωπος σώζεται. Μπορεί, επαναλαμβάνω, να μείνουν χωρίς αποτέλεσμα. Όμως χωρίς αυτά είναι πολύ οδυνηρό και συνεπώς δύσκολο για τον άνθρωπο να ξεφύγει από το Εγώ του (μήπως εγώ νομίζω ότι έχω ήδη ξεφύγει; πώς μπορώ να το ξέρω; το να κάνω διάγνωση στον εαυτό μου είναι δικαίωμά μου, όμως δεν είναι ασφαλές, ακόμη κι αν έχω ιατρικές γνώσεις). Αναφέρω τα παρακάτω:
1. Η προσευχή.
Πρόκειται για το εκπληκτικό κανάλι άμεσης επικοινωνίας του ανθρώπου με το Θεό. Κατ’ ουσίαν, όλες οι χριστιανικές τελετές («ακολουθίες») είναι προσευχές. Υπάρχει όμως και η προσωπική προσευχή, που μπορεί να γίνεται παντού και πάντα. «Κάθε έργο που έγινε από αγάπη Χριστού φέρει τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, όμως αυτό κατορθώνεται ευκολότερα με την προσευχή, γιατί αυτή αποτελεί το όργανο που διαθέτουμε. Μπορεί να τύχει να θέλετε να πάτε στην εκκλησία, αλλά η εκκλησία να μην είναι κοντά ή να έχει τελειώσει η ακολουθία. Ή να έχετε την επιθυμία να ελεήσετε κάποιον πτωχό, αλλά πτωχός να μην υπάρχει. Ίσως επιθυμείτε να γίνετε απαθής, αλλά δεν έχετε γι’ αυτό δυνάμεις. Για την προσευχή όμως υπάρχει πάντοτε δυνατότητα. Η προσευχή είναι προσιτή τόσο στον πλούσιο όσο και στον πτωχό, τόσο στον εγγράμματο όσο και στον απλοϊκό, στον ισχυρό όσο και στον αδύναμο, στο δίκαιο όσο και στον αμαρτωλό. Η δύναμη της προσευχής είναι τεράστια και περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο αυτή εκλύει το Άγιο Πνεύμα» (Σεραφείμ του Σάρωφ).
Ο άγιος Σεραφείμ και η αρκούδα που τον επισκεπτόταν στα δάση.
Ο μέσος άνθρωπος κατά κανόνα προσεύχεται, για να ζητήσει από το Θεό γήινα αγαθά –υγεία, πρόοδο, ευημερία– ή λύση σε συγκεκριμένα προβλήματα. Αν τα αιτήματά του ικανοποιηθούν, δοξάζει το Θεό. Αν όχι, Τον κατηγορεί ως άδικο ή αδιάφορο, κι ας ξέρει ότι Εκείνος, ως πάνσοφος, μπορεί να κρίνει καλύτερα. Ακόμα κι αυτές οι γραμμές πιθανόν να σκανδαλίζουν τον αναγνώστη, που είναι βιαστικός και απαιτητικός και υψώνει ενώπιον του Θεού το ανυποχώρητο θέλημά του.
Αν και είναι φυσικό να προσευχόμαστε για τις γήινες ανάγκες μας (και στη θεία λειτουργία λέγονται τέτοιες προσευχές), ο αληθινός σκοπός της προσευχής είναι ν’ ανοίξει την καρδιά του ανθρώπου για να δεχτεί τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Γι’ αυτό, κυρίως οι μοναχοί, αλλά και αρκετοί «κοσμικοί» (δηλαδή άνθρωποι που δεν είναι μοναχοί), λένε σύντομες προσευχές, που μπορούν να τις επαναλαμβάνουν όσες φορές θέλουν, ακόμα και την ώρα της δουλειάς τους ή όταν ξεκουράζονται, στις οποίες ζητούν από το Θεό «έλεος» χωρίς να Του λένε από πριν τι να κάνει. Τέτοιες προσευχές είναι:«Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς», «άγιε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών» (για όποιον άγιο έχουμε στο νου μας), «άγιοι πάντες, πρεσβεύσατε υπέρ ημών» κ.λ.π. Επίσης τέλεια προσευχή, που περιλαμβάνει όλες τις ανάγκες του ανθρώπου, γήινες και ουράνιες, είναι το Πάτερ ημών, που ονομάζεται κυριακή προσευχή (=του Κυρίου), γιατί το δίδαξε ο Χριστός στα Ματθ. 6, 9-13, και Λουκ. 11, 1-4.
Οι προσευχές αυτές δεν έχουν ως αποτέλεσμα να δουλεύουν όλα ρολόι στη ζωή μας, αλλά, όταν ο Θεός βρίσκεται στην καρδιά, όλες οι συμφορές του κόσμου δε μπορούν να μας πτοήσουν. Αυτό μοιάζει με αυθυποβολή ή με τη θεωρία της «θετικής ενέργειας», που παράγεται με «θετικές σκέψεις», αλλά δεν είναι το ίδιο. Προχωρώντας στο στάδιο της κάθαρσης της καρδιάς ή (διστάζω και να το πω) ακόμη μακρύτερα, η παρουσία του Θεού στη ζωή του ανθρώπου γίνεται ενεργός και εμφανής.
Η «εργασία της νοεράς προσευχής» είναι ολόκληρη επιστήμη για τους χριστιανούς, η οποία, σημειωτέον, στρέφεται προς τα έξω, προς το Θεό και τους αγίους, κι όχι προς τα μέσα, όπως ο διαλογισμός, κι έχει στόχο την προσέγγιση ανθρώπου και Θεού κι όχι την πνευματική ή σωματική χαλάρωση ή την «ανάπτυξη εσωτερικών δυνάμεών μας» κ.τ.τ. (Για το θέμα αυτό βλ. το Περί προσευχής του γέροντα  Σωφρόνιου του Essex, αλλά και το ανώνυμο ρωσικό μυθιστόρημα του 19ου αιώνα Οι περιπέτειες ενός προσκυνητού, ελλ. έκδ. Αστήρ).
2. Ο εκκλησιασμός.
Εκτός από την προσωπική προσευχή, κρίνεται απαραίτητη η συμμετοχή του ανθρώπου στη θεία λειτουργία και τις άλλες τελετές που γίνονται στο ναό. Η συμμετοχή αυτή ονομάζεται εκκλησιασμός, δηλαδή συνάντηση με τους άλλους, γιατί εκκλησία = συγκέντρωση. Για την ακρίβεια, η έκφραση «πάω στην εκκλησία» δε σημαίνει πάω στο ναό, αλλά πάω να συναντήσω τους υπόλοιπους χριστιανούς, που έχουν συγκεντρωθεί στο ναό – γι’ αυτό έχει επικρατήσει να λέμε το ναό «εκκλησία», δηλαδή συγκέντρωση.
Ο εκκλησιασμός είναι απαραίτητος για δύο λόγους:
α) διότι στο ναό δε γίνεται απλώς προσευχή, αλλά τελούνται και τα μυστήρια, με κυριότερο τη θεία Μετάληψη˙ παντού μπορώ να προσευχηθώ, αλλά μόνο στην εκκλησία μπορώ να μεταλάβω˙
β) διότι στο ναό θα συναντήσω τους συνανθρώπους μου, τους αδελφούς μου, και θα προσευχηθώ στο Θεό μαζί μ’ αυτούς˙ εκεί θα βρω και τους εχθρούς μου ή εκείνους που περιφρονώ ή αντιπαθώ, για να τους συγχωρήσω μέσα στην καρδιά μου, δηλαδή να τους κάνω χώρο να μπουν (συν+χωρώ = βρίσκομαι στον ίδιο χώρο μ’ εσένα, και ο χώρος αυτός είναι η καρδιά μου)˙ εκεί θα προσευχηθώ γι’ αυτούς που βαφτίζονται ή παντρεύονται, ώστε να έχουν τη χάρη του Θεού στη ζωή τους, και για τους νεκρούς που κηδεύονται ή μνημονεύονται (στα μνημόσυνα), για την ανάπαυση της ψυχής τους… Αυτό σημαίνει ότι, κι αν δεν καταλαβαίνω τα λόγια της τελετής, λόγω της αρχαίας γλώσσας ή ενός κακόφωνου ψάλτη, έχει μεγάλη σημασία να προσευχηθώ εκείνη την ώρα μέσα στο ναό, μαζί με τους άλλους, ακόμη κι αν κανείς άλλος εκτός από μένα δεν προσεύχεται˙ ας προσευχηθώ εγώ, με ταπείνωση, για όλους.
Χωρίς τον εκκλησιασμό, δεν υπάρχει χριστιανική Εκκλησία, αλλά μόνο δυστυχισμένα πρόσωπα, που παλεύουν με τη μοναξιά τους και δεν πρόκειται να σωθούν ποτέ, γιατί σωτηρία δεν είναι να «πείσω» το Θεό πως είμαι δικός Του άνθρωπος, εξασφαλίζοντας μια θεσούλα στον παραδείσιο κήπο, αλλά να ενωθώ μ’ Αυτόν διά της αγάπης, πράγμα που σημαίνει και ένωση με τους συνανθρώπους μου.
Είναι φυσικό ότι, αν δεν έχω όρεξη να συγχωρήσω τον αδελφό μου ή να προσευχηθώ για τους άλλους, δεν έχω και διάθεση να πάω στο ναό. Επομένως, πηγαίνω μόνο σε ξωκλήσια, όπου δε βλέπω κανέναν και «ανάβω το κερί μου» μόνο για τον εαυτό μου ή για κείνους με τους οποίους είμαι δεμένος συναισθηματικά (τα «αγαπημένα μου πρόσωπα», σύζυγο, παιδιά φίλους, ευεργέτες –στην ουσία προεκτάσεις του εαυτού μου), ή πάω στο ναό για κοινωνικούς λόγους, για να δω κόσμο και να με δουν, να επιδείξω τον πλούτο μου ή την ομορφιά μου ή να διασκεδάσω βλέποντας με μισό μάτι τους άλλους. Αυτές είναι οι παρενέργειες του εκκλησιασμού, που οφείλονται στην ανεπάρκεια και την ανωριμότητα των χριστιανών, ιερέων και λαϊκών, και καλό είναι να μη γίνονται δικαιολογία για να μην πηγαίνουμε στην εκκλησία. Και πάλι, είναι δικαίωμά μας να μην πάμε ποτέ, αλλά είναι σπουδαιότερο δικαίωμά μας να πάμε και να ενωθούμε με το Θεό και τους αδελφούς μας σ’ εκείνο το ευλογημένο περιβάλλον.
Ας έχουμε υπόψιν ότι σε όλο τον κόσμο, κάθε Κυριακή και εορτή, τελείται μόνο μία λειτουργία, απλωμένη σε όλους τους ορθόδοξους ναούς της Γης. Η λειτουργία αυτή ενώνεται με την ουράνια λειτουργία, που τελείται μυστικά στον ουρανό, από τους αγγέλους και τους αγίους. Κατά την έναρξη της λειτουργίας, τελείται η «αγία προσκομιδή», όπου ο ιερέας σχηματίζει με μερίδες από το πρόσφορο (το ψωμί της θείας Μεταλήψεως) το σύμβολο της παγκόσμιας Εκκλησίας πάνω στο δισκάριο, από το οποίο κατόπιν θα μπει στο άγιο ποτήριο και, με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, θα γίνουν όλοι αυτοί –άγγελοι, άγιοι, η Παναγία, ο Χριστός, οι ζωντανοί και οι νεκροί– το Σώμα του Χριστού, το Οποίο θα κοινωνήσουμε, όταν κοινωνήσουμε, ενώνοντας τον εαυτό μας μ’ εκείνους.
3. Η νηστεία.
Ο αθλητής, όταν προετοιμάζεται για τους αγώνες, πρέπει να προσέχει τη διατροφή του. Συχνά πρέπει να στερείται πολλά και μάλιστα πράγματα που του αρέσουν. Και ο χριστιανός, που είναι κι αυτός αθλητής, προσέχει επίσης τη διατροφή του. Συχνά στερείται πολλά και μάλιστα πράγματα που του αρέσουν. Αυτό δε σημαίνει ότι είναι «κακό» να τρως ή ότι «το φαγητό είναι αμαρτία», ούτε ότι ο Θεός «μας τιμωρεί» επειδή απολαμβάνουμε κάτι νόστιμο. Η απόλαυση δε είναι αμαρτία. Αυτό δε θα έλεγε και η Κίρκη στον Οδυσσέα;
Εδώ και λίγα χρόνια, τουλάχιστον στην Ελλάδα, νομίζω πως παρατηρείται μια επιστροφή αρκετών ανθρώπων στη συνήθεια της νηστείας. Αυτό το συμπεραίνω από την προσφορά νηστίσιμων εδεσμάτων ή και γευμάτων στα καταστήματα έτοιμου φαγητού. Η νηστεία, κατά τη γνώμη μου, είναι καλή για τον άνθρωπο, ακόμη κι αν δεν ξέρει το βαθύτερο νόημά της. Αυτό το βαθύτερο νόημα θα προσπαθήσουμε να δώσουμε με συντομία εδώ.
Κατ’ αρχάς, η ορθόδοξη νηστεία δεν είναι θέμα μόνο είδους αλλά και ποσότητας φαγητού. Όταν δηλαδή τρώγω μέχρι σκασμού φαγητό που θεωρείται νηστίσιμο (πράγμα που κάνω κατά κανόνα), δε νηστεύω. Επίσης, αν νηστεύω το φαγητό, αλλά συγχρόνως αμαρτάνω με την καρδιά, τις πράξεις ή τις αισθήσεις μου, δε νηστεύω. Τέλος, αν ακολουθώ νηστίσιμο διαιτολόγιο για λόγους αποτοξίνωσης και σωματικής υγείας, ενώ δεν αισθάνομαι ορθόδοξος χριστιανός αλλά πιστεύω «όλες τις θρησκείες» ή καμία, είμαι μάλλον σε λάθος δρόμο – παρόλο που ο Θεός κάθε λάθος δρόμο μπορεί να βρει τρόπο να τον κάνει σωστό δρόμο. Άνθρωποι απ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να σωθούν, ωστόσο αυτό που κάνουν δεν είναι ορθόδοξη νηστεία.
Το νόημα της νηστείας θα μπορούσαμε ίσως να το συνοψίσουμε στα εξής:
α) αποσύρεις τις αισθήσεις σου από τις γήινες απολαύσεις, για να τις στρέψεις προς την απόλαυση της επαφής με το Θεό˙ δε νηστεύεις για να στερηθείς, αλλά για να απολαύσεις, σε ένα άλλο, ανώτερο επίπεδο απόλαυσης˙ γι’ αυτό τις περιόδους νηστείας αυξάνονται οι εκκλησιαστικές ακολουθίες και πυκνώνει η συμμετοχή στη θεία Μετάληψη˙ εμείς βέβαια τις ακολουθίες τις νιώθουμε σαν αγγαρείες, επειδή είμαστε πνευματικά αναλφάβητοι, όσο προχωρεί όμως κάποιος στην πνευματική ζωή τόσο αισθάνεται «ανέκφραστη ηδονή» από την παρουσία του στην εκκλησία˙
β) αρνείσαι κάποιες απολαύσεις, για να πάψουν να σου είναι αναγκαίες, για να μάθεις να επιβιώνεις χωρίς αυτές˙ με δυο λόγια, ασκείσαι στη στέρηση, για να μάθεις να απορρίπτεις και «αμαρτωλές» απολαύσεις (π.χ. την ξένη γυναίκα) ή και αμαρτωλή ικανοποίηση αναγκών (π.χ. τα ξένα χρήματα, ακόμα κι αν τα έχεις ανάγκη), αλλά και για να μπορείς να θυσιάσεις την άνετη ζωή σου, αν σου ζητηθεί να προδώσεις τον αδελφό σου ή ν’ αρνηθείς το Χριστό και τη διδασκαλία Του˙
γ) νηστεύεις για να μάθεις να είσαι ταπεινός, όχι για να υποτάσσεσαι εύκολα αλλά, αντίθετα, για να είσαι ελεύθερος από το παραπλανητικό διογκωμένο Εγώ σου˙ έτσι, ενώ έχεις το δικαίωμα να φας ό,τι θες, αποποιείσαι αυτό το δικαίωμα και τρως αυτό που σου λένε κάποιοι άλλοι, οι παπάδες, η Εκκλησία, τα βιβλία των αγίων (αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο πολλοί δεν νηστεύουν – οι παπάδες θα Μου πούνε Εμένα τι θα φάω;)˙ γι’ αυτό, δε νηστεύουμε όταν, όπως και όσο θέλουμε, αλλά όταν, όπως και όσο ορίζει η Εκκλησία και, για να τροποποιήσουμε τη νηστεία, χρειαζόμαστε ευλογία απ’ τον πνευματικό μας. Αν π.χ. νηστεύω διπλές σαρακοστές, μπορεί να θεωρήσω πως είμαι άγιος κι αυτό να κλείσει εντελώς την καρδιά μου απέναντι στο Θεό και σε σένα, αδελφέ μου. Τότε η νηστεία μπορεί να λειτουργήσει σε βάρος της σωτηρίας, αυξάνοντας τον εγωισμό μας.
Σημειωτέον, ότι η νηστεία προβλέπεται στην Αγία Γραφή: ο Χριστός νήστεψε σαράντα μέρες μετά τη βάφτισή Του στον Ιορδάνη (Ματθ.4, 1), και, παρόλο που τόνισε πως ο άνθρωπος μολύνεται απ’ αυτό που βγαίνει απ’ το στόμα κι όχι απ’ αυτό που μπαίνει (Ματθ. 15, 10-20), είπε για το διάβολο: «αυτό το γένος δε φεύγει, παρά μόνο με προσευχή και νηστεία» (Ματθ. 17, 21).
4. Η εξομολόγηση.
Ένα από τα μεγαλύτερα αγκάθια στον εγωισμό μας, που μας σκανδαλίζει αφάνταστα, είναι ότι η Εκκλησία μας ζητάει να βρούμε έναν άνθρωπο αμαρτωλό σαν εμάς και να του αποκαλύψουμε τις αμαρτωλές πράξεις και σκέψεις μας. Φυσικά ήδη καταλάβατε το σκοπό αυτής της πράξης, που είναι το να γίνουμε ταπεινοί. Η «εξομολόγηση στην εικόνα» ή «απευθείας στο Θεό» ή «στην Παναγία» δεν μας ταπεινώνει, εκτός αν είμαστε ήδη ταπεινοί. Μπορεί να μας βοηθήσει, κάτω από ειδικές συνθήκες (π.χ. αν δεν υπάρχει ιερέας), όμως δεν υποκαθιστά την πραγματική εξομολόγηση.
Εκτός όμως από την καλλιέργεια της ταπείνωσης (που είναι τόσο οδυνηρή στα πρώτα στάδια, ώστε να καθυστερούμε για χρόνια το μεγάλο βήμα, ακριβώς όπως δυσκολευόμαστε να πάμε στον οδοντίατρο ή να δώσουμε αίμα), υπάρχουν και οι εξής σοβαροί λόγοι, που κάνουν την εξομολόγηση απαραίτητη:
α) Ο ιερέας διαβάζει στον εξομολογούμενο τη «συγχωρητική ευχή», με την οποία οι εξομολογημένες αμαρτίες του συγχωρούνται και δε θα τον βαραίνουν κατά την ώρα του θανάτου και κατά την ημέρα της κρίσεως. Οι απόστολοι είχαν λάβει από το Χριστό την εξουσία να συγχωρούν αμαρτίες, εξουσία που ανήκει μόνο στο Θεό («όσα εάν δήσητε επί της γης, έσται δεδεμένα εν τω ουρανώ, και όσα εάν λύσητε επί της γης, έσται λελυμένα εν τω ουρανώ», Ματθ. 18, 18)˙ εκείνοι κληροδότησαν αυτή τη χάρη στους μαθητές τους (τους πρώτους επισκόπους [*]), κι έτσι, από ιερέα σε ιερέα, έφτασε ώς τις μέρες μας. Έτσι ο ιερέας γίνεται χοάνη που δέχεται μέσα της κάθε αμαρτία και την αδειάζει στο κενό. Αυτό δεν μπορεί να το κάνει ο λαϊκός (ο μη ιερέας), παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις (αν είναι άγιος και αν δεν υπάρχει ιερέας κοντά, επειδή π.χ. βρισκόμαστε σε διωγμό και το καθεστώς έχει κατασφάξει τους ιερείς, ή δεν προλαβαίνει να πάει σε ιερέα εκείνος που επιθυμεί να εξομολογηθεί, επειδή π.χ. είναι ετοιμοθάνατος, τότε θα μπορούσε να του δώσει άφεση αμαρτιών και λαϊκός).
β) Η εξομολόγηση δεν είναι μια «ανάκριση θρησκευτικού τύπου», αλλά μια βαθιά και διαρκής σχέση πνευματικής πατρότητας, στην οποία ο «πνευματικός» ή «γέροντας» (δηλαδή ο πνευματικός δάσκαλος) καλείται να στηρίξει τον άνθρωπο που τον πλησιάζει και θέτει τον εαυτό του στα χέρια του ως παιδί προς το γονιό, να τον βοηθήσει να ξεπεράσει τα πάθη του (δηλαδή να νικήσει την αμαρτία εντός του) και όσο το δυνατόν πιο καθαρός να πλησιάσει το Θεό.
Αυτή η πνευματική πατρότητα δεν είναι επίσημος «θεσμός» και μπορεί να την ασκήσει και λαϊκός, άντρας ή γυναίκα, με την προϋπόθεση ότι διαθέτει σοφία Θεού: ή είναι άγιος –αυτό θα ήταν το ιδανικότερο– ή έχει την ταπείνωση και τη σύνεση να μελετά του βίους και τα έργα των αγίων και να διδάσκει από τα υποδείγματά τους και όχι μόνο λέγοντας την ανθρώπινη γνώμη του. Τότε αυτός ο γέροντας ή η γερόντισσα μπορεί να διδάσκει ανθρώπους, και να τους στέλνει σε ιερέα για την (ας την πούμε έτσι) «συγχωρητική εξομολόγηση», αυτήν που περιλαμβάνει την ευχή της άφεσης των αμαρτιών. Τέτοιοι λαϊκοί γέροντες συνήθως κατοικούν στα μοναστήρια ή τις ερήμους (είναι δηλαδή απλοί μοναχοί, χωρίς χειροτονία ιερέα, που δε μπορούν να λειτουργήσουν, ή μοναχές), αλλά μπορεί να ζουν και δίπλα μας, να είναι μορφωμένοι ή αμόρφωτοι, πλούσιοι ή φτωχοί, πιθανόν παραμελημένοι γέροι ή φαινομενικά αλλοπρόσαλλοι, αλλά οπωσδήποτε ευσεβείς, ταπεινοί και γεμάτοι αγάπη για το συνάνθρωπό τους. Επίσης μπορεί να είναι στην ηλικία νέοι ή και παιδιά («παιδιογέροντες»), αν και συνήθως έχουν κάποια ηλικία, αφού η πρόοδος στην πίστη, την αγάπη και τη σοφία μπορεί να προϋποθέτει χρόνια.
Η γιαγιά Λαμπρινή από την Άρτα, μια αυθεντική "αγία της διπλανής πόρτας". Παντρεμένη και μάνα, & συνάμα πνευματική μητέρα δεκάδων ανθρώπων (από εδώ).
Η πνευματική πατρότητα είναι η ανώτερη εκδοχή του μυστηρίου της εξομολόγησης, την οποία χρειάζεται απαραίτητα κάθε άνθρωπος, όπως χρειάζεται τον προσωπικό και τον οικογενειακό του γιατρό. Αυτή η σχέση, όταν λειτουργεί σωστά, απελευθερώνει, δυναμώνει, εξισορροπεί, ειρηνεύει, προλαμβάνει συμφορές, και τελικά θεραπεύει. Αυτή η σχέση, μια ιδιαίτερα εξελιγμένη θεραπευτική επιστήμη του ορθόδοξου χώρου, είναι που αντικαταστάθηκε με την ψυχοθεραπεία δυτικού τύπου στις σύγχρονες κοινωνίες [σημ. "ΝΕΚΡΟΥ": & όχι το αντίθετο, όπως νομίζουν κάποιοι], παρόλο που οι επιδιώξεις τους δεν είναι κοινές˙ ο ψυχίατρος ή ο ψυχολόγος αποσκοπεί στην αποκατάσταση της ψυχικής υγείας, ενώ ο πνευματικός στη θεραπεία από την αμαρτία, δηλαδή στην αιώνια σωτηρία.
Εννοείται ότι ψάχνεις για τον κατάλληλο πνευματικό, όπως ψάχνεις για τον κατάλληλο γιατρό, μπορεί να διανύσεις χιλιόμετρα για να τον βρεις, δοκιμάζεις, πιθανώς απορρίπτεις, προσεύχεσαι και προσέχεις. Αρκεί να μην εξαπατάς τον εαυτό σου, λέγοντας στη συνείδησή σου πως είναι ανάξιος για πνευματικός σου κάποιος που σου λέει την αλήθεια χωρίς να σε κολακεύει. Και φυσικά είναι δικαίωμά σου να μην αναζητήσεις ποτέ πνευματικό και να μην προσέλθεις ποτέ για εξομολόγηση (ιδίως αν «δεν αισθάνεσαι αμαρτωλός»), όπως και να μην πας ποτέ σε γιατρό και να μην κάνεις εξετάσεις, ιδίως αν «δεν αισθάνεσαι άρρωστος». Μπορείς να κάνεις ο ίδιος διάγνωση στον εαυτό σου διαβάζοντας βιβλία, περιφρονώντας τη ζεστή πραγματική επικοινωνία μ’ έναν άλλο άνθρωπο και χωρίς ν’ ανοίγεσαι σε μια «δεύτερη γνώμη».
Μπορεί έτσι να μην αρρωστήσεις ποτέ και να ζήσεις μέχρι βαθύ γήρας˙ το πιθανότερο όμως είναι ότι θα υποφέρεις και θα πεθάνεις πρόωρα. Στην περίπτωση του πνευματικού, μπορεί να πλησιάσεις «μόνος σου» το Θεό και να σωθείς˙ το πιθανότερο όμως είναι πως θα περιπλανηθείς σε άγνωστα μονοπάτια και μάλιστα ίσως –το χειρότερο– να νομίζεις ότι Τον βρήκες ή και ότι Εσύ είσαι ο κατάλληλος πνευματικός άλλων ή ακόμη και ότι, με κάποιο παράξενο τρόπο, είσαι ο Θεός ή ένας θεός. Κανείς δε μπορεί να είναι βέβαιος, όταν είναι μόνος˙ χρειάζεται τη συμβουλή έμπειρων, που δεν τον κολακεύουν. Και, για να τη ζητήσει, κάνει το πρώτο βήμα προς την ταπείνωση.
5. Η θεία Μετάληψη.
Παρακαλώ το Θεό να οδηγήσει τα χέρια μου, για να μπορέσω, αν και ανάξιος, να γράψω αυτό που Εκείνος θέλει για το μέγα μυστήριο, το «φάρμακο της αθανασίας και αντίδοτο κατά του θανάτου» (όπως το ονομάζει ο μαθητής των αποστόλων άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος το 110 μ.Χ.). Η θεία Μετάληψη ή θεία Κοινωνία (=επικοινωνία) ή θεία Ευχαριστία είναι το κέντρο της Εκκλησίας. Χωρίς αυτήν δεν υπάρχει χριστιανισμός. Η επίγεια Εκκλησία είναι οι χριστιανοί ενωμένοι γύρω από το κοινό Ποτήρι της θείας Μετάληψης.
Βλέποντας παραμορφωμένα την εκκλησιαστική ζωή, αντιμετωπίζουμε τη θεία Μετάληψη ως ένα προσωπικό μας γεγονός («πάω να μεταλάβω», χωρίς να νιώθω δεσμό με τους άλλους που μεταλαβαίνουν συγχρόνως) και μάλιστα ως εξαίρεση στην καθημερινότητά μας, ενώ στην πραγματικότητα σε κάθε λειτουργία θα έπρεπε να μεταλαβαίνουμε όλοι όσοι είμαστε στο ναό, εκτός φυσικά αν ο πνευματικός μας μάς έχει ζητήσει να απέχουμε για κάποιο συγκεκριμένο λόγο. Αυτό θα σήμαινε ότι κάθε μέρα θα προσέχουμε να μην  αμαρτάνουμε (να μην προσκολλόμαστε σε αγάπες που μας αποκόπτουν από το Θεό και τον αδελφό μας), όχι όμως κι ότι θα νηστεύουμε κάθε μέρα. Αν κοινωνούσαμε ταχτικά, θα αρκούσε να νηστεύουμε όταν είναι μέρες νηστείας, δηλαδή τις σαρακοστές, τις Τετάρτες και τις Παρασκευές (με εξαιρέσεις) και τις άλλες νηστίσιμες εορτές, όπως η ημέρα του Τιμίου Σταυρού, 14 Σεπτεμβρίου, ή η επέτειος της αποτομής της κεφαλής του αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, 29 Αυγούστου (μήπως μιλάω σαν τη γιαγιά σας; μα η απλή σοφία της γιαγιάς έχει κάτι να δώσει στο μοντέρνο και παγκόσμια δικτυωμένο σύγχρονο κοσμοπολίτη –και πιθανόν πρώην χριστιανό– καταναλωτή).
Η θεία λειτουργία γίνεται αποκλειστικά και μόνο για να κοινωνήσουν οι παρευρισκόμενοι και λειτουργία ονομάζεται μόνο εκείνη η εκκλησιαστική τελετή, στην οποία τελείται η θεία Μετάληψη. Δεν είναι λειτουργία ο εσπερινός, ο γάμος, η βάφτιση, η κηδεία, το ευχέλαιο, οι Χαιρετισμοί κ.τ.λ. Όλα αυτά λέγονται «ακολουθίες». Λειτουργία λέγεται μία ακολουθία, αυτή που γίνεται κάθε Κυριακή και γιορτή και περιλαμβάνει τη θεία Μετάληψη. Υπάρχει και η θεία λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων, που γίνεται τις καθημερινές της μεγάλης Σαρακοστής (πριν το Πάσχα), με θεία Μετάληψη που έχει καθαγιαστεί την προηγούμενη Κυριακή.
Αυτό που τρώμε, όταν μεταλαβαίνουμε, είναι το  αληθινό Σώμα και το αληθινό Αίμα του Χριστού, και όχι απλό ψωμί και κρασί που «συμβολίζουν» μόνο το Σώμα και το Αίμα Του. Ο Ίδιος το λέει στο κατά Ιωάννην ευαγγέλιο, 6, 48-59: «Εγώ είμαι ο άρτος της ζωής Ο άρτος που θα δώσω εγώ είναι η σάρκα μου, την οποία θα δώσω υπέρ της ζωής του κόσμου. Αλήθεια σας λέω, αν δε φάτε τη σάρκα και δεν πιείτε το αίμα του Υιού του ανθρώπου, δεν έχετε ζωή μέσα σας. Όποιος τρώει τη σάρκα μου και πίνει το αίμα μου έχει ζωή αιώνια και εγώ θα τον αναστήσω την έσχατη ημέρα. Γιατί η σάρκα μου είναι στ’ αλήθεια τροφή και το αίμα μου στ’ αλήθεια ποτό. Όποιος τρώει τη σάρκα μου και πίνει το αίμα μου μένει μέσα μου κι εγώ μέσα του…».
Φυσικά ο Ίδιος ο Ιησούς παρέδωσε τη θεία Μετάληψη στους ανθρώπους κατά το μυστικό δείπνο (που λέγεται «μυστικός», επειδή περιελάμβανε το «μυστήριο» της θείας Μετάληψης κι όχι επειδή… ήταν κρυμμένοι), όπως φαίνεται στα Ματθ. 26, 26-29, Μάρκ. 14, 22-24, Λουκ. 22, 17-20, και Α΄ προς Κορινθίους 11, 23-30.
Στην πρώτη Εκκλησία η θεία Μετάληψη λεγόταν «κλάσις του άρτου» (κόψιμο του ψωμιού) και γινόταν τουλάχιστον κάθε Κυριακή, δηλαδή τη «Μία των σαββάτων», ημέρα της ανάστασης του Χριστού (βλ.  Πράξεις των αποστόλων, 20, 7).
Γιατί όμως μεταλαβαίνουμε;
Πώς η θεία Μετάληψη μας βοηθάει να πλησιάσουμε το Θεό; Ας προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε την απάντηση.
Ο άνθρωπος ενώνεται περισσότερο μ’ αυτό που τρώει παρά με οτιδήποτε άλλο. Τρώγοντας λοιπόν το Σώμα και πίνοντας το Αίμα του Χριστού, ενώνεται με Αυτόν. Γίνεται έτσι «μικρός Χριστός». Δε γίνεται βέβαια άγιος αυτόματα και μαγικά. Όμως η ένωση αυτή με το Θεό (δηλαδή με το Χριστό) ενισχύει τον άνθρωπο, για να μπορεί να αντέξει  το μεγάλο μαρτύριο της αγάπης.Χωρίς τη θεία Μετάληψη, Κύριε, δε μπορώ να εκπληρώσω την εντολή Σου «αγαπάτε αλλήλους» και μάλιστα «αγαπάτε τους εχθρούς σας». Τους εχθρούς μου θέλω να τους μισώ. Άλλωστε, αν αγαπώ χωρίς όρια, οι περισσότεροι θα με εκμεταλλευτούν, θα με προδώσουν, θα με συντρίψουν! Και, γεμάτος πόνο, ή θα εξοντωθώ ή θα βάλω φρένο στην αγάπη μου και θα πάψω να προσπαθώ να τηρώ την εντολή Σου. Θ’ αγαπώ μόνο αυτούς που μ’ αγαπούν και τους άλλους απλά θα τους «συμπαθώ» μέσα σε περιορισμένα όρια. Έχω όμως το Σώμα και το Αίμα Σου, που με θωρακίζει και με κάνει ν’ αντέχω και να συνεχίζω μαζί Σου. Αν θέλω. Αν είμαι πωρωμένος και δε θέλω ν’ αγαπήσω, και κάθε μέρα να μεταλαβαίνω, θα είμαι (μη γένοιτο) μακριά Σου…
Αν και οι προεκτάσεις της θείας Μετάληψης είναι πάρα πολλές, ας αναφέρουμε μερικές όσο το δυνατόν απλούστερα.
Καθώς ο άνθρωπος μεταλαβαίνει, συμβαίνει μια πολλαπλή ένωσή του με όλο το υπόλοιπο σύμπαν. Στη θεία Μετάληψη θεωρούμε ότι συνοψίζεται και μεταμορφώνεται όλη η κτίση. Αποτελεί σύνοψη, πρώτον, ολόκληρου του υλικού κόσμου, που εκπροσωπείται μέσω των δύο βασικών τροφών –που εκφράζουν τη σχέση αυτού του κόσμου με τον άνθρωπο, γιατί αυτή η σχέση είναι η τροφή (ο άνθρωπος ζει επειδή τρώει, δηλαδή βάζει μέσα του τον κόσμο και ενώνεται μ’ αυτόν). Δεύτερον, όλης της ανθρωπότητας, με την υπερφυσική παρουσία του Χριστού, που δεν είναι απλώς άνθρωπος, αλλά πρωτόπλαστος, νέος Αδάμ, γι’ αυτό στο πρόσωπό Του περιλαμβάνονται δυνάμει όλοι οι άνθρωποι, από την αρχή μέχρι το τέλος της ιστορίας. Τρίτον, όλης της Θεότητας, γιατί ο Χριστός, ως Θεός, είναι πάντα ενωμένος με τα άλλα δύο Πρόσωπα της Αγίας Τριάδας. Τέταρτον, της σταύρωσης και της ανάστασης του Χριστού, γιατί το Σώμα Του κόπηκε και το Αίμα Του χύθηκε, καταργώντας τις θυσίες των παλιών θρησκειών και εγκαινιάζοντας το μόνο αληθινό τρόπο λατρείας, τη μόνη θυσία: την αυτοθυσία.
Έτσι, θεωρούμε ότι ο χριστιανός που μεταλαβαίνει επιτελεί την ύψιστη ένωση με όλη την ανθρωπότητα, με όλη τη δημιουργία και με το Θεό, αλλά και συμμετέχει με μυστικό τρόπο στη σταύρωση και την ανάσταση του Χριστού. Και φυσικά ενώνεται ιδιαίτερα με εκείνους που κοινωνούν την ίδια μέρα, γιατί όλοι κοινωνούμε από το «κοινό Ποτήριο». Επιπλέον, δείχνει ότι αποδέχεται τον υλικό κόσμο ως δημιούργημα του Θεού κι επομένως καλό. Όλες οι θρησκευτικές παραδόσεις μιλούν για σωτηρία, αλλά την περιορίζουν στο πνεύμα του ανθρώπου˙ εδώ η σωτηρία δεν επεκτείνεται μόνο στο σώμα του ανθρώπου, αλλά και σε ολόκληρο τον υλικό κόσμο, που μέσω του ανθρώπου καθαγιάζεται (γι’ αυτό και, καθώς ο άνθρωπος προοδεύει στη σχέση του με το Θεό, βιώνει όλο και πιο έντονα τις επισκέψεις της άκτιστης χάριτός Του κάθε φορά που μεταλαβαίνει).
Τέλος, επειδή η πρωταρχική απομάκρυνση του ανθρώπου απ’ το Θεό συμβολίζεται με τη βρώση του απαγορευμένου καρπού (από τον Αδάμ και την Εύα), η προσέγγισή μας με το Θεό γίνεται με μιαν άλλη βρώση –τροφή αντί τροφής.
Υπόψιν ότι κατά την αγία προσκομιδή, την ουσιαστική έναρξη της θείας λειτουργίας, ο ιερέας βγάζει από το πρόσφορο μερίδες για το Χριστό (τον «Αμνό» = αρνάκι), την Παναγία, τους αγγέλους, τους αγίους και κάθε ζωντανό και νεκρό, τα ονόματα των οποίων του έχουμε πάει (σε χαρτάκια) να μνημονεύσει. Όλα αυτά τοποθετούνται σ’ ένα μικρό δίσκο (το «δισκάριο») και στη συνέχεια μπαίνουν στο άγιο Ποτήριο και γίνονται η θεία Μετάληψη. Όταν λοιπόν έρθει η ώρα να μεταλάβεις, μέσα στο Ποτήρι –το κοινό Ποτήρι, το Ποτήρι της αγάπης που μας ενώνει– βρίσκεται σε μικρογραφία το πλήρες σύμπαν.
Το σύμπαν σχηματισμένο με μερίδες ψωμιού πάνω στο δισκάκι της θείας Μετάληψης (από ένα -κατ' εμέ- πολύ σημαντικό  άρθρο).
Ας σημειώσουμε τέλος ότι το πρόσφορο, το ψωμί της θείας Μετάληψης, είναι ένα, γιατί συμβολίζει την ενότητά μας, και στρογγυλό, γιατί συμβολίζει τον κόσμο. Όσο απομένει και δε γίνεται Σώμα Χριστού, καθώς και τα επιπλέον πρόσφορα, κόβεται και μοιράζεται σ’ εκείνους που δεν κοινωνούν «αντί Δώρου». Είναι το «αντίδωρο». Βέβαια εμείς παίρνουμε αντίδωρο ακόμη κι όταν κοινωνούμε, όμως ο αρχικός προορισμός του αντίδωρου ήταν για εκείνους που δεν κοινωνούσαν.
ΠΗΓΗ 

Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2012

Το αληθινό νόημα του πόνου στη ζωή μας

Αφιέρωμα σε όλους εκείνους που με υπομονή κι ελπίδα σηκώνουν τον σταυρό τους
Γιατί να πονώ Θεέ μου;
Είναι αλήθεια πως σήμερα υπάρχει άφθονος σω­ματικός και ψυχικός πόνος. Άλλοτε ευθύνεται γι’ αυ­τόν ο άνθρωπος και άλλοτε όχι. Σημασία έχει την ώ­ρα του πόνου κάποιος να τον συνδράμει. Να μη τον α­φήσει ν’ απογοητευθεί, να πνιγεί στη μοναξιά, να πο­νέσει ακόμη πιο πολύ.
Με αυτή την προοπτική γράφθηκε και το κείμενο που ακολουθεί, από ένα άνθρωπο που πόνεσε πολύ. Γνωρίζω πως ο πόνος σ’ έφερε στο κρεβάτι του πόνου ή σ’ έκλεισε στο σπίτι σου. Η επίσκεψη του πόνου στη ζωή σου δεν είναι ασφαλώς κάτι δίχως σημασία και σκοπό. Δεν είναι καθόλου ένα τυχαίο γεγονός. Δεν πιστεύουμε στην τύχη. Το Ευαγγέλιο λέει πως κάτω από τη ματιά του Θεού είναι και το πέσιμο του κάθε φύλλου από το δένδρο. Πόσο μάλλον από τα προβλήματα των παιδιών Του. Ο Θεός δεν παύει ποτέ να ενδιαφέρεται για τα μετάνοια και τη σωτηρία μας και προσφέρει μύριες ευκαιρίες και ανοίγει διάφο­ρους δρόμους.
Αν την υγεία μας, αγαπητοί μου, τη σπαταλήσαμε σε ανώφελα έργα, καλούμεθα τώρα, να μελετήσουμε το παρελθόν, να δούμε βαθύτερα τον όχι και τόσο γνωστό εαυτό μας. Είναι μία μεγάλη ακόμη ευκαιρία που μας δίνει ο Πανάγαθος Θεός, για να σκύψουμε μέσα μας, να μετανοήσουμε ειλικρινά, να προσευχηθού­με θερμά, να γνωρίσουμε την ακένωτη χάρη των ιε­ρών μυστηρίων της αγίας μητέρας μας Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Η ασθένεια δεν προέρχεται, αδελφοί μου, από την τιμωρία ενός εκδικητή Θεού. Η αντίληψη αυτή είναι ανορθόδοξη, πέρα για πέρα λαθεμένη. Ο Θεός μας μόνο αγαπά και δεν τιμωρεί τα πλάσματά Του. Ο Θε­ός είναι μακρόθυμος, πολυέλεος, πολυεύσπλαχνος, πανάγαθος και αληθινός. Τ’ όνομα του Θεού είναι α­γάπη, λέει ο αγαπημένος του μαθητής Ιωάννης ο Θε­ολόγος. Παραχωρεί, επιτρέπει παιδαγωγικά προς βοή­θεια την ασθένεια, για να μας φρονηματίσει, να μας διορθώσει, να μας προσγειώσει και ταπεινώσει. Ο πό­νος έτσι μπορεί να γίνει αφορμή, για μία πιο ουσια­στική και βαθειά γνωριμία μας με τον Θεό, και όχι να τα βάλουμε μαζί του. Ο πόνος μπορεί να μας συνδράμει να γίνουμε πιο ανεκτικοί και συμπονετικοί με τους αδελφούς μας και να γνωρίσουμε τον άγνωστο ε­αυτό μας. Είπαν ορθά πως όποιος έχει υποφέρει πολύ μοιάζει μ’ εκείνον που γνωρίζει πολλές γλώσσες κι έ­τσι μπορεί να καταλάβει πολλούς και να τον καταλά­βουν πολλοί.
Αν εκμεταλλευθούμε την πράγματι σημαντική ευ­καιρία, μπορεί ο σωματικός πόνος να γίνει θεραπευ­τής της αθάνατης ψυχής μας. Ο πόνος τότε θα γίνει ευλογία. Δεν ζητάμε βεβαίως εμείς οι πιστοί τον πόνο νοσηρά στη ζωή μας. Η Εκκλησία μας πάντοτε εύχε­ται υπέρ υγείας και διαφωτίσεως των τέκνων της. Εάν έλθει όμως ο πόνος να τον υπομείνουμε καρτερικά κι ελπιδοφόρα και θα έχουμε, αλήθεια, μεγάλο κέρδος. Με τον τρόπο αυτό ο σκοπός της δοκιμασίας μας θα έχει επιτευχθεί, αφού θα έχει μαλακώσει η καρδιά μας και θα έχουμε βοηθηθεί στο να γνωρίσουμε τον πραγ­ματικό εαυτό μας και τον Θεό μας.
Είναι επίσης αλήθεια, αγαπητοί μου, πως οι πονε­μένοι λειαίνονται, και αυτοί τελικά έχουν κάτι σημα­ντικό να πουν, ως εμπειρικό και βιωματικό. Πίσω από κάθε ανθρώπινο πόνο κρύβεται το χέρι του Θεού που ευλογεί. Μακάριοι οι πονεμένοι ως πλούσια ευλογη­μένοι.
Είναι ακόμη αλήθεια πως στα χείλη του κάθε πο­νεμένου συχνά ανεβαίνει εκείνο το γνωστό και βαθύ «γιατί σ’ εμένα Θεέ μου»; Στο ανθρώπινο αυτό «γιατί» δεν νομίζουμε ότι υπάρχει μία εύκολη και γρήγορη α­πάντηση. Η απάντηση θάλθει πιο αργά από τον ίδιο τον Εσταυρωμένο Θεάνθρωπο. Ο άνθρωπος αξιώνε­ται να συμμετέχει στον σταυρό του Κυρίου. Μη νομί­ζετε ότι είναι κάτι μικρό αυτό.
Μέσα από τον πόνο οι προσευχές είναι σίγουρα πιο κατανυκτικές, πιο θερμές, πιο ευπρόσδεκτες. Δί­νουν κατ’ αρχάς τη γαλήνη της υπομονής στη δοκιμα­σία, λιγοστεύουν την απαιτητικότητα, ταπεινώνουν α­ληθινά, χαρίζουν τη χαρά της ελπίδος και την υγεία της ψυχής. Μέσα μας θα βρούμε τον Θεό. Όσο πιο γρήγορα τον συναντήσουμε τόσο πιο γρήγορα θ’ απελευθερωθούμε και θα χαρούμε αληθινά.
Είπαν ωραία πως πριν μας στείλει ο Θεός τον σταυρό που σηκώνουμε, τον ζύγισε, τον είδε καλά, τον εξέτασε προσεκτικά με την πανσοφία, την αγάπη και τη δικαιοσύνη Του. Το αγαθό βλέμμα Του τον πα­ρακολούθησε και η μεγάλη Του καρδιά τον θέρμανε, αφού τον ξαναζύγισε με την άπειρη στοργή Του. Νο­μίζεις πως είναι πιο βαρύς απ’ ότι μπορείς να σηκώ­σεις, ενώ έχεις άγνωστες και ανακάλυπτες δυνάμεις μέσα σου. Μη χάνεις το θάρρος σου, μη τα βάζεις με τον Θεό, γνωρίζει πολύ καλά τι κάνει. Τον ευλόγησε πριν τον θέσει τον σταυρό στους ώμους σου. Σίγουρα μπορείς να τον σηκώσεις. Μη λησμονάς πως πάντα πριν το Κενό Μνημείο είναι ο Γολγοθάς. Η Ανάστα­ση έπεται της Σταύρωσης.
Είναι γεγονός πως η ζωή μας είναι ζυμωμένη με δάκρυα που προέρχονται από τον πόνο της ασθένειας, των θλίψεων, των βασάνων, της εγκατάλειψης και της μοναξιάς. Έχουν γίνει αχώριστοι σύντροφοι. Ο λό­γος του Θεού, η Αγία Γραφή, μας πληροφορεί πειστι­κά πως η ασθένεια, ο πόνος, η θλίψη, ο θάνατος δεν υπήρχαν από την αρχή της δημιουργίας. Πρόκειται για μεταπτωτικά φαινόμενα. Η φθαρτότητα, η ασθέ­νεια, ο πόνος είναι αποτέλεσμα της παρακοής των πρωτοπλάστων στον Δημιουργό τους και η υπακοή τους στον δαίμονα. Ο αποχωρισμός του ανθρώπου α­πό τον Θεό έχει οικτρές συνέπειες. Η απελευθέρωση του πιστού από τα δαιμονικά δεσμά μπορεί να τον κά­νει να βρει το πνευματικό περιεχόμενο της δοκιμα­σίας του και τότε η δοκιμασία να γίνει σημαντική ευ­καιρία, όπως είπαμε, βαθύτερης γνώσης του Θεού και συναντήσεώς του με Αυτόν.
Οι ιερείς της Εκκλησίας μας είναι νοσηλευτές και η Εκκλησία μας θεραπευτήριο. Οι ιερείς πλησιά­ζουν τους ασθενείς για να τους απελευθερώσουν, να τους επαναπροσανατολίσουν, να τους ανορθώσουν δια της μετανοίας. Συμμετέχουν όσο μπορούν στον πόνο για να τους τον απαλύνουν και να κάνουν πιο ε­λαφρύ τον σταυρό τους. Είναι μεγάλη η παράκληση των πασχόντων όταν κατανοήσουν το νόημα του σταυρού τους. Η προσωπική άρση του σταυρού νοηματιζόμενη συντελεί στην ανόρθωση. Βλέποντας ο ταλαιπωρούμενος και δοκιμαζόμενος άνθρωπος τη δοκιμασία του ως θεία επίσκεψη και θεία παιδαγωγία με­ταβάλλει τη στάση του, αντιμετωπίζει το πρόβλημα πολύ διαφορετικά, αν δεν γεμίζει χαρά γεμίζει πάντως ελπίδα. Η θεία Χάρη μπορεί να οδηγήσει σε αυτή την ωριμότητα τον σκληρά δοκιμαζόμενο. Εμείς θα πούμε τον καλό λόγο, αλλά η Χάρη του Θεού θα ολο­κληρώσει το έργο αυτό.
Το ευχολόγιο στα χέρια του ιερέως είναι πολύ πα­ρηγορητικό στις δύσκολες αυτές ώρες. Η σύνοψη ή το προσευχητάρι, με την Παράκληση της Παναγίας και τους υπέροχους Χαιρετισμούς, στα χέρια του α­σθενούς είναι φτερά ειρήνης. Η Παναγία, η μάνα ό­λων των πονεμένων, που πόνεσε τόσο πολύ και συ­μπονά όλους τους πονεμένους, δίνει μια γλυκειά πα­ραμυθία και μεγάλη ενίσχυση σε όλους. Μη φοβόμα­στε το ιερατικό πετραχήλι, τον τίμιο σταυρό, το άγιο έλαιο, τα τίμια και χαριτόβρυτα λείψανα, τον αγια­σμό, το αντίδωρο, τη θεία Κοινωνία.
Επανερχόμενοι στο δύσκολο ερώτημα γιατί ο Θε­ός να επιτρέπει να ταλαιπωρείται το πλάσμα του, να βασανίζεται και ν’ αγωνιά μέσα στον πολύ πόνο, τα­πεινά θα πούμε πάλι: Ο πόνος μας αφυπνίζει να ενδια­φερθούμε καλύτερα για τη μετάνοια, την ταπείνωση, την αναθέρμανση της πίστης μας και τη συμπόνια του πλησίον μας. Ο πόνος, σωματικός ή ψυχικός, μας ε­πισκέπτεται για κάποιο ιδιαίτερα σοβαρό λόγο. Για να ξαναδούμε την πορεία, τους στόχους και τον σκο­πό της εφήμερης ζωής μας. Είπαμε πως μερικές φορές ένας ψυχικός πόνος είναι δριμύτερος του σωματικού και ίσως και πιο δυσκολοθεράπευτος. Ο μεγάλος ψυ­χίατρος Γιούνγκ πάντως λέει πως το πρόβλημα του ψυχικώς πάσχοντος, κατά ασυγκρίτως ανώτερο λόγο ανήκει στον πνευματικό παρά στον ιατρό!
Άνθρωποι δίχως Θεό και ηθικές αρχές στον πόνο της ασθένειας διαλύονται και καταντούν αξιολύπητοι. Ο Θεός δεν τους αποστρέφεται, αλλά τους επισκέπτε­ται διαφορότροπα, με διάφορα φάρμακα για να τους θεραπεύσει κι όχι να τους πληγώσει και πικράνει. Ο θείος και ιερός Χρυσόστομος θαυμάσια συμβουλεύει να μη γογγύζουμε εύκολα με τα δυσάρεστα που μας βρίσκουν και μάλιστα να μη βλασφημούμε. Μήπως έτσι, λέει, θα γίνει πιο ελαφρύς ο πόνος μας; Ούτε χρειάζεται να πολυεξετάζουμε τους λόγους και τις αι­τίες και τις αφορμές και να ζητάμε πολλές εξηγήσεις για όλα αυτά που μας επιτρέπει η πανσοφία του Θεού. Να μη λησμονάμε ποτέ πως η παρούσα ζωή είναι στά­διο άθλων και αγώνων και η άλλη ζωή είναι επάθλων και αιώνιας ανάπαυσης. Στις δυσκολίες, τις συμφορές και τους πόνους να επικαλούμεθα τη σωστική βοή­θεια του Θεού με κάθε εμπιστοσύνη.
Πάντοτε παραμένει επίκαιρο το θέμα της ασθέ­νειας. Πολλοί οι ασθενείς στα σπίτια, στα νοσοκο­μεία, στους δρόμους. Είμαστε εμείς οι ίδιοι ασθενείς ή δικοί μας άνθρωποι. Σήμερα εμείς, αύριο άλλοι και το αντίθετο. Ο πόνος κτυπά όλες τις πόρτες, όλες τις ώρες αδιάκριτα, πλουσίων, φτωχών, νέων, ηλικιωμέ­νων, μορφωμένων, αμόρφωτων, όλων. Γιατί ν’ αρρω­σταίνουμε και γιατί να πονάμε; Το ίδιο ερώτημα επα­νέρχεται με δριμύτητα. Δεν είναι μόνο από τις αμαρ­τίες οι διάφορες αρρώστειες. Αρρώστειες πολλές και μεγάλες είχαν και οι άγιοι. Οι αρρώστειες μας κάνουν να θυμηθούμε τον λησμονημένο Θεό, να τον επικαλε­σθούμε, να συνδεθούμε μαζί του. Η μνήμη του Θεού συντείνει στην ειλικρινή μετάνοια. Οι αρρώστειες εί­ναι, αλήθεια, για να μας φέρουν πιο κοντά στον Θεό και όχι να μας απομακρύνουν από Αυτόν. Την πίστη μας στον Θεό αποδεικνύουμε με την υπομονή στις δο­κιμασίες και μάλιστα στον πόνο των ασθενειών.
Αν ο πόνος σ’ έκανε συμπονετικό κέρδισες. Αν η ασθένεια σ’ έφερε να θυμάσαι πιο πολύ τον ουρανό εί­σαι ευλογημένος και μακάριος. Αν ο πόνος σου κα­θάρισε τα μάτια, για να βλέπεις πιο βαθειά τα γεγονό­τα και τα πράγματα, τότε είσαι πλούσια κερδισμένος. Αν ο άγιος πόνος σ’ έκανε, αδελφέ μου, πιο καρτερι­κό, πιο γενναίο, πιο διαλλακτικό και ανεκτικό να ευ­χαριστείς εκ βαθέων τον Θεό που αρρώστησες. Γιατί αρρώστησες και κέρδισες τελικά έτσι. Δίχως πόνο έχεις πολλές κατακτήσεις, αλλά όχι αληθινές γνώσεις. Ο πόνος σμιλεύει και τελειοποιεί τον άνθρωπο. Δί­χως τον πόνο ο άνθρωπος θα ήταν σκληρός και ακα­τέργαστος. Ο πόνος γεννά τα δάκρυα και τα δάκρυα την κάθαρση. Τα δάκρυα ποτίζουν τα ευώδη άνθη της κατάνυξης, της συντριβής, της ευλάβειας, της ευσέ­βειας, της ευλογίας.
Δεν υπάρχει άνθρωπος δίχως πόνο. Πήγε κάποτε ένας να πει τον πόνο του σε κάποιον και δεν πρόλαβε και του είπε πρώτα ο άλλος τον πόνο του κι ήταν τό­σο πιο μεγάλος που δεν τόλμησε να πει τον δικό του. Δίχως τον πόνο θα είμασταν πιο πονεμένοι, πιο σκλη­ροί, πιο ανάλγητοι, πιο αδιάφοροι και πιο άγριοι. Κα­τά τον ιερό Χρυσόστομο δεν υπάρχει άνθρωπος στον κόσμο αυτό που να μη δοκιμάζει στη ζωή του πόνο. Αν δεν πονέσει σήμερα, θα πονέσει αύριο κι αν όχι αύριο σίγουρα μεθαύριο. Κύρια πηγή του πόνου η α­μαρτία.
Ο πόνος είπαν είναι ο φρουρός της υγείας. Σαν έ­να καμπανάκι μας αφυπνίζει. Αν δεν πονούσαμε δεν θα πηγαίναμε ποτέ στον ιατρό. Ο πόνος είναι σαν ένα σήμα κινδύνου, που
εκπέμπεται για να μας γλυτώσει από τα χειρότερα. Αυτά ισχύουν και για το σώμα και για την ψυχή. Έτσι ο πόνος καταντά σ’ ευλογία και για το σώμα και για την ψυχή. Ο πόνος ακόμη καθίσταται σαν ένα προληπτικό εμβόλιο για να μη υπερηφανευόμεθα. Ο πόνος μπορεί να γίνει μία οδός επι­στροφής στον Θεό. Ο πόνος γεννά την ωραία και θεάρεστη συμπόνια. Ο πόνος δοκιμάζει την αγάπη μας στον Θεό. Ο πόνος μας ζυγίζει, μας σμιλεύει, μας καλλιεργεί, μας ωριμάζει, μας ωραιοποιεί.
Το αληθινό νόημα του πόνου στη ζωή μας
Η παρουσία του πόνου στη ζωή μας δεν μπορεί παρά να είναι για όλους ένα γεγονός αδιαμφισβήτητο. Το αρχαίο ερώτημα, δικαιολογημένο και σαφές, είναι πάντοτε και σήμερα το αυτό. Γιατί να πονάμε; Έχει κάποιο νόημα ο πόνος στη ζωή του καθενός μας; Η απάντηση μη νομίζετε πως είναι τόσο εύκολη. Μόνο ο Θεός μπορεί να βοηθήσει σε αυτή την αρκετά χρή­σιμη και ωφέλιμη κατανόηση.
Υπάρχει άφθονος, ποικίλος, σωματικός πόνος προερχόμενος συνήθως από πρόσκαιρες ή ανίατες α­σθένειες, που ταλαιπωρούν πολύ τον άνθρωπο. Υπάρ­χει επίσης πλούσιος ψυχικός πόνος, που μπορεί νάναι και πιο δυνατός του σωματικού. Πόνος που προέρχε­ται από ξαφνική ορφάνια, χηρεία, ξενιτεμό, προσφυ­γιά, πένθος, αποτυχία, αδυναμία, μειονεξία, στέρηση, έλλειψη, ανικανότητα, ανεπάρκεια, απόρριψη, απώ­λεια, φτώχεια, κακουχία, δυστυχία, ειρωνεία, εμπαιγ­μό, προδοσία, εξαπάτηση, ψέμα, επιορκία, βουλιμία, κατάχρηση, καταδίκη, φυλάκιση, απομόνωση, μονα­ξιά.
Υπάρχει ο πόνος του προδότη και του προδομέ­νου, του εκμεταλλευτή και του εκμεταλλευόμενου, του εξαπατούντα και του εξαπατώμενου. Πόνος της νο­σταλγίας, του έρωτος, του πάθους, του κενού, του ανι­κανοποίητου και ανολοκλήρωτου του ανθρώπου. Πό­νος της χαμένης ολότητος, των ενοχών, του ορθολο­γισμού, της εξουσιαστικότητος, των ψευδαισθήσεων, των διαψεύσεων, των φαντασιώσεων, των διαπροσω­πικών συγκρούσεων, δια κακιών, ζηλοτυπιών, ύβρε­ων, φθόνων, κατηγοριών, συκοφαντιών κι εχθροτή­των. Δυνατός ο πόνος του φόβου, επικείμενων κατα­στροφών, αγωνιών, υποκρισιών, απογνώσεων, απελπι­σιών, απαισιοδοξιών, μελαγχολιών, καταθλίψεων και θανάτων. Πόνος μεγάλος η αντιφατικότητα, η αμφιθυ­μία, η αμφιβολία, η αναποφασιστικότητα, η αναβλη­τικότητα. Επίσης η δικαιολόγηση της μετριότητος, της ρηχότητος, της καθημερινότητος, της αυτάρκειας, της υποκρισίας. Ακόμη το ξεγέλασμα του εαυτού μας, η ψυχολογική κατάρρευση, η συνεχής ανταγωνιστι­κότητα, η βάναυση εξουσιαστικότητα, η παράφορη κτητικότητα, η άκρατη πλεονεξία, ο ευδαιμονισμός, η κραιπάλη, η ασωτεία, η εμπάθεια, η κακότητα.
Πάθος σημαίνει πάθημα, πτώση, υποδούλωση, ο­δύνη, άλγος. Ο πιο πονεμένος και δυστυχισμένος εί­ναι ο εμπαθής άνθρωπος. Νοσεί, αφού αγαπά τα πάθη, τα λατρεύει, τα προσκυνά, δεν τ’ αφήνει παρότι τον ταλαιπωρούν. Πρόκειται για ένα φοβερό και παθογό­νο διχασμό. Ενώ του δίνονται ευκαιρίες ν’ απεγκλωβισθεί τις απορρίπτει. Οι εμπαθείς επιλογές όμως του ανθρώπου του κοστίζουν. Οι άνθρωποι μαθαίνουν να ζουν μία μέτρια, χλιαρή και χαλαρή, μονότονη, ανια­ρή, ανολοκλήρωτη, μίζερη, κακόμοιρη, ρηχή, άχαρη ζωή. Η βίωση της άρνησης και της αποτίναξης αυτού του τρόπου ζωής αποτελεί οδυνηρή εμπειρία. Αφαι­ρείται από τον ίδιο τον άνθρωπο η δυνατότητα βιώσεως μιας αυθεντικής, καθαρής, ανυπόκριτης, τίμιας και ειλικρινούς ζωής. Είναι λυπηρό να πλανάται και να αιχμαλωτίζεται ο άνθρωπος σε αυτή την ανόητη ζωή. Να σκηνοθετεί μία αμεταμόρφωτη ζωή μέσα στην ε­μπάθεια. Σίγουρα κύριος υποκινητής είναι ο δαίμο­νας, αφού κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά όλα τα πάθη είναι δαιμονοκίνητα. Ο άνθρωπος βέβαια ε­πιλέγει μόνος του τον τρόπο αυτό ζωής. Ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα ν’ αντισταθεί, ν’ αντικρούσει τα πάθη, ν’ απελευθερωθεί. Μα δυστυχώς συχνά δεν το κάνει.
Ο πόνος φαίνεται να έχει μία κυρίαρχη θέση στη ζωή. Έφθασαν οι φιλόσοφοι να πουν πονώ άρα υ­πάρχω. Ο Κίκεργκωρ λέει: «Δεν είμαι αυτός που σκέ­φτεται πως δεν πρέπει να πονούμε ποτέ. Περιφρονώ αυτήν την ποταπή σκέψη κι αν μπορώ να επιλέξω προτιμώ να υπομείνω μέχρι τέλους τον πόνο. Είναι καλό να υποφέρουμε και μέσα στα δάκρυα υπάρχει δύ­ναμη, αλλά δεν είναι να υποφέρουμε δίχως ελπίδα». Κρύβεται ένα βαθύ νόημα, αδελφοί μου, στην παρου­σία του πόνου στη ζωή μας. Για να το δούμε μαζί.
Ο πόνος αρχίζει στον κήπο της Εδέμ. Η παράλο­γη υπακοή στον δαίμονα και η υπερήφανη ανυπακοή στον Θεό είναι η αρχή του πόνου στη ζωή των ανθρώ­πων. Η τραγωδία εισέρχεται στον κόσμο. Συγκρούε­ται ο άνθρωπος με τον Θεό. Διακόπτεται ο άνετος διά­λογος Αδάμ και Θεού. Χάνεται ο παράδεισος. Αρχί­ζει ο κόπος, η λύπη, ο στεναγμός. Τη γυμνότητά του αισθάνθηκε ο Αδάμ μετά την αμαρτία της παρακοής και τη γεύση του κακού. Η αίσθηση της γυμνότητός του σημαίνει αντίληψη της τρεπτότητος και τρωτότητος, έλλειψη προστασίας, κατανόηση του πόνου της αποδεσμεύσεώς του από τον Θεό. Μπορούσαν να θε­ραπευθούν οι πρωτόπλαστοι δια της μετανοίας. Δεν το έπραξαν όμως. Γιατί; Θέλησαν να δικαιολογηθούν, ν’ ακολουθήσουν δικό τους δρόμο, πιο σύντομο, πιο εύκολο, δίχως Θεό. Παγιδεύτηκαν οικτρά στον δρα­ματικό πόνο της μοναξιάς, της θεώσεως δίχως Θεό, της παράλογης αυτοθεώσεως. Η θεοδώρητη επιθυμία θεώσεως των πρωτοπλάστων εκμεταλλεύθηκε από τον πανούργο δαίμονα, που θέλησε να τους προσφέρει μία δική του ταχύρρυθμη ισοθεΐα κι έτσι τους απάτησε και τους θανάτωσε.
Η νοσταλγία του απολεσθέντος παραδείσου δη­μιουργεί δάκρυα πικρά, πόνο δυνατό, πόνο που μπο­ρεί όμως να θεραπεύσει τον αμαρτωλό. Και τότε να έχουμε το παράδοξο, αντιφατικό και οξύμωρο: Υγεία στην ασθένεια! Με την κατάφαση του πόνου, όχι μα­ζοχιστικά, όχι παθητικά, όχι μοιρολατρικά, αλλά με βεβαία πίστη, μ’ επίγνωση, με υπομονή, ως θεϊκή δο­κιμασία και παιδαγωγία, και όχι ως τιμωρία, που επε­ξεργάζεται λύτρωση και σωτηρία. Γεννιέται έτσι ένας άλλος πόνος. Αγαπάς και πονάς, ταπεινώνεσαι και πονάς, υποχωρείς και πονάς. Πονάς όμως διαφορετι­κά, γλυκά, κερδοφόρα. Το ν’ αγαπάς αληθινά σημαί­νει να θυσιάζεσαι. Αποτελεί μία ιδιαίτερα φιλόπονη εργασία, όπως και να ταπεινώνεσαι. Αγαπώντας ενδυναμώνεσαι και χαίρεσαι. Έχεις μια βαθειά ικανοποί­ηση. Μιλώντας για «χαρμολύπη» και «χαροποιόν πένθος», κατά τις ωραίες εκφράσεις των νηπτικών κει­μένων της Εκκλησίας μας, δεν παραδοξολογούμε. Ο πόνος και η συνειδητή κατάφαση σε αυτόν προσφέρει πολύτιμη γνώση, μεγάλη εμπειρία. Η εγνωσμένη παραδοχή της παθολογίας μας θα μας δώσει την υπέροχη και απαραίτητη για την πνευματική ανάβαση αυ­τογνωσία. Η γνήσια πνευματική ζωή είναι μία ηθελη­μένη απόσπαση από τον ψεύτικο εφησυχασμό της κα­λοπέρασης και η είσοδος σε μία καλή αγωνία και ή­ρεμη ανησυχία, όπως έλεγε ο μακαριστός Γέροντας Παΐσιος Αγιορείτης, από την επανάπαυση και τη νωχέλεια σε μία ζωή όλο ωραίες αλλαγές. Μία πορεία προς συνάντηση του πλησίον, που κι εκείνος αγωνιά, άγχεται, δυσκολεύεται, προβληματίζεται, βασανίζεται και πονά.
Ο πόνος λιχνίζει και τελειοποιεί τον άνθρωπο. Ο πόνος από τους άλλους, δια πικρών λόγων και σκοτει­νών έργων, συχνά είναι πιο σκληρός και από της α­σθένειας και του πένθους. Πονά πολύ ο αταπείνωτος άνθρωπος όταν τον υποτιμούν, τον παρεξηγούν, τον μειώνουν, τον ειρωνεύονται, τον κουτσομπολεύουν, κατακρίνουν και συκοφαντούν. Οι συνεχώς κρίνοντες και κατακρίνοντες ασύστολα τους πάντες και τα πά­ντα, δίχως καμιά περίσκεψη κι αιδώ, καταδικάζοντάς τους αναπολόγητα, αμαρτάνουν φοβερά και θέτουν μεγάλο βάρος πάνω τους. Πονούμε τους άλλους, αλλά πονάμε κι εμείς.
Η συνεχής εξουσιαστικότητα στη ζωή δημιουργεί έντονη εχθρότητα, αντιπαλότητα και αντίδραση. Οι ε­ξουσιαστές συνήθως είναι άσπλαχνοι εγωιστές, με υ­περβολική εσωτερική ένδεια, που προσπαθούν να την καλύψουν με πράξεις ισχύος. Ο ανόητος άνθρωπος θέ­λει να γίνει μεγάλος, κάνοντας τους άλλους μικρούς. Ο μεγάλος χριστιανός συγγραφέας Ντοστογιέφσκυ ορθά λέει πως υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν δια­πράξει ποτέ τους έγκλημα και όμως είναι χειρότεροι α­πό εγκληματίες. Μερικοί πεθαίνουν χωρίς να ζήσουν. Λησμονούν ότι είναι άνθρωποι, εικόνες Θεού.
Ο ψυχικός πόνος είναι μια κραυγή της ψυχής για βοήθεια. Μας καλεί να εντείνουμε την πνευματική ό­ραση και ακοή εντός μας. Δεν πρέπει απρόσεκτα να προσπεράσουμε αυτό το κάλεσμα και να παραβλέψου­με το μήνυμα. Όπως ένας πόνος του σώματος μας δη­λώνει ότι κάτι συμβαίνει στον οργανισμό μας και ο­δηγούμεθα στον ιατρό και τις σχετικές εξετάσεις, έτσι καλούμεθα ν’ αποκρυπτογραφήσουμε το σήμα του ψυ­χικού πόνου με τη συνδρομή μάλιστα της κατάλλη­λης μελέτης, της προσευχής και της βοήθειας του έ­μπειρου πνευματικού.
Πολύ συχνά ο άνθρωπος εκτός από τα «γιατί» πα­ραπονείται πως είναι αβάστακτος και ασήκωτος ο πό­νος του και πως δεν είναι ικανός να τον αντέξει. Εν­τούτοις αυτός ο μεγάλος πόνος τελικά αντέχεται και ανακαλύπτει και αποκαλύπτει πολύ σπουδαία πράγμα­τα, που φανερώνουν την ποιότητα και ακεραιότητα της ζωής μας. Αν δηλαδή πιστεύουμε αληθινά -με μία πίστη δυνατή, ακράδαντη και θερμή- αν υπομέ­νουμε κραταιά κι ελπίζουμε εγκάρδια. Η πίστη στον Κύριο ανοίγει δρόμους, εκεί που ήταν όλοι κλειστοί και αδιέξοδοι. Τότε αισθανόμεθα καλά την ατέλεια, την ανεπάρκεια, τη μικρότητα, την αδυναμία, την παροδικότητα της ζωής μας. Κατανοούμε τότε μετά του θείου και κορυφαίου αποστόλου Παύλου ότι η δύναμή μας στην ασθένεια φανερώνεται και ολοκληρώνεται. Μέσα στην ασθένεια ταλαντεύεται η επίγεια ευδαιμο­νία μας, πιστεύουμε ότι δεν έχουμε μένουσα πόλη, αλ­λά τη μέλλουσα επιζητούμε.
Ο πόνος μπορεί να γίνει εφαλτήριο για την εκτί­ναξή μας από τη στείρα μετριότητα, τη μονότονη στα­σιμότητα, το κουραστικό πνευματικό σημειωτόν, στη γνωριμία μας με τον πραγματικό εαυτό μας. Να γνωρίσουμε καλά τις δυνάμεις, τις δυνατότητες, τις αντο­χές, τα όριά μας, τα τάλαντα που μας έδωσε ο Θεός μας. Να δούμε την κρυμμένη άγνωστη διάστασή μας -ότι δεν υπάρχουμε για να τρώμε και να κοιμόμαστε- και να γίνουμε περισσότερο αληθινοί άνθρωποι και χριστιανοί.
Δεν είναι εύκολο θέμα πράγματι για εξετάσεις ο πόνος. Δεν εξορκίζεται με πρόχειρες συνταγές εύκο­λης υπομονής, αλλά με ουσιαστική, ζωντανή και θερ­μή σχέση με τον Λυτρωτή, Σωτήρα, Σταυροαναστηθέντα Χριστό και τις δυνατές πρεσβείες των μεγάλων α­γωνιστών του πόνου. μεγαλομαρτύρων, ιερομαρτύρων, οσιομαρτύρων, παρθενομαρτύρων, νεομαρτύρων, δι­καίων, οσίων, ομολογητών. Ιδιαίτερα με τις σωστικές πρεσβείες της Υπεραγίας Θεοτόκου, της στοργικής μητέρας πάντων των θλιβομένων, της ελπίδος των απηλπισμένων, της χαράς των χριστιανών, που τόσο πολύ την ακούει ο Υιός της, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός.
Η κάθε περίπτωση πόνου είναι προσωπική, ιδιαί­τερη, σημαντική για τον ίδιο τον άνθρωπο, πρωτό­γνωρη ίσως, ασύγκριτη με όποιο άλλο μικρότερο ή μεγαλύτερο πόνο. Είναι ο καθαρά δικός μου σταυρός, το δικό μου φορτίο, ο δυνατός πειρασμός, η ισχυρή δοκιμασία, όπου κρίνομαι, εξετάζομαι και προβιβάζομαι ή μη. Η καλύτερη παρηγοριά πάντως των πικρών αυτών ωρών είναι η δια της ταπεινής και θερμής προ­σευχής επικοινωνία με τον πολυεύσπλαχνο, επουρά­νιο πατέρα, που υπάρχει για ν’ ακούει και να προσ­τρέχει στους πόνους των πάντοτε αγαπητών παιδιών του.
Όμως, παρ’ όλα αυτά, νομίζω πως ακόμη δεν έχω απαντήσει καίρια στο ποιο ακριβώς είναι το βαθύ νόημα του πόνου στη ζωή μας. Ταπεινά φρονώ πως την καλύτερη απάντηση συνάντησα σ’ ένα μεγάλο βυ­ζαντινό θεολόγο, σ’ ένα σπουδαίο ασκητή και μάρτυ­ρα και μεγάλο άγιο της Εκκλησίας μας, Μάξιμο τον Ομολογητή, που οι ανόσιοι εικονομάχοι του έκοψαν τη γλώσσα και το χέρι, για να μη μιλά και γράφει. Λέγει περιεκτικά και χαρακτηριστικά ο άγιος: Η πα­ράλογη ηδονή είχε ως φυσικό αποτέλεσμα την οδύνη, τον πόνο. Για ν’ απαλλαγούμε από αυτή την οδύνη χρειάζεται μία νέα οδύνη, για να φθάσουμε στην ό­ντως ηδονή! Παράλογη ηδονή, αδελφοί μου, είναι κά­θε μορφή μικρής ή μεγάλης αμαρτίας. Η αμαρτία τε­λικά είναι ένας παραλογισμός. Ο άγιος Μάξιμος επί­σης λέγει πως αιτία της πτώσεως των πρωτοπλάστων ήταν η γεύση της ηδονής, που τους μετέδωσε οδύνη. Ο πνευματικός νόμος λειτουργεί πάντοτε άψογα. Η παράνομη, παράλογη, εγωιστική ηδονή καταλήγει σε οδύνη. Η γλυκύτητα δίνει πικρότητα, σαν τα χαρού­πια, την τροφή των χοίρων, την τροφή του ασώτου της γνωστής ευαγγελικής παραβολής.
Πώς θα ελευθερωθεί ο άνθρωπος από την οδύνη, την πικρότητα, που τον κουράζει και ταλαιπωρεί; Χρειάζεται να κοπιάσει, να πονέσει, ν’ αγωνισθεί, για να ξεπεράσει τον πόνο και να απελευθερωθεί από την οδύνη, που του πρόσφερε η γεύση της παράλογης η­δονής. Πώς θα γίνει όμως αυτό; Είναι εύκολο; Θα έ­χει αίσια αποτελέσματα; Αξίζει ν’ αγωνίζεται και κο­πιάζει κανείς; Θα πραγματοποιηθεί δια του υπομονετι­κού, επίμονου, επιμελούς, δοκιμασμένου καλά και παραδεδομένου, γνήσιου ασκητικού αγώνος της Εκκλη­σίας μας. Η υπάρχουσα οδύνη της αμαρτίας θ’ ανα­χωρήσει μόνο δια μιας νέας οδύνης, βίας και ασκήσε­ως. Όταν όμως ο άνθρωπος για διαφόρους λόγους δεν αγαπά, δεν προσλαμβάνει και δεν ενστερνίζεται το α­παραίτητο, ασκητικό, μαρτυρικό φρόνημα της αγίας μητέρας μας Ορθόδοξης Εκκλησίας, τότε ο Πανάγα­θος Θεός, που θέλει όλους να μας σώσει και να έλθουμε σ’ επίγνωση της αληθείας, δεν μας εγκαταλείπει, δεν μας ξεσυνερίζεται, αλλά μας επισκέπτεται δι’ ενός άλλου τρόπου για να μας βοηθήσει.
Ποιος είναι αυτός ο άλλος τρόπος; Οι διάφοροι πειρασμοί, οι πολλές δοκιμασίες, οι καθημερινές θλί­ψεις, οι έκτακτες ασθένειες, σωματικές ή ψυχικές. Ό­λα αυτά παραχωρούνται, επιτρέπονται από τον Θεό για την ανάνηψη, μετάνοια και σωτηρία μας. Με αυ­τές τις προϋποθέσεις και αυτή την προοπτική, αντι­λαμβάνεσθε αγαπητοί μου, το βαθύ θέμα του πόνου και του νοήματός του στη ζωή μας. Δεν πρόκειται α­σφαλώς για ατυχία, για κακή ώρα, για δυστυχία και τραγωδία, όπως λέγεται, αλλά για επίσκεψη Θεού, ευ­λογία, τρόπο και οδό προς αγιασμό, σωτηρία και λύ­τρωση.
Ή υπομονή λοιπόν στον πόνο και η προσευχητική καρτερία φέρει την επίσκεψη της θείας Χάριτος. Ο έτσι καλοδεχούμενος πόνος καθαρίζει την ψυχή. Αποδεικνύουμε την αγάπη μας στον Χριστό, με την αγόγγυστη υπομονή στον πόνο. Ο πόνος είναι ένας σταυρός, πάνω στον οποίο σταυρώνουμε τα πάθη μας. Μέσα από αυτή την εκούσια σταύρωση θ’ αναστηθεί ο αναγεννημένος εαυτός μας.
Ο άγιος Μάρκος ο Ασκητής τονίζει πως η υπομο­νή στους πόνους των θλίψεων δίνει αληθινή γνώση και μεγάλη ωφέλεια. Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος συνεχίζοντας λέγει πως αυτή η υπομονή στους πειρασμούς θα στε­φθεί από χαρά, στην οποία προκαταβολικά πρέπει να ελπίζουμε κατά την αδιάψευστη εντολή του Κυρίου.
Ο πόνος, αδελφοί μου, ταπεινώνει τον άνθρωπο. Μέσα από την αδυναμία του μπορεί ν’ αναζητήσει τη δύναμη στον Θεό και να την έχει. Αν θελήσει να τα βγάλει πέρα μόνος του θα ταλαιπωρηθεί αρκετά και θα πονέσει σίγουρα πιο πολύ. Είναι μία ευκαιρία, να υποχωρήσει ο ατομισμός, η αυτάρκεια, η επικίνδυνη τάση για αυτοθέωση, που αποτελεί πονηρή ψευδαί­σθηση αυτοδυναμίας και αυτοδικαιώσεως, κι έτσι να οδηγηθεί στη σωτήρια μετάνοια, αποφασιστικά και α­μετάκλητα, γενναία και σταθερά, δίχως διλήμματα, ο­πισθοχωρήσεις και δαιμονοκίνητες αναβολές.
Ο πιστός παραδίδεται ολοκληρωτικά στο θέλημα του Θεού. Λέγει κι εννοεί το «γενηθήτω το θέλημά Σου» της Κυριακής προσευχής. Η πίστη στον Θεό α­ποτελεί ένα διάφορο πόνο. Καλείται ο πιστός ν’ απα­γκιστρωθεί από το «ίδιον θέλημα», το κοσμικό περι­βάλλον, πρόσωπα και πράγματα αντίθεα, ιδέες και μέ­ριμνες παγιδευτικές. Ο πιστός προσκαλείται να μετα­ποιήσει τα πάθη σε αρετές και να μεταμορφώσει τη ζωή του.
Ένας ζωντανός και δυνατός οργανισμός, όταν νοσεί κάνει υψηλό πυρετό. Μη φοβόμαστε τον πυρετό. Είναι ένα σήμα. Κάτι δηλώνει. Ας μη σπεύσουμε να πάρουμε αντιπυρετικά. Ας αναζητήσουμε ως καλοί ιατροί την αιτία, την αφορμή, την προέλευση του ενοχλητικού πυρετού. Η πλούσια παράδοσή μας μας δι­δάσκει πως η κρίση του πόνου μπορεί να φέρει στην επιφάνεια τα αντισώματα εκείνα που τελικά θα μας σώσουν. Η αντιμετώπιση του πόνου θέλει μεγάλη προσοχή και υπομονή.
Ο άγιος Διάδοχος, επίσκοπος Φωτικής της Ηπεί­ρου, θεοφώτιστα και θεοχαρίτωτα αναφέρει στις θε­σπέσιες γραφές του ένα λόγο υπέροχα παρηγορητικό για πολλούς: «Ο υπομείνας χρόνιον ασθένειαν αγογ­γύστως ως μάρτυς παραλειφθήσεται». Αυτός, λέγει, που έχει μία χρόνια και ανίατη ασθένεια και την υπο­μένει στο κρεβάτι του πόνου δίχως να γογγύζει, αυτόν θα τον παραλάβει ο Κύριος κοντά Του ως ένα μεγαλο­μάρτυρα. Για να έχει όμως κανείς, αγαπητοί μου αδελ­φοί, τη μεγάλη καρτερικότητα και υπομονή να μη γογγύζει, ασφαλώς και βεβαίως θα πρέπει να πιστεύει θερμά στον Θεό και να προσεύχεται ταπεινά. Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, τον νέο οικουμενικό διδάσκαλο, η προσευχή δεν είναι απλά μία νοητική ε­νέργεια που απευθύνεται έκτακτα στον Θεό, είναι πράξη καρδιακής καθάρσεως, στην οποία μετέχει ό­λος ο άνθρωπος.
Ο ασθενής, λοιπόν, που υπομένει τον πόνο κι ευ­χαριστιακά και δοξολογικά προσεύχεται, ενισχύεται, παραμυθείται, απαλλάσσεται από την εμπάθεια και την ηδυπάθεια κι αισθάνεται το μέγα έλεος του πανά­γαθου Κυρίου. Στην κατάσταση της απάθειας η επιθυ­μία του άνθρωπου δεν νεκρώνεται, αλλά κατά την πατερική διδασκαλία μεταμορφώνεται. Αυτά όμως μόνο όταν τα ζει καλά κανείς, μόνο τότε μπορεί άνετα να τα εκφράσει και να τα περιγράψει. Είναι πολύ διαφορετικό να ξέρω ότι υπάρχει κάπου πολύτιμος θησαυ­ρός, από το να τον έχω δικό μου, να γνωρίζω δηλαδή τι σημαίνει να είσαι αληθινός Ορθόδοξος χριστια­νός.
Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς λέγει πως ύλη της θεώσεως είναι η καθαρότητα. Η ασθένεια, όπως είπα­με, καθαρίζει τον άνθρωπο, όπως και η ταπεινή ά­σκηση -το μόνο που έχει να δώσει ο άνθρωπος στον Θεό. Με όλα τα παραπάνω πού καταλήγουμε αδελφοί μου; Ότι είναι καλύτερα να είμαστε άρρωστοι; Να μη προσευχώμεθα υπέρ της υγείας μας; Ν’ αγαπούμε τον πόνο; Όχι. Δεν επιζητούμε νοσηρά τον πόνο στη ζωή μας. Όταν όμως έλθει, που κάποτε με κάποιο τρόπο σίγουρα θα έλθει, μη πανικοβληθούμε, μη τρομάξου­με, μη φύγουν όλα κάτω από τα πόδια μας, μην απογοητευθούμε, μη μελαγχολήσουμε, μη τα βάλουμε με τον Θεό, μη Τον θεωρήσουμε τιμωρό κι εκδικητή, μη Τον αγνοήσουμε, μη Τον λησμονήσουμε, μη δεν προ­σευχηθούμε. Αν φαίνεται να καθυστερεί να μας απα­ντήσει, δεν σημαίνει διόλου ότι δεν μας παρακολου­θεί, προσέχει και ακούει. Το σχέδιο της σωτηρίας μας μπορεί να φαίνεται ότι καθυστερεί, υφαίνεται όμως προσεκτικά και μυστικά. Δεν επιζητούμε αστόχαστα τον πόνο στη ζωή μας, αλλά αν και όποτε μας επισκε­φθεί, ας αναζητήσουμε καρτερικά το κρυμμένο και βαθύ νόημα της επισκέψεώς Του. Μπορούμε ν’ ανα­πτύξουμε μαζί Του ένα σημαντικό διάλογο, που ν’ α­ποτελέσει σταθμό στη ζωή μας και να νοηματισθεί ό­λος ο βίος μας και να λάβει άλλη διάσταση και νέα προοπτική. Σας μιλά αδελφικά ένας πονεμένος.
Η ανάσταση ακολουθεί πάντα τη σταύρωση. Ο θάνατος μας συνοδεύει στην αιώνια και πανευφρόσυνη ζωή, όπου «ουκ έστι λύπη, πόνος και στεναγμός αλλά ζωή ατελεύτητος». Αυτή την άλυπη, άπονη και αγόγγυστη παραδείσια ζωή προγεύεται, κατά τον υπέ­ροχο άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο, ο πιστός που έ­χει παραδώσει εκούσια όλη του τη ζωή στα χέρια του Χριστού, όπως λέμε σε κάθε θεία λειτουργία του α­γίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου.
Με όλη μου την καρδιά, με όλη τη δύναμη της ψυχής μου και με όλη τη θέρμη του είναι μου εύχομαι ταπεινά και προσεύχομαι συνέχεια, αδελφοί πεφιλημένοι, ο πόνος των ασθενειών, των πειρασμών και των θλίψεων, να μη σας απογοητεύσει ποτέ. Ο πόνος να σας κάνει πιο υγιείς ψυχικά, πιο ώριμους πνευματικά, πιο καλλιεργημένους καρδιακά. Ο πόνος να συνδράμει στη νοηματοδότηση της ζωής σας και στην ουσιαστική σχέση σας με τον ζώντα Χριστό, τους φίλους του Χριστού, τους Αγίους και την Παναγία, τ’ άγια μυστήρια και την αγία μας μητέρα Ορθόδοξη Εκκλησία, στην αγκάλη της οποίας όλοι οι πονεμένοι αναπαυόμαστε.

Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2012

Πρόσεχε την ψυχή σου

Κάποτε ήταν ένας βασιλιάς, ο οποίος είχε ένα γιο πονηρό. Έχοντας χάσει κάθε ελπίδα για αλλαγή προς το καλύτερο, ο πατέρας καταδίκασε τον γιο του σε θάνατο. Του έδωσε ένα μήνα περιθώριο για να
προετοιμαστεί.
Πέρασε ο μήνας, και ο πατέρας ζήτησε να παρουσιασθεί ο γιος του. Προς μεγάλη του έκπληξη, παρατήρησε πως ο νεαρός ήταν αισθητά αλλαγμένος: το πρόσωπό του ήταν αδύνατο και χλωμό, και
ολόκληρο το κορμί του έμοιαζε να είχε υποφέρει.
-Πώς και σου συνέβη τέτοια μεταμόρφωση, γιέ μου; ρώτησε ο πατέρας.
-Πατέρα μου και κύριέ μου, απάντησε ο γιος, πώς είναι δυνατόν να μην έχω αλλάξει, αφού η κάθε μέρα με έφερνε πιο κοντά στον θάνατο;
-Καλώς, παιδί μου, παρατήρησε ο βασιλιάς. Επειδή προφανώς έχεις έρθει στα συγκαλά σου, θα σε συγχωρήσω. Όμως, θα χρειαστεί να τηρήσεις αυτή την διάθεση επιφυλακής της ψυχής σου, για την
υπόλοιπη ζωή σου.
-Πατέρα μου, απάντησε ο γιος, αυτό είναι αδύνατο. Πώς θα μπορέσω να αντισταθώ στα αμέτρητα ξελογιάσματα και τους πειρασμούς;
Ο βασιλιάς τότε διέταξε να του φέρουν ένα δοχείο γεμάτο λάδι, και είπε στον γιο του:
-Πάρε αυτό το δοχείο, και μετάφερέ το στα χέρια σου, διασχίζοντας όλους τους δρόμους της πόλεως. Θα σε ακολουθούν δύο στρατιώτες με κοφτερά σπαθιά. Εάν χυθεί έστω και μία σταγόνα από το λάδι, θα σε αποκεφαλίσουν.
Ο γιος υπάκουσε. Με ανάλαφρα, προσεκτικά βήματα, διέσχισε όλους τους δρόμους της πόλεως, με τους στρατιώτες να τον συνοδεύουν συνεχώς, και δεν του χύθηκε ούτε μία σταγόνα. Όταν επέστρεψε στο κάστρο, ο πατέρας τον ρώτησε:
-Γιέ μου, τι πρόσεξες καθώς τριγυρνούσες μέσα στους δρόμους της πόλεως;
-Δεν πρόσεξα τίποτε.
-Τι εννοείς, τίποτε; τον ρώτησε ο βασιλιάς. Σήμερα ήταν μεγάλη γιορτή. Σίγουρα θα είδες τους πάγκους που ήταν φορτωμένοι με πολλές πραμάτειες, τόσες άμαξες, τόσους ανθρώπους, ζώα.
-Δεν είδα τίποτε απ’ όλα αυτά, είπε ο γιος. Όλη η προσοχή μου ήταν στραμμένη στο λάδι μέσα στο δοχείο. Φοβήθηκα μην τυχόν μου χυθεί μια σταγόνα και έτσι χάσω τη ζωή μου.
-Πολύ σωστή η παρατήρησή σου, είπε ο βασιλιάς. Κράτα λοιπόν αυτό το μάθημα κατά νου, για την υπόλοιπη ζωή σου. Να τηρείς την ίδια επιφυλακή για την ψυχή μέσα σου, όπως έκανες σήμερα για το
λάδι μέσα στο δοχείο. Να στρέφεις τους λογισμούς σου μακριά από εκείνα που γρήγορα παρέρχονται, και να τους προσηλώνεις σε εκείνα που είναι αιώνια. Θα είσαι ακολουθούμενος, όχι από
οπλισμένους στρατιώτες, αλλά από τον θάνατο, στον οποίον η κάθε μέρα μας φέρνει πιο κοντά. Να προσέχεις πάρα πολύ να φυλάς την ψυχή σου από όλους τους καταστροφικούς πειρασμούς.
Ο γιος υπάκουσε τον πατέρα, και έζησε έκτοτε ευτυχής.

Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2012

Που είναι αφιερωμένη η κάθε ημέρα της εβδομάδας

Αλήθεια πόσοι από εσάς γνωρίζεται που είναι αφιερωμένη η κάθε ημέρα της εβδομάδας;


Η Κυριακή είναι αφιερωμένη στην Ανάσταση του Κυρίου - Παναγία Τριάς ο Θεός ελέησον ημάς.


Η Δευτέρα είναι αφιερωμένη στους Αγίους Ταξιάρχες - Άγιοι Αρχάγγελοι, πρεσβεύσατε υπέρ ημών.


Η Τρίτη είναι αφιερωμένη στον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο και Βαπτιστή - Βαπτιστά του Χριστού, πρέσβευε υπέρ ημών.


Η Τετάρτη είναι αφιερωμένη στην Σταύρωση του Κυρίου και στην Υπεραγία Θεοτόκο - Σταυρέ του Χριστού, σώσον με τη δυνάμει σου και Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς.


Η Πέμπτη είναι αφιερωμένη στους Αγίους Αποστόλους και τον Άγιο Νικόλαο - Άγιοι Απόστολοι, πρεσβεύσατε υπέρ ημών και Άγιε Νικόλαε, πρέσβευε υπέρ ημών.


Η Παρασκευή είναι αφιερωμένη στην Σταύρωση του Κυρίου - Σταυρέ του Χριστού, σώσον με τη δυνάμει σου.


Το Σάββατο είναι αφιερωμένο στους Αγίους Πάντες - Άγιοι Πάντες, πρεσβεύσατε υπέρ ημών.

Ψάχνοντας το θαύμα της καθημερινότητας

Τα Χριστούγεννα μόλις πέρασαν. Ο Χριστός γεννήθηκε στη Βηθλεέμ. Οι άγγελοι δοξολόγησαν και φέτος. Όλος ο ουρανός έζησε το πνευματικό θαύμα της γιορτής.
Κι εμείς; Εμείς συνεχίζουμε να ψάχνουμε για το θαύμα της καθημερινότητας. Κάτι που θα κάνει τις δύσκολες μέρες μας καλύτερες. Ψάχνουμε το θαύμα, αλλά σε λάθος δρόμο!
Γιατί; Γιατί πρέπει εμείς να γίνουμε το θαύμα! Πρέπει να αντλήσουμε δύναμη απ’ το Ζωοδότη Χριστό και να αναγεννηθούμε πνευματικά!
Σκύψε, φίλε/η, στο σπηλιά της Βηθλεέμ παρόλο που η Γέννηση πέρασε. Σκύψε και αφουγκράσου μια θεϊκή φωνούλα που σου λέει: "Έλα κοντά μου και εγώ θα σε αναπαύσω".
Ο Χριστός μπορεί να μας δώσει τη δύναμη να συνεχίζουμε εκεί που όλα φαίνονται επικίνδυνα ή προβληματικά ή χωρίς ελπίδα. Μονάχα η καρδιά μας να το πιστέψει. Και για
να το πιστέψει πρέπει να δει με τη θεϊκή ματιά. Να λειτουργηθεί. Να κοινωνήσει το Χριστό.
Τότε όλα θα γίνουν καινούρια μέσα μας! Όλα θα γίνουν θαύμα! Όλα θα γίνουν χαρά!

Μικρός ή Μεγάλος Αγιασμός;

Είναι αλήθεια ότι όπου υπάρχει πνευματική ωφέλεια, εκεί πολλές φορές επικρατεί συσκότιση και κυκλοφορούν διαφορετικές εξηγήσεις και αντιλήψεις οι οποίες δυσκολεύουν
τους Χριστιανούς να επωφεληθούν όσο πρέπει και ταιριάζει τις αγιαστικές πράξεις της Εκκλησίας μας.
Τι είναι ο Αγιασμός;
Γράφει ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Ευάγγελος Θεοδώρου στο περιοδικό « Εφημέριος» του έτους 1965, σελ. 10 κ.ε.•« Αγιασμός των υδάτων είναι η τελετουργική
πράξις, δια της οποίας ύδωρ καθαγιάζεται δι’ ωρισμένων ευχών και επικλήσεως της επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος, ως και δια σταυροειδούς ευλογίας και εμβαπτίσεως του
Τιμίου Σταυρού. Η τελετή αύτη λέγεται « Αγιασμός» ακριβώς διότι δια του ηυλογημένου ύδατος και «τῆς τούτου μεταλήψεώς τε και ραντισμοῦ» πιστεύομεν, ότι αγιαζόμεθα και
καθαριζόμεθα των αμαρτιών. Δια τούτο «δεόμεθα τοῦ Θεοῦ», όπως το αγιαζόμενον ύδωρ γένηται ιαματικόν ψυχών και σωμάτων και πάσης αντικειμένης δυνάμεως
αποτρεπτικόν.»
Η χρησιμοποίηση αγιασμένου νερού συναντάται σε πολύ παλαιούς χρόνους της ζωής των χριστιανών.
Από αρχαίους εκκλησιαστικούς ιστορικούς, όπως είναι ο Επιφάνιος, ο Θεοδώρητος κ.α., αναφέρονται θαύματα που έγιναν με το ραντισμό αγιασμένου νερού, που αγιάστηκε
μόνο με τη σφράγιση δια του τύπου του Σταυρού και της επίκλησης του Αγ. Πνεύματος.
Ο καθηγητής Παν. Τρεμπέλας, στον Α´ τόμο της Θρησκευτικής και Χριστιανικής Εγκυκλοπαίδειας ( Αθήναι 1936, σελ. 136) γράφει σχετικά•«Η χρῆσις ὕδατος ἐπί σκοποῦ ἰάσεως
ἀσθενῶν ἤ καθαγιασμοῦ τόπων βεβηλωμένων διά τῆς ἐν αὐτοῖς ἀνεγέρσεως εἰδωλείων ἤ βωμῶν εἰδωλολατρικῶν, τοῦ ὁποίου ὅμως ὁ ἁγιασμός ἐγίνετο οὐχί δι’ ἰδιαιτέρας τινός
ἀκολουθίας, ἀλλά μόνον διά τῆς ἁπλῆς σφραγίσεως αὐτοῦ διά τοῦ τύπου τοῦ Σταυροῦ, ἀνάγεται εἰς χρόνους παλαιοτάτους».
Έτσι παρατηρούμε ότι το αγιασμένο νερό χρησιμοποιήθηκε από την Εκκλησία σε πολύ παλαιούς χρόνους και με την πάροδο του χρόνου διαμορφώθηκαν οι ιδιαίτερες
ακολουθίες που έχουμε μέχρι σήμερα.
Οι ακολουθίες της Εκκλησίας μας που «καθαγιάζουν τα ύδατα» είναι τρεις Το Βάπτισμα, ο Μεγάλος Αγιασμός και ο Μικρός.
Μαρτυρία για το Μεγάλο Αγιασμό μας δίνει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος που σε μια ομιλία του, που έκανε στο άγιο Βάπτισμα του Κυρίου, κάνει λόγο και για τους πιστούς της
εποχής του, που είχαν τη συνήθεια να κρατούν και να φυλάγουν το Μεγάλο Αγιασμό στα σπίτια τους. Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου κ. Ιωάννης Φουντούλης γράφει σχετικά
στην υπ’ αριθμ. 79 απάντησή του στο βιβλίο του ( Απαντήσεις εις Λειτουργικάς απορίας, σελ. 142-143) «῾Ο ἱερός Χρυσόστομος στό λόγο του ὁμιλεῖ γιά τή συνήθεια τῶν πιστῶν
νά ἀντλοῦν ἀπό τό ἁγιαζόμενο κατά τήν ἑορτή αὐτή νερό καί νά τό διατηροῦν στά σπίτια των καθ’ ὅλη τή διάρκεια τοῦ ἔτους καί ἐπί δύο καί τρία ἀκόμη ἔτη. ᾿Ασφαλῶς σκοπός
τους ἦταν νά πίνουν ἀπό αὐτό ἤ νά χρίωνται καί νά ἁγιάζωνται ἄν κατά τή διάρκεια τοῦ ἔτους εὑρίσκοντο σέ ψυχική ἤ σέ σωματική ἀνάγκη».
Η ακολουθία του Μεγάλου Αγιασμού εκτός από τα ειρηνικά της, που περιέχουν σχετικές αιτήσεις με τη θεραπεία των ψυχικών και των σωματικών ασθενειών των πιστών όπως
είναι «῾Υπέρ τοῦ γενέσθαι τό ὕδωρ τοῦτο… εἰς ἴασιν ψυχῆς καί σώματος… καί ὑπέρ τοῦ γενέσθαι αὐτό πρός καθαρισμόν ψυχῶν καί σωμάτων…», αναφέρεται και στη διατήρησή
του ως ιατρείον παθών•«Αὐτός, οὖν, φιλάνθρωπε βασιλεῦ, πάρεσο καί νῦν διά τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ ῾Αγίου σου Πνεύματος, καί ἁγίασον τό ὕδωρ τοῦτο καί δός αὐτῷ τήν χάριν
τῆς ἀπολυτρώσεως, τήν εὐλογίαν τοῦ ᾿Ιορδάνου. Ποίησον αὐτό ἀφθαρσίας πηγήν, ἁγιασμοῦ δῶρον, ἁμαρτημάτων λυτήριον, νοσημάτων ἀλεξιτήριον, δαίμοσιν ὀλέθριον, ταῖς
ἐναντίαις δυνάμεσιν ἀπρόσιτον, ἀγγελικῆς ἰσχύος πεπληρωμένον. ῞Ινα πάντες οἱ ἀρυόμενοι καί μεταλαμβάνοντες «ἔχοιεν αὐτό πρός καθαρισμόν ψυχῶν τε καί σωμάτων» πρός
ἰατρείαν παθῶν, πρός ἁγιασμόν οἴκων, πρός πᾶσαν ὠφέλειαν, ἐπιτήδειον».
Η ακολουθία του Μεγάλου Αγιασμού των Θεοφανίων επεκράτησε σχεδόν από τον Ε´ αιώνα να γίνεται δύο φορές. Την παραμονή της εορτής μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας
του μεγάλου Βασιλείου και την ημέρα της εορτής μετά την απόλυση του όρθρου, σύμφωνα με τα μυστηριακά τυπικά ή μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας κατά την ενοριακή
πράξη της Εκκλησίας μας σήμερα.
Αρχικά ο Μεγάλος Αγιασμός γινόταν σε ανάμνηση του Βαπτίσματος του Κυρίου στη διάρκεια της μεγάλης παννυχίδας (ολονυκτίας) της εορτής των Θεοφανίων. Μετά από την
ακολουθία του Όρθρου ετελείτο η ακολουθία του Αγιασμού και οι πιστοί «αντλούσαν» αγιασμένο νερό, έπιναν και «ερραντίζοντο» και έπειτα, σ’ αυτό το νερό, το αγιασμένο με
τις ευχές της Εκκλησίας, εβαπτίζοντο οι κατηχούμενοι. Στη λειτουργία που ακολουθούσε στη συνέχεια, ήσαν και οι νεοφώτιστοι, που για πρώτη φορά έπαιρναν μέρος, γι’ αυτό
και μέχρι σήμερα ψάλλεται σ’ αυτή αντί του τρισαγίου ύμνου, το «῞Οσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε».
Στην ουσία, ο Μεγάλος Αγιασμός ξεκίνησε από το ευλογημένο νερό του ιερού Βαπτίσματος. Και αυτό φαίνεται καθαρά από τη σύγκριση και ομοιότητα που παρουσιάζουν οι δύο
ακολουθίες, του Βαπτίσματος και του Μεγάλου Αγιασμού, μέχρι σήμερα.
Ο ιερός Αυγουστίνος σημειώνει ότι στις ημέρες του, γονείς έφερναν τα παιδιά τους να τα βαπτίσουν όχι για να λάβουν τα πνευματικά χαρίσματα του αγιασμένου νερού του
Βαπτίσματος, αλλά για να επωφεληθούν από τις «ιαματικές ιδιότητες» που είχε το ευλογημένο νερό και να γίνουν καλά από τις διάφορες σωματικές τους ασθένειες.
Σε μια του επιστολή, ο ίδιος πατήρ, αναφέρει ότι δύο πρόσωπα κατά την ώρα του Βαπτίσματος έγιναν καλά από ανίατες αρρώστιες.
Έτσι παρατηρούμε ότι πολύ γρήγορα σχηματίσθηκε η πεποίθηση στους πιστούς χριστιανούς ότι το αγιασμένο νερό του Βαπτίσματος ήταν χρήσιμο και για τους βαπτισμένους
πιστούς προκειμένου να το έχουν σαν φάρμακο στα σπίτια τους, για μετάληψη και ραντισμό.
Για λόγους πρακτικούς και για να μην εμποδίζονται οι λειτουργοί ιερείς στο βάπτισμα των πολλών κατηχουμένων από την προσέλευση των πιστών προς άντληση αγιασμένου
νερού, καθιερώθηκε η τελετή της ακολουθίας του Αγιασμού να γίνεται δύο φορές. Την παραμονή στην παννυχίδα και την επομένη ημέρα της Εορτής.
Μετά την επικράτηση του νηπιοβαπτισμού (ΣΤ´ αιώνας) και την τέλεση του Βαπτίσματος σε οποιαδήποτε ημέρα του εκκλησιαστικού χρόνου, ο Μεγάλος Αγιασμός εξακολουθεί
να γίνεται δύο φορές μέχρι τις ημέρες μας, χωρίς να υπάρχει διαφορά του ενός Αγιασμοῦ της παραμονής και του άλλου της εορτής, 5 και 6 Ιανουαρίου.
Η ακολουθία του μεγάλου Αγιασμού είναι μία και η αυτή, είτε τελείται την παραμονή, είτε την ημέρα της εορτής των Θεοφανίων.
Ο καθηγητής Ι. Φουντούλης, σημειώνει στην υπ’ αριθμ. 208 απάντησή του•
«Και όπως η Θεία Λειτουργία είναι μία και αυτή είτε τελείται το Πάσχα, τα Χριστούγεννα, την Κυριακή, η οποιαδήποτε άλλη ημέρα του έτους και ο κοινωνών κοινωνεί πάντοτε
Σώμα και Αίμα Χριστού, έτσι και στην ακολουθία του μεγάλου Αγιασμού μεταβάλλεται δια της επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος το ευλογούμενο ύδωρ σε Μέγαν Αγιασμό,
σε οποιαδήποτε από τις δύο ημέρες τελεσθεί η ακολουθία. Η διπλή τέλεσις της ακολουθίας προήλθε από καθαρώς πρακτικούς λόγους, για την εξυπηρέτηση των πιστών».
Πολλοί κατά διαστήματα προσπάθησαν να δώσουν διάφορες εξηγήσεις και συμβολισμούς στις δύο ακολουθίες και ίσως απ’ αυτό να προήλθε η σύγχυση που επικρατεί σήμερα
και θέλει να ξεχωρίσει τον έναν Αγιασμό από τον άλλο.
Ο ίδιος καθηγητής γράφει στη συνέχεια την απάντηση:
«Καί ὁ Καμπανίας Θεόφιλος στό «Ταμεῖον ᾿Ορθοδοξίας» προσπαθεῖ νά δώσει μία ἑρμηνεία στήν διπλή τέλεσι• αὐτός ἐπικαλεῖται πρακτικούς λόγους, τό «Φώτισμα» δηλαδή
τῶν «οἴκων, χώρων, μανδρῶν καί παντός ἐκτός καί ἐντός οἰκήματος ἀνθρώπων καί θρεμμάτων», πού ἐγένετο ἀπό τούς ἱερεῖς κατά τήν παραμονή «ἐν γάρ τῇ τῶν Θεοφανίων,
ἡμέρᾳ δεσποτικῇ, οὐ πρέπον τούς ἱερεῖς περιάγειν καί τούς ἄλλους ἐνοχλεῖν». Οὔτε κἄν περνᾶ ἡ σκέψις σ’ ὅλους τούς ἀνωτέρω, ὅτι ὑπάρχει καμία διαφορά μεταξύ τῆς μιᾶς
καί τῆς ἄλλης ἁγιάσεως τοῦ ὕδατος.»
῞Οσο για την ερμηνεία του Παϊσίου Γάζης, που μνημονεύει ο όσιος Νικόδημος εις το «Πηδάλιον», σε υποσημείωση στον ξε´ κανόνα της Πενθέκτης Συνόδου, ότι ο της Παραμονής
«εἶναι εἰς τύπον τοῦ βαπτίσματοςτοῦ ᾿Ιωάννου διά τοῦτο καί γίνεται ταπεινά» καί τῶν Φώτων ὅτι «εἶναι εἰς τύπον τοῦ βαπτίσματος τοῦ Κυρίου διά τούτου καί γίνεται μετά
παρρησίας καί παραπομπῆς» εἶναι μία εὐσεβής ἐξήγηση, χωρίς ὅμως κανένα ἱστορικό ἤ λειτουργικό ἔρεισμα.
Είναι αλήθεια ότι η Εκκλησία μας από τότε που καθιέρωσε την τέλεση του Αγιασμοῦ, σε ανάμνηση της Βαπτίσεως του Κυρίου μας στον Ιορδάνη ποταμό, συνέστησε κατά κάποιο
τρόπο, μια ιδιαίτερη ευλάβεια στο αγιασμένο νερό. Ακόμη και η προέλευση και σχέση της ακολουθίας με την ευλογία του αγίου Βαπτίσματος τοποθέτησε «ιεραρχικά», κατά τάξη
θα λέγαμε, το Μεγάλο Αγιασμό ύστερα από τη Θεία Κοινωνία. Στον Κώδικα 978 του Σινά αναφέρεται «δεύτερον της Αγίας Κοινωνίας» και σημειώνεται ακόμη ότι δινόταν σαν
βοηθητικό μέσο σ’ αυτούς που είχαν κάποιο εμπόδιο και δεν μπορούσαν να έχουν συμμετοχή στο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας.
Η υπέρμετρη αυτή ευλάβεια στο Μεγάλο Αγιασμό είχε σαν αποτέλεσμα να δημιουργηθούν πολλές υπερβολές που δυστυχώς έφθασαν μέχρι τις ημέρες μας.
Και είναι φανερό ότι πολλές απ’ αυτές δεν ανταποκρίνονται, όπως φαίνεται, στα πράγματα.
Η ίδια Ακολουθία, όπως σημειώσαμε, κάνει λόγο για διαρκή χρήση του αγιασμένου νερού και συνιστά να το έχουμε προς «πᾶσαν ὠφέλειαν ἐπιτήδειον».
Χρειάζεται πολλή προσοχή από τους πνευματικούς Πατέρες η σύσταση που κάνουν σε μερικούς• «Να κοινωνήσεις με Μεγάλο Αγιασμό», χωρίς προηγουμένως να εξηγήσουν
με λεπτομέρεια τη σωστή χρήση και τα αποτελέσματα του Μεγάλου Αγιασμοῦ. Τίποτε δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη Θεία Κοινωνία, που είναι ο ίδιος ο Χριστός μας, με τον
οποίο πρέπει με κάθε θυσία και κατάλληλη προετοιμασία να προσερχόμεθα για να ενωθούμε μαζί Του.
Ούτε είναι σωστή η σύσταση να ζητούν οι πιστοί να λάβουν Μεγάλο Αγιασμό την ώρα που ο Λειτουργός ιερεύς μεταδίδει από την ωραία Πύλη τη Θεία Μετάληψη και ιδιαίτερα
στις «μεγάλες μέρες» που η προσέλευση στη Θεία Κοινωνία γίνεται σχεδόν από το σύνολο των πιστών ενοριτών.
Μερικοί μιλούν για επιστροφή του αγιάσματος στο Ναό, αν δεν χρησιμοποιηθεί την ημέρα των Θεοφανίων. Αυτό είναι παράδοξο, κι όταν λέγεται ακόμη και από μορφωμένους
ιερείς, που υποτίθεται ότι έχουν μελετήσει το θέμα και χειρίζονται με υπευθυνότητα τα αγιαστικά μέσα της Εκκλησίας μας. Με τον τρόπο αυτό «αντιστρατεύεται» η πραγματικότητα
και ο σκοπός του Αγιασμοῦ με αποτέλεσμα πολλοί πιστοί να στερούνται από τις πολλές και χρήσιμες ιδιότητες του αγιασμένου νερού, που ωφελεί με πολλούς τρόπους την
πνευματική μας ζωή και μας βοηθάει να πολεμήσουμε τις διαβολικές ενέργειες.
Οπως αναφέραμε, ο Αγιασμός που γίνεται την παραμονή και αυτός που γίνεται την ημέρα των Θεοφανίων, είναι ο ίδιος και μπορούμε να τον πάρουμε και να πιούμε νηστικοί
κατά τη συνήθεια που επεκράτησε χωρίς καμιά ιδιαίτερη νηστεία νωρίτερα.
Η νηστεία που κάνουμε την παραμονή της Εορτῆς, δεν έχει καμιά σχέση με τη μετάληψη του Μεγάλου Αγιασμοῦ. Η νηστεία της παραμονής είναι «κατάλοιπο» της
προπαρασκευαστικής νηστείας περισσοτέρων ημερών που γινόταν για τον εορτασμό των τριών μεγάλων εορτών που η Εκκλησία μας είχε την 6η Ιανουαρίου• Γέννηση, Περιτομή
και Βάπτιση του Κυρίου. Οταν η Γέννηση μεταφέρθηκε να εορτάζεται στις 25 Δεκεμβρίου η προπαρασκευαστική νηστεία έγινε 40 ημέρες πριν από τα Χριστούγεννα και για τα
Θεοφάνια λόγω του δωδεκαημέρου έμεινε μόνο μια ημέρα νηστείας, η παραμονή 5 Ιανουαρίου.
Πολλοί από τους αρχαίους κώδικες κάνουν λόγο για μετάληψη του Μεγάλου Αγιασμοῦ προ του αντιδώρου.
Η σύγχρονη πράξη των Μονών του Αγίου Ορους, που κρατούν με πολλή προσοχή τις παραδόσεις, έχει την εξής σειρά•Θεία Κοινωνία, Αντίδωρον, Αγιασμός, κόλυβο.
Ακόμη και για λόγους πρακτικούς σήμερα συνιστάται πρώτα να παίρνουμε το αντίδωρο από το χέρι του Λειτουργού ιερέα και στη συνέχεια να μεταβαίνουμε στον τόπο που
υπάρχει το αγίασμα για να μεταλάβουμε απ’ αυτό και να πάρουμε και για το σπίτι μας.
Ο Αγιασμός, που καθιερώθηκε να γίνεται την παραμονή και την ημέρα της εορτής των Θεοφανίων, ονομάσθηκε Μεγάλος Αγιασμός σε σύγκριση με τον άλλο Αγιασμό που γίνεται
σε οποιαδήποτε ημέρα του χρόνου και λέγεται Μικρός Αγιασμός.
Η Εκκλησία πολύ νωρίς βρέθηκε στην ανάγκη να δημιουργήσει εορτές, ακολουθίες και άλλες παρόμοιες εκδηλώσεις, για να μπορέσει να «ξεκόψει» κατά κάποιο τρόπο τα
ειδωλολατρικά έθιμα από τη ζωή των πιστών της.
Ετσι συνέβη και με τη δημιουργία και καθιέρωση του Μικρού Αγιασμοῦ, για τον οποίο τίποτα δεν γνωρίζουμε, για το πότε ακριβώς «εισήλθε» στη ζωή της Εκκλησίας.
Ο Βαλσαμών, που σχολιάζει τον ΞΕ´ Κανόνα της εν Τρούλω Οικουμενικής Συνόδου αναφέρει τα εξής «῾Η τῆς νουμηνίας (ἀρχή τοῦ σεληνιακοῦ μηνός) ἑορτή, πρό ἀμνημονεύτων
χρόνων, ἐσχόλασε καί ἀντί ταύτης, Θεοῦ χάριτι, ἱλαστήριοι εὐχαί πρός Θεόν καί ἁγιασμοί ἐπ’ ᾿Εκκλησίας παρά τοῦ πιστοῦ λαοῦ γίνονται καθ’ ἑκάστην ἀρχιμηνίαν καί ὕδασιν
εὐλογία, οὐκ ἀντιλογίας, χριόμεθα».
Ο Κ. Καλλίνικος στο βιβλίο του «῾Ο Χριστιανικός Ναός καί τά τελούμενα ἐν αὐτῷ» (῎Εκδοσις Β´, 1958, σελ. 581) γράφει σχετικά•«Οἱ μηνιαῖοι ἁγιασμοί δέν εἶναι μέν σύγχρονοι
τῶν Χρυσοστόμου, ᾿Επιφανίου, Θεοδωρήτου ἤ καί Σωφρονίου, πλήν δέν εἶναι καί μεταγενέστεροι τοῦ 8ου αἰῶνος, ἐμπεδοθέντες ἐν τῇ ᾿Εκκλησίᾳ καί ὡς ἀντίμετρον καί
ἀντισήκωμα εἰδωλολατρικῶν θαλασσίων ραντισμῶν καί ἁγνισμῶν, καθ’ ὧν ὤφειλεν ὁ Χριστιανισμός διά τοῦ αὐτοῦ ὅπλου νά ἀντεπεξέλθῃ».
Στο σημείο αυτό θεωρείται σκόπιμο ν’ αναφερθεί ότι υπάρχει μαρτυρία κατά την οποίαν Μικρός Αγιασμός γινόταν και στο Παλάτι της Κωνσταντινουπόλεως παρουσία των
Βασιλέων και γινόταν στην αρχή κάθε μήνα εκτός του Ιανουαρίου και Σεπτεμβρίου, επειδή ακολουθούσαν οι γιορτές των Θεοφανίων και της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού.
Ετσι εξηγείται και η μνημόνευση που υπάρχει στην ευχή για τους πιστούς βασιλείς και ακόμη το τροπάριο «Σῶσον Κύριε τόν λαόν Σου νίκας τοῖς βασιλεύσιν κατά βαρβάρων
δωρούμενος» και ψάλλεται όταν «καταδύεται» στο νερό ο Τίμιος Σταυρός.
Η Ακολουθία του Μικρού Αγιασμού δεν έχει καμία σχέση με το βάπτισμα του Κυρίου, όπως είναι η Ακολουθία του Αγίου Βαπτίσματος, ούτε γίνεται σε ανάμνηση εκείνου, όπως
είναι η ακολουθία του Μεγάλου Αγιασμού. Έχει έναν ξεχωριστό χαρακτήρα και διαφορετικό σκοπό.
Καθαγιάζεται το νερό για να χρησιμοποιηθεί από τους πιστούς για τον αγιασμό και την ψυχική και σωματική θεραπεία και για ευλογία «τῶν οἴκων καί τῶν ἔργων τῶν χειρῶν των»,
όπως χαρακτηριστικά διατυπώνεται στις αιτήσεις των ειρηνικών και στις ευχές της όλης ακολουθίας του Μικρού Αγιασμού.
Εύκολα τώρα μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι διαφορά στην ουσία μεταξύ του Μεγάλου και του Μικρού Αγιασμού δεν υπάρχει. Διαφέρουν μόνο στο χρόνο που καθιερώθηκε
στη ζωή της Εκκλησίας, στην Ακολουθία και στις μέρες που γίνονται. Ο μεγάλος αγιασμός γίνεται στις εορτές των Θεοφανείων και ο μικρός κάθε πρωτομηνιά και οπότε η ανάγκη
των πιστών το ζητήσει.
«Μικρός, καθώς νεώτερός του κατά τήν ἡλικίαν καί βραχύτερός του κατά τήν ἔκτασιν. Μικρός διότι ὅ,τι ἐκεῖνος ἐπαγγέλλεται ἐν μεγάλῳ βαθμῷ ἅπαξ τοῦ ῎Ετους, τοῦτο οὗτος
ἔρχεται νά ἐκζητήσῃ παρά Θεοῦ εἰς βαθμόν μικρότερον ἐν οἱᾳδήτινι ἡμέρα καί ὥρα τοῦ ἐνιαυτοῦ» (Κ. Καλλίνικος).
Και θα τελειώσω τη μικρή αυτή μελέτη, περί του Μεγάλου Αγιασμοῦ και τη χρήση του, με τα σχετικά που γράφει ο αρχιμανδρίτης-ιεροκήρυξ Χριστόφορος Καλύβας, στο βιβλίο
του «Αδελφικά γράμματα»
«Ο Αγιασμός είναι Αγιασμός, είτε δίδεται την παραμονή των Φώτων, είτε την ίδια ημέρα είτε γίνεται στο σπίτι. Δεν έχει διαφορά ο αγιασμός ο Μικρός από τον Μεγάλο. Λέγεται
Μικρός η Μεγάλος, επειδή οι ευχές είναι μικρότερες η μεγαλύτερες, επειδή παρατείνεται περισσότερο η λιγότερο η σχετική ακολουθία. Θεαματικά είναι αυτά. Δε σημαίνουν
ουσία προκειμένου περί του αγιασμού του καθαρού νερού που βρίσκεται στη λεκάνη. Μην κρατούμε το λαό μας στο σκοτάδι, στην πλάνη. Το αγιασμένο νεράκι του Μικρού
Αγιασμού διατηρείται χρόνια, όπως και το νεράκι του Μεγάλου λεγομένου Αγιασμού».
Συμπέρασμα:
Μπορούμε στο σπίτι μας να έχουμε Αγιασμό, αρκεί να μην τον ξεχνούμε στο εικονοστάσι, αλλά να τον χρησιμοποιούμε κάθε φορά που παρουσιάζεται ανάγκη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου