Δευτέρα 31 Αυγούστου 2015

O Ντοστογιέφσκι και η ηθική




Πηγή: Περιοδικό "Νέα Ευθύνη" τ. 3 Ιανουάριος 2011.

 «Δεν μπορώ να πω πως ο Ντοστογιέφσκι ήταν καλός η ευτυχισμένος άνθρωπος... Ήταν κακός, διεφθαρμένος και γεμάτος ζήλεια. Όλη του τη ζωή ήταν θύμα του πάθους, που θα τον είχε κάνει γελοίο και δυστυχισμένο, αν ήταν λιγότερο έξυπνος και λιγότερο κακός. Στην Ελβετία, μπροστά στα μάτια μου, φέρθηκε τόσο άσχημα στον υπηρέτη του, που ο άνθρωπος επαναστάτησε και του είπε: «μα κι εγώ είμαι άνθρωπος». Θυμάμαι πόση εντύπωση μου έκαναν αυτά τα λόγια... Ειπωμένα σε κάποιον που πάντα δίδασκε το αίσθημα της ανθρωπιάς στην υπόλοιπη ανθρωπότητα».

Τα λόγια αυτά ανήκουν στον Στράχοβ, έναν άνθρωπο που γνώριζε καλά τον Ντοστογιέφσκι (βλέπε Gerarld Abraham, Dostoyevski) στηρίζονται όμως σε μια παρεξήγηση: ο Ντοστογιέφσκι ποτέ δεν θέλησε να διδάξει στην ανθρωπότητα την καλοσύνη και την ανθρωπιά. Ο Ντοστογιέφσκι δεν υπήρξε ποτέ ηθικολόγος, αντίθετα, θα μπορούσαμε να ισχυρισθούμε ότι συνειδητά και συστηματικά σε όλο του το έργο δεν έκανε τίποτε άλλο από το να μάχεται την Ηθική σε βαθμό προκλητικό. Αλλά ας μη σπεύσουμε να συμπεράνουμε από αυτό ότι ο Ντοστογιέφσκι ήταν κήρυκας του αμοραλισμού. Ο Ντοστογιέφσκι είχε το πάθος της αλήθειας. Είχε τη δύναμη να διεισδύσει στην ανθρώπινη συμπεριφορά και να μας αποκαλύψει με τον πιο δραματικό και συγχρόνως πειστικό τρόπο ότι αυτό που η Ηθική μας παρουσιάζει σαν «ηθικό» δεν είναι ποτέ αμιγώς «καλό», και ότι ο άνθρωπος ποτέ δεν μπορεί να εξαλείψει το κακό με την Ηθική, αφού κανένας απολύτως δεν μπορεί να είναι αμιγώς καλός. Επιπλέον, σε όλο του το έργο δεν έπαυσε να διακηρύττει ότι στο που μετράει στην ανθρώπινη ύπαρξη και συμπεριφορά δεν είναι η ηθική, αλλά η ελευθερία, και πως μόνον ό,τι είναι ελεύθερο είναι αληθινά καλό. Αυτό που θέλει να πει στους ανθρώπους ο Ντοστογιέφσκι είναι ότι η διάκριση των ανθρώπων σε «καλούς» και «κακούς» είναι βασισμένη σε ένα ψέμα και ότι ο μόνος τρόπος να νικηθεί το κακό είναι να το πάρει κανείς ελεύθερα επάνω του. Ο Ντοστογιέφσκι δεν είναι αμοραλιστής, αφού δεν παύει να περιγράφει το κακό ως τραγικότητα και συμφορά για τον άνθρωπο. Είναι όμως αντιμοραλιστής, διότι πιστεύει βαθιά ότι η Ηθική δεν μπορεί να οδηγήσει ποτέ στη λύτρωση του ανθρώπου από το κακό.

Στην ομιλία αυτή θα προσπαθήσω, στον λίγο χρόνο που έχω στη διάθεσή μου, να αναλύσω τη θέση αυτή επικεντρώνοντας την προσοχή μας σε δύο κυρίως σημεία: α) στο πρόβλημα του καλού και του κακού και β) στο θέμα της ελευθερίας. Θα προσπαθήσω στο τέλος να κάνω μια θεολογική αποτίμηση της θέσεως του Ντοστογιέφσκι έναντι του προβλήματος της ηθικής.



Το πρόβλημα του καλού και του κακού

Η έννοια της Ηθικής στηρίζεται στη διάκριση μεταξύ καλού και κακού ήδη από την εποχή του Σωκράτη, που θεωρείται ιδρυτής της. «Όπως ορίζεται σε όλα τα σύγχρονα λεξικά, «η γενική μελέτη του καλού και η γενική μελέτη της ορθής πράξεως αποτελούν το κύριο έργο της ηθικής» (The Cambridge Dictionary of Philosophy, 1955, σ. 244). Χωρίς τη διάκριση καλού και κακού η έννοια της ηθικής καταρρέει.

Η διάκριση αυτή παίρνει συνήθως δύο μορφές. Η μία είναι ο χαρακτηρισμός των πράξεων ή τών αισθημάτων, κινήτρων, διαθέσεων κ.λπ. Ως καλών ή κακών. Εάν κάποιος αγαπά, έμπρακτα ή στις διαθέσεις ή προθέσεις του, πρόκειται για κάτι «καλό» -σύμφωνα με την κρατούσα ηθική πάντοτε- ενώ εάν μισεί πρόκειται για κάτι «κακό». Έτσι προκύπτουν οι γενικές αρχές της ηθικής, ανάλογα πάντοτε με τις πολιτισμικές, θρησκευτικές, φιλοσοφικές κ,λπ. Προϋποθέσεις κάθε εποχής και κάθε κοινωνίας.

Η άλλη μορφή, που παίρνει η διάκριση καλού και κακού, είναι ο χαρακτηρισμός των προσώπων ως καλών ή κακών. Στην αγγλοσαξονική ηθική των νεωτέρων χρόνων, η οποία επέδρασε και στη νοοτροπία και τον πολιτισμό και των δικών μας κοινωνιών, αυτή η μορφή διακρίσεως μεταξύ καλών και κακών ανθρώπων οδήγησε στην εμφάνιση της έννοιας του χαρακτήρος. Ο «χαρακτήρας» (character) είναι το υποκείμενο επάνω στο οποίο είναι «χαραγμένες» ορισμένες ηθικές ιδιότητες, καλές ή κακές, δηλαδή το υποκείμενο της ηθικής. Η έννοια του χαρακτήρος εφαρμόζεται ιδιαίτερα στην τέχνη, και μάλιστα στη λογοτεχνία, το μυθιστόρημα, το θέατρο κ.λπ. (λέμε, π. χ. , «οι χαρακτήρες» για τους ήρωες ενός λογοτεχνικού έργου).

Τόσο στο επίπεδο των γενικών αρχών της ηθικής όσο και σε εκείνο των χαρακτήρων, ο Ντοστογιέφσκι αρνείται επίμονα τη διάκριση μεταξύ «καλού» και «κακού», δηλαδή αρνείται την ίδια τη βάση της ηθικής.

Στο επίπεδο των γενικών αρχών ο Ντοστογιέφσκι θεωρεί την αγάπη ως την ύψιστη ηθική αξία: «Το κυριότερο πράγμα είναι να αγαπάς τους άλλους σαν τον εαυτό σου, αυτό είναι το παν, τίποτε άλλο δεν χρειάζεται», έγραφε κάποτε. Κι όμως είναι αδύνατο να τη διαχωρίσει από το μίσος. Γράφει χαρακτηριστικά στο Υπόγειο, ένα από τα πρώιμα και συγκλονιστικά του έργα: «Επήγα τόσο μακριά ώστε να φθάσω στο βέβαιο συμπέρασμα πως κυριολεκτικά η αγάπη συνίσταται στο παράξενο δικαίωμα να τυραννάς εκείνον που αγαπάς. Στα ονειροπολήματά μου κάτω στο υπόγειο φανταζόμουν τον έρωτα σαν μια πάλη που αρχίζει από το μίσος και καταλήγει στην ηθική υποταγή». Γι’ αυτό, το παράξενο συμπέρασμα είναι για τον Ντοστογιέφσκι η καταπληκτική αλήθεια που την διατυπώνει με το παράπονο: «Στο μίσος μου για τους ανθρώπους της γης μας υπάρχει πάντοτε μια νοσταλγική αγωνία: γιατί να μην μπορώ να τους μισώ χωρίς να τους αγαπώ;... Και στην αγάπη μου γι' αυτούς μέσα ήταν μια νοσταλγική θλίψη: γιατί να μην μπορώ να τους αγαπώ χωρίς να τους μισώ;».

Τα λόγια αυτά έρχονται σαν οδοστρωτήρας να γκρεμίσουν κάθε σαφή διάκριση μεταξύ καλού και κακού, ακόμη και στο επίπεδο της πιο μεγάλης ηθικής αξίας, που είναι και για τον ίδιο τον Ντοστογιέφσκι η αγάπη. Τι να πει κανείς πλέον για τις άλλες ηθικές άξιες, που είναι σχετικές και μεταβάλλονται από εποχή σε εποχή; Το καλό και το κακό δεν αποσυνδέονται, δεν χωρίζουν, με τίποτε.

Αυτό ισχύει για τον Ντοστογιέφσκι όχι μόνο στο επίπεδο των ηθικών αξιών, αλλά και των προσώπων. Όλοι οι ήρωες του Ντοστογιέφσκι είναι συγχρόνως καλοί και κακοί. Η έννοια του ηθικού «χαρακτήρος» είναι στον Ντοστογιέφσκι ανύπαρκτη. Δεν έχομε παρά να σταθούμε στο πιο σημαντικό και εκτενές έργο του, τους Αδελφούς Καραμάζοβ, που περικλείει μια μεγάλη ποικιλία χαρακτήρων από όλα τα κοινωνικά στρώματα και τους ψυχολογικούς τύπους: από το γέρο παραλυμένο πατέρα Καραμάζοβ ως τον ασκητικό γιο του Αλιόσα, τον άλλο γιο Ιβάν τον εγκεφαλικό άθεο ως τον μοναχό Ζωσιμά, τη μαζοχίστρια Λιζαβέτα ως την σαρκική Γκρούσενκα. Αφορμή για να ξετυλιχθεί το έργο είναι οι παράξενες συνθήκες της δολοφονίας του γερο-Καραμάζοβ, που αποδεικνύει ότι ηθικά ένοχοι είναι σχεδόν όλοι οι γιοι του, όχι μόνο ο πραγματικός δολοφόνος, αλλά και εκείνοι, που, ενώ είναι de facto αθώοι, έχουν αφήσει την καρδιά τους να αναπτύξει εγκληματικές προθέσεις. Στο έργο αυτό σχεδόν κάθε κύριο πρόσωπο διαπράττει κάποιο έγκλημα, αν όχι στην πράξη, πάντως στη σκέψη. Ακόμα και ο Αλιόσα δεν είναι άμοιρος ενοχής, αφού δεν κατάφερε να αποτρέψει ή να προλάβει το έγκλημα. Για τον Ντοστογιέφσκι το πρόβλημα δεν είναι ηθικό, αλλά βαθύτατα υπαρξιακό. Ο άνθρωπος, ο κάθε άνθρωπος, είναι ένα μείγμα πανουργίας και απλότητας, αγνότητας και φιληδονίας, καλοσύνης και κακότητας. Ο Ντιμίτρι λέει: «Ήμουν ένας παλιάνθρωπος, κι όμως αγαπούσα τον Θεό... Το καλό και το κακό βρίσκονται σε μια τερατώδη συνύπαρξη μέσα στον άνθρωπο». Ο Μέγας Ιεροεξεταστής εντυπωσιάζεται από αυτή την αντιφατικότητα των ανθρώπων: διεφθαρμένοι άνθρωποι είναι συχνά καλοσυνάτοι, εγκληματίες είναι τρυφεροί και αισθηματικοί, πουριτανοί και ηθικιστές είναι σκληροί και άσπλαχνοι, όλοι είναι εξίσου ικανοί για το κακό και για το καλό.

Η διαπίστωση αυτή, ότι δηλαδή κάθε άνθρωπος είναι κακός συγχρόνως και καλός, καταργεί την Ηθική και εμφανίζει τον Ντοστογιέφσκι ως μηδενιστή: αυτή είναι η ανθρώπινη φύση, δεν θεραπεύεται με τίποτε, το κακό διαποτίζει το καλό, το μη είναι διατρέχει την ύπαρξη. Έτσι ο Νίτσε θα βρει στο πρόσωπο του Ντοστογιέφσκι τον μεγάλο του δάσκαλο, τον Προφήτη του μηδενισμού του.

Αλλά εδώ πρέπει να σταθούμε με προσοχή. Είναι ο Ντοστογιέφσκι πράγματι μηδενιστής; Ποιο είναι το βαθύτερο νόημα της αντί-ηθικιστής ανθρωπολογίας του;

Η πρώτη σημαντική παρατήρηση είναι ότι ο Ντοστογιέφσκι καταρρίπτοντας την ηθική, που διακρίνει τους ανθρώπους σε καλούς και κακούς, κλονίζει την υπεροψία του ουμανισμού, ο οποίος πιστεύει ότι με την ηθική μπορεί να εξαλείψει το κακό από τον κόσμο. Με τον τρόπο αυτόν ο Ντοστογιέφσκι θεολογεί πατερικά: η σωτηρία του ανθρώπου δεν μπορεί να προέλθει από τον ίδιο τον άνθρωπο, αλλά μόνον από τον Θεό.

Δεύτερον, αναγνωρίζοντας σε κάθε άνθρωπο τη συνύπαρξη του καλού με το κακό, ο Ντοστογιέφσκι καλεί όλους να αποφεύγουν την κατάκριση των άλλων ανθρώπων και να επικεντρώνουν το ενδιαφέρον και τη φροντίδα τους στις δικές τους αμαρτίες. Έτσι αποκτούν συγχρόνως τη μετάνοια και την αγάπη. Ο Ντοστογιέφσκι κινείται έτσι στο πνεύμα του ευαγγελίου αλλά και των νηπτικών πατέρων («δος μοι, Κύριε, το οράν τα εμού πταίσματα και μη κατακρίνει τον αδελφών μου» ευχή Αγίου Εφραίμ).

Τρίτον, και σπουδαιότερο, το μείγμα καλού και κακού, που χαρακτηρίζει την ανθρώπινη φύση, δεν οδηγεί απαραίτητα στον μηδενισμό. Είναι αποκαλυπτικά όσα περιγράφει ο Ντοστογιέφσκι για τον ήρωα του έργου του Το όνειρο ενός Γελοίου ανθρώπου. Εκεί ο ήρωας του έργου, διαπιστώνοντας ότι όλα στη ζωή του ανθρώπου είναι μείγμα αντιθέσεων (καλού κακού, λογικού παραλόγου κ.λπ. ), πληγώνεται βαθιά και κλονίζεται η πίστη του στην ίδια την ύπαρξη: «Έξαφνα νιώθω», λέει, «πως μου ήταν αδιάφορο αν ο κόσμος υπήρχε, ή αν ποτέ δεν υπήρξε τίποτε, άρχισα να αισθάνομαι με όλο μου το είναι πως δεν υπήρχε τίποτε. Στην αρχή νόμισα πως πολλά πράγματα είχαν υπάρξει στο παρελθόν, αλλά μετά κατάλαβα πως ούτε και στο παρελθόν δεν υπήρξε ποτέ τίποτα, μα πως μόνο μου είχε φανεί πως υπήρχε, για κάποιο λόγο. Σιγά - σιγά κατάλαβα πως ούτε και στο μέλλον θα υπάρχει τίποτα».

Αυτός ο μηδενισμός δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στην αυτοκτονία. Ο ήρωας του έργου αποφασίζει πράγματι να σκοτωθεί. Αλλά, εκεί που πήγαινε να πραγματοποιήσει το σχέδιο του, ένα κοριτσάκι τρεμάμενο και τρομαγμένο, που για κάποια αιτία βρισκόταν σε απόγνωση, του ζήτησε βοήθεια, και ο «γελοίος άνθρωπος» αλλάζει σχέδιο. Αυτό που τον κάνει να βρει νόημα στην παράλογη, κατά τα άλλα, ύπαρξη είναι η συνάντηση του Άλλου. Ο Άλλος είναι αυτός που δίνει την υπέρβαση του μηδενισμού. Ο Ντοστογιέφσκι μας φέρνει στο χείλος του γκρεμού, αλλά δεν μας αφήνει στο κενό. Αυτό που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί είναι η ύπαρξη του Άλλου.

Αυτή η ύπαρξη του Άλλου, που δίνει νόημα στην ύπαρξη, δεν είναι ούτε οι αρετές ούτε οι κακίες του Άλλου, δηλαδή η ηθική -είναι αυτή και μόνο η ύπαρξή του. Ηθικά, ο Άλλος είναι ένα παράλογο, ένα μείγμα αντιθέσεων καλού και κακού. Θα ήταν γελοίο να τον προσεγγίσουμε ως ηθική υπόσταση. Μόνον η ύπαρξή του, γυμνή από κάθε ηθική ιδιότητα, δίνει νόημα και στη δική μας ύπαρξη. Αν αξίζει να υπάρχουμε, να μην αυτοκτονήσουμε, να μη γελοιοποιηθούμε, είναι γιατί υπάρχει ο Άλλος.

Αλλά για τον Ντοστογιέφσκι ο Άλλος, όπως εμφανίζεται στο Όνειρο ενός Γελοίου, δεν είναι απλώς μια υπόσταση, ένα ον. Είναι μια ύπαρξη που υποφέρει. Αυτό είναι το ιδιάζον χαρακτηριστικό του ντοστογιεφσκικού υπαρξισμού. Η υπέρβαση του μηδενισμού, αυτό που δίνει νόημα στην ύπαρξή μας, είναι για τον Ντοστογιέφσκι η αποδοχή της οδύνης. Για τον Ντοστογιέφσκι υπάρχει μία και μόνη επιλογή αντί της αυτοκτονίας για τον άνθρωπο. Την εκφράζει ο Ιβάν Καραμάζοβ με το δίλημμα: ή τον σταυρό ή την αγχόνη. «Αύριο», λέει, «το σταυρό μα όχι το ικρίωμα. Όχι, δεν θα κρεμαστώ. Δεν θα μπορούσα ποτέ να αυτοκτονήσω». Και όπως λέει ο διάβολος στον Ιβάν, «οι άνθρωποι υποφέρουν, αλλά ζουν, ζουν μια ζωή πραγματική, όχι φανταστική, γιατί το να υποφέρεις είναι ζωή».

Για τον Ντοστογιέφσκι η οδύνη και το πάθος έχουν μεταφυσικό περιεχόμενο, υπάρχει μια «μεταφυσική της οδύνης». Ο Ρασκόλνικοβ στο Έγκλημα και Τιμωρία γονατίζει μπροστά στη Σόνια και της φιλάει τα πόδια λέγοντας: «Γονάτισα όχι μπροστά σου, αλλά μπροστά σε όλη την ανθρωπότητα που υποφέρει». Και ο Ζωσιμάς εξηγεί το ότι γονάτισε μπροστά στον Ντιμίτρι Καραμάζοβ με τα λόγια: «γονάτισα χθες μπροστά στα όσα πρόκειται να υποφέρει (ο Ντιμίτρι)».

Αυτή η «μεταφυσική της οδύνης» δημιουργεί ένα ερώτημα: μήπως τελικά για τον Ντοστογιέφσκι ο Σταυρός είναι το έσχατο, το ύψιστο αγαθό; Μήπως έχομε μια «ηθική του Σταυρού», στην οποία η οδύνη εσχατολογοποιείται, γίνεται η ίδια μέρος της Βασιλείας του Θεού η ακόμα και της ίδιας της ζωής της Αγίας Τριάδος, κάτι σαν τον «Πάσχοντα Θεό» του Moltmann; Μια τέτοια τάση φαίνεται να υπάρχει στη ρωσική παράδοση και να είναι ίσως μέρος της ίδιας της ρωσικής ψυχής. Το βλέπομε αυτό στη θεολογική σκέψη του Μπουλγκάκοβ ή ακόμα και του μακαριστού Γέροντα Σωφρονίου του Essex. Είναι άραγε αυτό αληθινό και για τον Ντοστογιέφσκι;

Άλλοι, βαθύτεροι γνώστες του Ντοστογιέφσκι, θα πρέπει να απαντήσουν στο ερώτημα αυτό. Προσωπικά, έχω τη γνώμη ότι, ενώ ο Σταυρός και η οδύνη είναι για τον Ντοστογιέφσκι η μόνη, αληθινή και αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα μέσα στην ανθρώπινη ύπαρξη, το μόνο αντίδοτο στη γελοιότητα της ηθικής που αγνοεί το παράλογο της συνύπαρξης μέσα στον ίδιο άνθρωπο του καλού και του κακού, εντούτοις δεν είναι για τον Ρώσο συγγραφέα το έσχατο μεταφυσικό αγαθό. Το έσχατο μεταφυσικό αγαθό είναι γι’ αυτόν η υπέρβαση της οδύνης, όχι η οδύνη καθαυτή. Ο Σταυρός είναι η μόνη αληθινή πραγματικότητα στην ύπαρξη, αλλά όχι και η έσχατη.

Στο τέλος του τμήματος που επιγράφεται: «Οι δοκιμασίες μιας ψυχής» στους αδελφούς Καραμάζοβ, ο Ντιμίτρι βλέπει ένα τρομερό όνειρο. Στα κατάλοιπα ενός καμένου χωριού μια χωρική γυναίκα προσπαθεί να ξεφύγει και να σωθεί, και δίπλα της ένα βρέφος που υποφέρει από την πείνα προσπαθεί να θηλάσει από το ξερό στήθος της μητέρας του. Τότε ο Ντιμίτρι, γράφει ο Ντοστογιέφσκι, «αισθάνθηκε ένα αίσθημα οίκτου, που ποτέ άλλοτε δεν το είχε νιώσει, να ανεβαίνει στην καρδιά του, να θέλει να κλάψει, να κάνει κάτι για όλους αυτούς, έτσι ώστε το βρέφος να μην κλαίει πια, η μαύρη και κάτισχνη μάνα του να μη δακρύζει, να μην υπάρχουν πια απ' εδώ και πέρα δάκρυα». Έτσι ο Ντοστογιέφσκι οραματίζεται το έσχατο αγαθό πέρα από την οδύνη. Ο Σταυρός πρέπει να ξεπεραστεί από την ανάσταση. Δεν έχει θέση στη Βασιλεία τού Θεού ο πόνος. Η αγάπη αγκαλιάζει την οδύνη, όχι για να της δώσει μεταφυσικό περιεχόμενο, αλλά για να τη μετατρέψει σε χαρά. Ο Ντοστογιέφσκι δεν το λέγει, αλλά το υπονοεί: η Θεία ευχαριστία είναι πρόγευση της χαράς, όχι της λύπης -ούτε καν της χαρμολύπης.

Είπαμε ότι οι ήρωες τού Ντοστογιέφσκι είναι μείγμα καλού και κακού και ότι μάταια θα αναζητούσαμε ανάμεσά τους τον ηθικά τέλειο. Η οδύνη είναι η μόνη αλήθεια που με την αποδοχή της, ιδιαίτερα στο πρόσωπο τού Άλλου, υπερβαίνομε το μηδενισμό και καταλαβαίνομε ότι αξίζει να υπάρχομε. Άλλα πέρα από όλα αυτά, εκείνο που δίνει νόημα στην ύπαρξη είναι η ανάσταση.

«Ώστε στ' αλήθεια λέει η θρησκεία πως όλοι μας θα σηκωθούμε από τους νεκρούς και θα ξαναζήσουμε και θα ξαναδούμε πάλι ο ένας τον άλλο;

»Το δίχως άλλο θ' αναστηθούμε... Και χαρούμενα, εύθυμα θα διηγηθούμε ο ένας στον άλλο όσα γίνανε... Απάντησε ο Αλιόσα.

— Αχ πόσο όμορφα θα είναι τότε, ξέφυγε του Κόλια.

— Και τώρα λοιπόν ας τελειώσουμε τους λόγους κι ας πάμε στο τραπέζι της παρηγοριάς... Να μας τώρα που πηγαίνουμε χέρι με χέρι».

Η ανάσταση, το τραπέζι της ευχαριστίας, η κοινωνία της αγάπης -να το ύψιστο αγαθό για τον Ντοστογιέφσκι. Αυτό είναι το αποκορύφωμα τού τελευταίου, τού πιο μεγάλου έργου του. Ίσως αν ζούσε περισσότερο, να μας περιέγραφε τη Βασιλεία με την ίδια γλαφυρότητα που μας περιέγραψε το Σταυρό στην ανθρώπινη ύπαρξη.



Το πρόβλημα της ελευθερίας

Αν το καλό και το κακό αποτελούν ένα μείγμα στην ανθρώπινη ύπαρξη, αυτό οφείλεται σε έναν και μόνο λόγο, κατά τον Ντοστογιέφσκι: στο ότι η πιο μεγάλη δύναμη που κυβερνά και κατευθύνει την ανθρώπινη ύπαρξη είναι η ελευθερία. «Πώς, λοιπόν, φαντάστηκαν», ρωτάει ο ήρωας του Υπογείου, «όλοι αυτοί οι σοφοί ότι ο άνθρωπος έχει ανάγκη από μια λογική και τίμια θέληση; Και πώς τους κάπνισε να βρουν ότι ο άνθρωπος έχει ανάγκη να ποθεί κατά τρόπο λογικό και ωφέλιμο; Ο άνθρωπος μόνο ένα πράγμα έχει ανάγκη: να είναι η θέλησή του εντελώς ανεξάρτητη, όσο κι αν του στοιχίζει αυτή του η ανεξαρτησία, όσες κι αν είναι οι κακές συνέπειες που συνεπάγεται αυτό».

Ο Ντοστογιέφσκι συνδέει αυτή τη δίψα του ανθρώπου για την ελευθερία άμεσα με το πρόβλημα της ηθικής. Λέγει και πάλι ο ήρωας του Υπογείου: «Νομίζω ότι ο καλύτερος ορισμός του ανθρώπου είναι ο ακόλουθος: ον δίποδο και αχάριστο. Μα αυτό δεν είναι όλο. Δεν είναι αυτό το μεγαλύτερό του ελάττωμα. Το μεγαλύτερο του ελάττωμα είναι η επίμονη ανηθικότητά του. Επίμονη από τότε που έγινε ο κατακλυσμός ως την εποχή μας. Η ανηθικότητα, και επομένως ο παραλογισμός: γιατί ξέρουμε χρόνια και χρόνια τώρα ότι ο παραλογισμός γεννιέται μονάχα από την ανηθικότητα. Ρίξτε μια ματιά στην ιστορία... Ένα μόνο πράγμα δεν μπορείτε να πείτε: ότι κυβερνά τον άνθρωπο η λογική... Και να τι συναντά κανείς κάθε φορά: παρουσιάζονται στον κόσμο άνθρωποι πολύ ηθικοί, φρόνιμοι, σοφοί και φιλάνθρωποι, που θέτουν σαν σκοπό της ζωής τους να γίνουν, αν μπορούν, φρόνιμοι και ηθικοί. Θα 'λεγες πως θέλουν να χρησιμέψουν σαν παράδειγμα στο γείτονά τους και να του αποδείξουν ότι μπορεί πραγματικά να ζήσουμε σαν άνθρωποι ηθικοί και φρόνιμοι. Μα τι γίνεται κατόπιν; Είναι γεγονός αποδεδειγμένο ότι, αργά η γρήγορα, πολλοί από τους φιλάνθρωπους αυτούς στο τέλος της ζωής τους διαψεύδουν τους εαυτούς τους και αφήνουν πίσω τους υλικό για ανέκδοτα, πολύ επιλήψιμα καμιά φορά». Για τον Ντοστογιέφσκι λογική και ηθική είναι αλληλένδετα, και τα δυο μαζί συγκρούονται με την ελευθερία: «Αχ, κύριοι», ρωτάει ο ήρωας του Υπογείου, «ποια θέληση, λοιπόν, θα έχω, όταν τα πάντα θα είναι ένας πίνακας μονάχα, αριθμητική και δύο και δύο κάνουν τέσσερα; Είτε, λοιπόν, το θέλω είτε όχι, «δύο και δύο κάνουν τέσσερα» Είναι θέληση αυτό;».

Για τον Ντοστογιέφσκι η υποταγή της ελευθερίας στη λογική και την ηθική, όχι μόνο είναι αδύνατη αλλά και ανωφελής και επιζήμια για τον άνθρωπο. «Το δύο και δύο κάνουν τέσσερα, αυτό δεν είναι πια η ζωή, είναι η αρχή του θανάτου», λέει ο ήρωας του Υπογείου. Η ελευθερία είναι για τον Ντοστογιέφσκι αυτό που διακρίνει τον άνθρωπο από τα ζώα. «Τα μυρμήγκια έχουν ένα οικοδόμημα καταπληκτικό στο είδος του: τη μυρμηγκοφωλιά. Τα αξιοσέβαστα μυρμήγκια άρχισαν από τη μυρμηγκοφωλιά και θα τελειώσουν ασφαλώς εκεί, πράγμα που τους περιποιεί μεγάλη τιμή για την επιμονή τους και το θετικό τους πνεύμα. Ο άνθρωπος όμως... Όπως ο παίκτης του σκακιού αγαπά μόνο το παίξιμο και όχι το σκοπό του παιχνιδιού... Ενδιαφέρεται μόνο για την ίδια τη ζωή και όχι για το σκοπό της».

Εδώ αξίζει να σταθούμε λίγο, γιατί τα παραπάνω λόγια μας αποκαλύπτουν κάτι σημαντικό: τη διαφορά μεταξύ οντολογίας και ηθικής Αν τη λέξη ζωή την αντικαταστήσουμε με εκείνη του είναι, της ύπαρξης, τότε το να ενδιαφέρεται κανείς για το είναι, και όχι για το σκοπό του είναι, ισοδυναμεί με το να θεωρεί το είναι ως το ύψιστο και έσχατο αγαθό, και όχι ως μέσο για κάποιον ηθικό σκοπό. Αν τοποθετήσουμε το θέμα αυτό στα πλαίσια της θεολογίας, το καίριο ερώτημα του σκοπού της θείας ενανθρωπήσεως είναι αν ο Χριστός ήλθε για να μας κάνει καλύτερους ανθρώπους, ηθικούς κ,τ. λ. ή για να μας κάνει να υπάρχουμε. Όλη η δυτική παράδοση βλέπει την Ενανθρώπηση ως τρόπο ηθικής τελειώσεως του ανθρώπου, ενώ οι Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας εστιάζουν τον σκοπό της ενανθρωπήσεως στην υπέρβαση του θανάτου ως απειλής για το είναι του ανθρώπου (Αθανάσιος). Η ελευθερία για τον Ντοστογιέφσκι είναι οντολογικό και όχι ηθικό ζήτημα: ο άνθρωπος δεν ενδιαφέρεται για το πώς θα χρησιμοποιήσει την ύπαρξή του ή πώς θα τη βελτιώσει, αλλά γι’ αυτή την ίδια την ύπαρξή του. Γι’ αυτό, όπως στην περίπτωση του Κυρίλοβ στους Δαιμονισμένους, αλλά και σε άλλες περιπτώσεις, ο Ντοστογιέφσκι ωθεί το θέμα της ελευθερίας στα υπαρξιακά του άκρα: ελευθερία σημαίνει ή να αποδεχθείς την ύπαρξη ως δώρο Κάποιου (του Θεού) ή να αρνηθείς την ίδια σου την ύπαρξη (να αυτοκτονήσεις), αν θέλεις να μην αποδεχτείς τον Θεό (δηλαδή να κάνεις τον εαυτό σου Θεό).

Όλα στον Ντοστογιέφσκι παίζονται στο οντολογικό και όχι στο ηθικό επίπεδο. Ο άνθρωπος δεν θέλει να θυσιάσει το είναι για το εύ είναι. Και ο Χριστός δίνοντάς του ελευθερία, και όχι ψωμί ή δύναμη ή καλοπέραση, σκανδαλίζοντας έτσι τον Μέγα Ιεροεξεταστή στη γνωστή σκηνή των Αδελφών Καραμάζοβ, σέβεται την θεόσδοτη αυτή επιθυμία του ανθρώπου. Αλλά και στους Πατέρες της Εκκλησίας, (όπως π. χ. ο άγιος Μάξιμος), σκοπός της υπάρξεως δεν είναι απλώς το είναι, αλλά το εύ είναι. Η ελευθερία συνίσταται στην απόρριψη ή την αποδοχή του είναι της ύπαρξης.

Αλλά αν τελικά ο άνθρωπος ασκώντας την ελευθερία του επιλέξει το είναι αντί του μη είναι, δηλαδή της αυτοκτονίας ή του μηδενός, αυτό που επιλέγει για τον Ντοστογιέφσκι δεν είναι παρά το είναι του έσχατου παραλογισμού, δηλαδή την οδύνη και το πάθος. Γράφει πάλι στο Υπόγειο: «και γιατί είστε πεπεισμένοι πως ο άνθρωπος έχει ανάγκη μόνο από εκείνο που είναι κανονικό και θετικό, και πως μόνη η ευτυχία είναι χρήσιμη για τον άνθρωπο; Λέτε ο άνθρωπος αγαπά μόνο την ευτυχία; Μα ίσως να αγαπά άλλο τόσο τον πόνο. Και μπορεί ο πόνος να του είναι τόσο χρήσιμος όσο και η ευτυχία... Ο πόνος; Μα είναι και η μόνη αιτία της συνείδησης... Η συνείδηση βρίσκεται πολύ πιο πάνω από το δύο και δύο κάνουν τέσσερα... Όσο οπισθοδρομικό και αν φαίνεται, σίγουρα (ο πόνος) αξίζει περισσότερο από το τίποτε».

Για ν' αποφύγει, λοιπόν, κανείς το «τίποτε», το μηδέν, το μη είναι, την αυτοκτονία, πρέπει να επιλέξει το είναι ως πόνο. Ο Ντοστογιέφσκι δίνει την εντύπωση ότι είναι μαζοχιστής. Είναι, λοιπόν, καλό πράγμα ο πόνος; Οι έννοιες του καλού και του κακού δεν έχουν θέση. Αυτό που ενδιαφέρει τον Ντοστογιέφσκι είναι το αληθινό, όχι το ηθικό. Η αλήθεια είναι ότι όλη η ύπαρξη είναι διαποτισμένη από τον πόνο. Αυτό που προβληματίζει έντονα τον Ντοστογιέφσκι είναι η ύπαρξη του πόνου, και μάλιστα του άδικου πόνου, όπως τον βλέπομε στα μικρά παιδιά που κλαίνε και βασανίζονται χωρίς να φταίνε σε τίποτε. Αυτόν τον πόνο καλείται ο άνθρωπος να αγκαλιάσει και να κάνει δικό του, αν δεν θέλει να επιλέξει το μη είναι, το μηδέν.

Αλλά, όταν ο άνθρωπος επιλέξει το είναι ως πόνο, δεν κάνει μια αναγκαστική επιλογή. Τότε, και μόνον τότε, ασκεί αληθινά την ελευθερία του. Και τότε, και μόνον τότε, η ελευθερία ταυτίζεται όχι με το μηδέν, αλλά με την αγάπη. Ο Ντοστογιέφσκι γίνεται έτσι ο θεολόγος της αγάπης. Σύμφωνα με τα λόγια του Γέροντα Ζωσιμά, αληθινή αγάπη είναι το «να κάνεις τον εαυτό σου υπεύθυνο για όλα τα ανθρώπινα όντα και για τον κόσμο ολόκληρο».

Δεν χρειάζεται πολλή προσπάθεια για να ανακαλύψει κανείς στις ιδέες αυτές του Ντοστογιέφσκι τη μορφή του Χριστού. Ο Ντοστογιέφσκι θεολογεί χωρίς να το λέγει. Και θεολογεί Ορθοδόξως, σύμφωνα με την παράδοση των μαρτύρων και των οσίων. Ας συνοψίσομε τη σκέψη του υπό το φως της θεολογίας.



Η σκέψη τού Ντοστογιέφσκι συνοπτικά

Ο Ντοστογιέφσκι μάχεται την ηθική για ένα και μόνο λόγο: διότι, όπως και η λογική, στερεί τον άνθρωπο από το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό του, χάρη στο οποίο διαφέρει από τα ζώα, δηλαδή την ελευθερία. Αυτή είναι η «εικόνα του Θεού» στον άνθρωπο και η εικόνα αυτή με τίποτε δεν εξαλείφεται. Ο άνθρωπος πάντοτε θα επιζητεί την ελευθερία, όσες ευεργεσίες και αν του προσφέρει η λογική και η ηθική.

Η ελευθερία δεν είναι για τον Ντοστογιέφσκι αυτό που στη δυτική φιλοσοφία επικράτησε να λέγεται επιλογή μεταξύ του καλού και του κακού. Μια τέτοια επιλογή είναι για τον Ντοστογιέφσκι γελοία, διότι το καλό και το κακό είναι ανάμεικτα στην ανθρώπινη ύπαρξη. Η ελευθερία είναι κάτι οντολογικό, είναι η απόρριψη ή αποδοχή της ίδιας της ύπαρξης μας.

Εάν ο άνθρωπος, ασκώντας την ελευθερία του, απορρίψει την ύπαρξη, δεν έχει άλλη επιλογή από την αυτοκτονία. Αν, αντιθέτως, αποδεχτεί την ύπαρξη, τότε δεν έχει άλλη επιλογή από το να την αποδεχτεί όπως αληθινά είναι, δηλαδή ως (παράλογη) οδύνη, ως Σταυρό. Αυτό ακριβώς συνέβη στην Ενανθρώπηση του Κυρίου.

Η αποδοχή του Σταυρού σημαίνει ταύτιση με όλους τους πάσχοντας, ανάληψη ευθύνης για όλο τον πόνο της κτίσεως, ταύτιση μέχρι θανάτου. Μόνον έτσι επέρχεται η λύτρωση από το κακό, όχι με την ηθική και τη λογική, αλλά με την αγάπη που αυτοθυσιάζεται. Δεν πρόκειται περί μαζοχισμού, διότι δεν πρόκειται για αυτοϊκανοποίηση του θυσιασμένου. Πρόκειται για την διαπίστωση ότι ο μόνος δρόμος για να νικηθεί το κακό και ο ίδιος ο θάνατος είναι να τα υποστεί κανείς εκούσια, και τούτο προς χάρη των άλλων.

Έτσι ο Ντοστογιέφσκι, ασφαλώς όχι τυχαία, επιλέγει ως προμετωπίδα του μεγάλου έργου του το ευαγγελικό ρητό: «εάν μη ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γην αποθάνη, αυτός μόνος μένε εάν δε αποθάνη, καρπόν πολύν φέρει». Ο Σταυρός δεν είναι αυτοσκοπός. Τελικός σκοπός είναι η ανάσταση. Αλλά δεν φθάνει κανείς εκεί παρά περνώντας από το Σταυρό.

Ο Ντοστογιέφσκι ασκεί με τον τρόπο αυτό την πιο βαθιά και πειστική κριτική στη δυτική παράδοση, που πίστεψε ότι με τον ορθό λόγο, την ορθή πράξη (ηθική) και την αποτελεσματική οργάνωση του κόσμου θα εξαλείψει το κακό. Ολόκληρος ο 20ος αιώνας με τους πολέμους και τη φρίκη της απανθρωπιάς του απέδειξε πόσο δίκαιο είχε ο Ντοστογιέφσκι στην κριτική αυτή.

Το μήνυμά του υπήρξε προφητικό και εξακολουθεί να είναι τέτοιο.
Ο Ντοστογιέφσκι είναι, πάνω από όλα, θεολόγος. Αντλεί από τη μοναστική, κυρίως, παράδοση της Εκκλησίας μας αλλά και αποπνέει το άρωμα της ευχαριστιακής κοινωνίας. Αλλά, ας το ομολογήσουμε με λύπη, η σύγχρονη Ορθόδοξη Εκκλησία μας και η θεολογία της δείχνουν να προτιμούν συχνά τη λογική και ηθική του Μεγάλου Ιεροεξεταστή.

Ο ΛΕΩΝ ΤΟΛΣΤΟΪ ΣΑΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΤΗΣ ΡΩΣΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ(Μέρος Πρώτο)

Η αντιπαράθεση του ονόματος του μεγάλου λογοτέχνη με μια επανάσταση που δεν την κατάλαβε καθόλου, κι απ’ την οποία στεκόταν παράμερα, μπορεί από πρώτη ματιά να φανεί παράξενη και τεχνητή. Γιατί δεν μπορείς, βέβαια, να ονομάσεις καθρέφτη κάτι που είναι φανερό πως δεν αντανακλά σωστά ένα φαινόμενο. Μα η επανάστασή μας είναι ένα φαινόμενο εξαιρετικά σύνθετο. Μέσα στη μάζα των ανθρώπων που άμεσα την πραγματοποιούσαν και έπαιρναν μέρος σ’ αυτήν υπάρχουν πολλά κοινωνικά στοιχεία που επίσης δεν καταλάβαιναν καθόλου το τι συνέβαινε και τα οποία επίσης στέκονταν παράμερα από τα πραγματικά ιστορικά καθήκοντα που έβαζε μπροστά τους η πορεία των γεγονότων. Και εφόσον έχουμε να κάνουμε μ’ έναν πραγματικά μεγάλο λογοτέχνη, αυτός δεν μπορούσε παρά να καθρεφτίσει στα έργα του έστω και μερικές από τις ουσιαστικές πλευρές της επανάστασης.

Ο νόμιμος ρωσικός τύπος που είναι γεμάτος από άρθρα, γράμματα και σχόλια με την ευκαιρία του ιωβιλαίου των 80-χρονων του Τολστόι, λιγότερο από κάθε άλλο ενδιαφέρεται για την ανάλυση των έργων του από την άποψη του χαρακτήρα της ρωσικής επανάστασης και των κινητήριων δυνάμεών της. Όλος αυτός ο τύπος είναι μέχρι αηδίας γεμάτος από υποκρισία δύο ειδών: επίσημη και φιλελεύθερη. Η πρώτη είναι η χοντροκομμένη υποκρισία των πουλημένων κοντυλοφόρων, που χτες είχαν εντολή να κατατρέχουν τον Λ. Τολστόι, μα σήμερα να ψάχνουν να βρουν σ’ αυτόν πατριωτισμό και να προσπαθούν να τηρήσουν τα προσχήματα μπροστά στην Ευρώπη. Το ότι οι τέτοιου είδους κοντυλοφόροι έχουν πληρωθεί για τα γραφόμενά τους είναι πασίγνωστο, και αυτοί δεν είναι σε θέση να εξαπατήσουν κανέναν. Πολύ πιο ραφιναρισμένη και γι’ αυτό πολύ πιο βλαβερή και επικίνδυνη είναι η υποκρισία των φιλελεύθερων. Ακούγοντας τους καντέτους Μπαλαλάϊκιν* της «Ρετς» θαρρείς πως νιώθουν την πιο μεγάλη και την πιο θερμή συμπάθεια για τον Τολστόι. Στην πραγματικότητα, ο υπολογισμένος στόμφος και οι πομπώδεις φράσεις για το μεγάλο «θεοαναζητητή» δεν είναι τίποτε άλλο από καθαρή ψευτιά, γιατί ο ρώσος φιλελεύθερος ούτε στον τολστοϊκό θεό πιστεύει, ούτε και για την τολστοϊκή κριτική του σημερινού καθεστώτος αισθάνεται συμπάθεια. Κολλάει σ’ ένα δημοφιλές όνομα για να πολλαπλασιάσει το μικρό του πολιτικό κεφάλαιο, για να παίζει το ρόλο ηγέτη της πανεθνικής αντιπολίτευσης, προσπαθεί με τις ηχηρές και τις πομπώδεις φράσεις να πνίξει την ανάγκη να δοθεί μια σαφής και καθαρή απάντηση στο ερώτημα: από τι προκαλούνται οι χτυπητές αντιφάσεις του «τολστοϊσμού», ποιες ελλείψεις και αδυναμίες της επανάστασής μας εκφράζουν;

Οι αντιφάσεις στα έργα, στις αντιλήψεις, στις θεωρίες, στη σχολή του Τολστόι είναι πραγματικά χτυπητές. Από τη μια μεριά, ένας μεγαλοφυής λογοτέχνης που έδωσε όχι μόνο απαράμιλλες εικόνες της ρωσικής ζωής, αλλά και πρώτης τάξης έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Από την άλλη μεριά ένας τσιφλικάς, ζηλωτής του Χριστού. Από τη μια μεριά μια εξαιρετικά ισχυρή, πηγαία και ειλικρινής διαμαρτυρία ενάντια στην κοινωνική ψευτιά και απάτη• από την άλλη μεριά, ένας «τολστοϊκός», δηλ. ένα εξαντλημένο υστερικό άβουλο πλάσμα, που λέγεται ρώσος διανοούμενος και που, χτυπώντας δημόσια το στήθος του, λέει: «Είμαι ένας άθλιος, είμαι ένας σιχαμερός, αλλά καταγίνομαι με την ηθική αυτο-τελειοποίηση. Δεν τρώω πια κρέας και τρέφομαι τώρα με κεφτεδάκια από ρύζι». Από τη μια μεριά, αμείλικτη κριτική της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, ξεσκέπασμα της κυβερνητικής βίας, της κωμωδίας της δικαιοσύνης και της κρατικής διοίκησης, αποκάλυψη όλου του βάθους των αντιθέσεων ανάμεσα στην αύξηση του πλούτου και των επιτεύξεων του πολιτισμού και στην αύξηση της αθλιότητας, της αποκτήνωσης και των βασάνων των εργατικών μαζών• από την άλλη μεριά, το φανατικό κήρυγμα της «μη αντίστασης στο κακό» με τη βία. Από τη μια μεριά, ο πιο νηφάλιος ρεαλισμός, ξέσχισμα των κάθε λογής προσωπείων• από την άλλη μεριά, προπαγάνδιση ενός από τα πιο ποταπά πράγματα που υπάρχουν στον κόσμο, δηλαδή: της θρησκείας, τάση να βάλει στη θέση των επίσημα διορισμένων παπάδων, παπάδες από πεποίθηση, δηλ. καλλιέργεια της πιο ραφιναρισμένης και γι’ αυτό εξαιρετικά αποκρουστικής παπαδοκρατίας. Στ΄αλήθεια:
Είσαι και φτωχιά, είσαι και πλούσια.
Είσαι και ισχυρή, είσαι και ανίσχυρη.
-Μανούλα Ρωσία!
Ότι με τέτοιες αντιφάσεις ο Τολστόι δεν μπορούσε να καταλάβει καθόλου ούτε το εργατικό κίνημα και το ρόλο του στην πάλη για το σοσιαλισμό, ούτε τη ρωσική επανάσταση, είναι ολοφάνερο. Οι αντιφάσεις, όμως στις απόψεις και στις θεωρίες του Τολστόι δεν είναι κάτι το τυχαίο, αλλά έκφραση των αντιφατικών συνθηκών, στις οποίες βρισκόταν η ρωσική ζωή του τελευταίου τρίτου του ΧΙΧ αιώνα. Το πατριαρχικό χωριό, που μόλις χθες είχε απελευθερωθεί από τη δουλοπαροικία, είχε παραδοθεί κυριολεκτικά στο έλεος του κεφαλαίου και του δημόσιου ταμείου. Τα παλιά θεμέλια του αγροτικού νοικοκυριού και της αγροτικής ζωής, θεμέλια, που πραγματικά είχαν αντέξει αιώνες, συντρίφτηκαν με ασυνήθιστη ταχύτητα. Και τις αντιφάσεις στις αντιλήψεις του Τολστόι πρέπει να τις κρίνουμε όχι από την άποψη του σύγχρονου εργατικού κινήματος και του σύγχρονου σοσιαλισμού (μια τέτοια εκτίμηση είναι, φυσικά, απαραίτητη, αλλά δεν είναι αρκετή), μα από την άποψη της διαμαρτυρίας ενάντια στο επερχόμενο καπιταλισμό, ενάντια στο ρήμαγμα των μαζών και στο άρπαγμα της γης τους, διαμαρτυρία που δεν μπορούσε παρά να τη γεννήσει το πατριαρχικό ρωσικό χωριό. Ο Τολστόι είναι γελοίος σαν προφήτης που ανακάλυψε νέες συνταγές για τη σωτηρία της ανθρωπότητας, και γι’ αυτό είναι εντελώς αξιοθρήνητοι οι ξένοι και ρώσοι «τολστοϊκοί» που θέλησαν να μετατρέψουν σε δόγμα την πιο αδύνατη ακριβώς πλευρά της διδασκαλίας του. Ο Τολστόι είναι μεγάλος, σαν εκφραστής των ιδεών και των διαθέσεων που διαμορφώθηκαν στα εκατομμύρια της ρωσικής αγροτιάς, τον καιρό που ζύγωνε η αστική επανάσταση στη Ρωσία. Ο Τολστόι είναι πρωτότυπος, γιατί το σύνολο των αντιλήψεών του, παρμένων σαν μια ενότητα, εκφράζει ακριβώς τις ιδιομορφίες της επανάστασής μας σαν αγροτικής αστικής επανάστασης. Απ’ αυτή την άποψη, οι αντιφάσεις στις αντιλήψεις του Τολστόι είναι ο πραγματικός καθρέφτης των αντιφατικών συνθηκών, στις οποίες ήταν τοποθετημένη η ιστορική δράση της αγροτιάς στην επανάστασή μας. Από τη μια μεριά, οι αιώνες του δουλοπαροικιακού ζυγού και οι δεκαετίες της επιταχυμένης ύστερα από τη μεταρρύθμιση οικονομικής καταστροφής συσσώρευσαν βουνά μίσους, οργής και απεγνωσμένης αποφασιστικότητας. Η τάση να σαρώσουν συθέμελα και την επίσημη εκκλησία, και τους τσιφλικάδες, και την τσιφλικάδικη κυβέρνηση, να εξαλείψουν όλες τις παλιές μορφές και κανονισμούς της γαιοκτησίας, να ξεκαθαρίσουν τη γη, να δημιουργήσουν στη θέση του αστυνομικο-ταξικού κράτους μια κοινότητα ελεύθερων και ισότιμων μικροχωρικών, αυτή η τάση διαπερνάει απ’ άκρη σ’ άκρη το κάθε ιστορικό βήμα των αγροτών στην επανάστασή μας. Και είναι αναμφισβήτητο ότι το ιδεολογικό περιεχόμενο των γραπτών του Τολστόι αναποκρίνεται πολύ περισσότερο σ’ αυτή την αγροτική τάση, παρά στον αφηρημένο «χριστιανικό αναρχισμό», όπως χαρακτηρίζουν κάποτε το σύστημα των απόψεών του.

*Μπαλαλάϊκιν-πρόσωπο από το έργο «Σύγχρονο ειδύλλιο» του Μ.Ε. Σαλτικόφ-Στσεντρίν.Σημ.μετ.

ΛΕΝΙΝ: Για τον Τολστόι (Μέρος Δεύτερο)

Posted in Οι κλασσικοί για την τέχνη on 28/07/2015 by mauroflight
Οι αντιφάσεις των αντιλήψεων του Τολστόι δεν είναι αντιφάσεις της προσωπικής του μόνο σκέψης, αλλά αντανάκλαση των εξαιρετικά πολύπλοκων, αντιφατικών συνθηκών, των κοινωνικών επιδράσεων, των ιστορικών παραδόσεων, που καθόριζαν την ψυχολογία των διαφόρων τάξεων και των διαφόρων στρωμάτων της κοινωνίας της Ρωσίας στην περίοδο μετά τη μεταρρύθμιση, όμως πριν την επανάσταση.

Και γι’ αυτό ο Τολστόι μπορεί να εκτιμηθεί σωστά μόνο από τη σκοπιά του σοσιαλδημοκρατικού προλεταριάτου, μόνο από τη σκοπιά της τάξης εκείνης, που με τον πολιτικό της ρόλο και με τον αγώνα της τον καιρό της πρώτης εκδήλωσης των αντιθέσεων αυτών, τον καιρό της επανάστασης απόδειξε ότι έχει την αποστολή να είναι ο ηγέτης του αγώνα για την ελευθερία του λαού και για την απελευθέρωση των μαζών από την εκμετάλλευση, απόδειξε την απεριόριστη αφοσίωσή της στην υπόθεση της δημοκρατίας και την ικανότητά της να παλέψει ενάντια στο στενό πνεύμα και στην ασυνέπεια της αστικής (συμπεριλαμβανομένης και της αγροτικής) δημοκρατίας.

Ρίξτε μια ματιά στην εκτίμηση που κάνουν για τον Τολστόι οι κυβερνητικές εφημερίδες. Χύνουν κροκοδείλια δάκρυα και διαβεβαιώνουν ότι σέβονται το «μεγάλο συγγραφέα» και ταυτόχρονα υπερασπίζουν την «ιερά» σύνοδο. Ενώ οι άγιοι πατέρες μόλις πριν λίγο διέπραξαν μια εξαιρετικά σιχαμερή προστυχιά, στέλνοντας παπάδες στον ετοιμοθάνατο για να εξαπατήσουν το λαό και να πουν ότι ο Τολστόι «μετανόησε». Η Ιερά Σύνοδος αφόρησε τον Τολστόι. Τόσο το καλύτερο. Το κατόρθωμά της αυτό θα παρθεί υπόψη, όταν θα έρθει η ώρα που ο λαός θα κανονίσει τους λογαριασμούς του με τους ρασοφόρους υπαλλήλους, με τους εν Χριστώ χωροφύλακες, με τους σκοτεινούς ιεροεξεταστές που υποστήριζαν τα πογκρόμ κατά των εβραίων και τους άλλους άθλους της μαυροεκατονταρχίτικης τσαρικής συμμορίας.

Ρίξτε μια ματιά στην εκτίμηση που κάνουν για τον Τολστόι οι φιλελεύθερες εφημερίδες. Οι εφημερίδες αυτές πάνε να ξεφύγουν με κενές, ρουτινιασμένες-φιλελεύθερες, κοινότυπες-καθηγητικές φράσεις για «φωνή της πολιτισμένης ανθρωπότητας», για «ομόφωνη απήχηση στον κόσμο», για «ιδέες της αλήθειας, του καλού» κτλ. για τις οποίες τόσο μαστίγωνε ο Τολστόι –και μαστίγωνε με το δίκιο του- την αστική επιστήμη. Δεν μπορούν να πουν καθαρά και ξάστερα τη γνώμη τους για τις απόψεις του Τολστόι σχετικά με το κράτος, την εκκλησία, την ατομική ιδιοκτησία γης, τον καπιταλισμό, όχι γιατί τους εμποδίζει η λογοκρισία• αντίθετα, η λογοκρισία τούς βοηθάει να βγουν από τη δυσκολία! Αλλά γιατί κάθε μια θέση της κριτικής του Τολστόι είναι και ένας μπάτσος κατά του αστικού φιλελευθερισμού• γιατί και μόνο ο άφοβος, ο ειλικρινής, ο αμείλικτα αυστηρός τρόπος που ο Τολστόι βάζει τα πιο επίμαχα, τα πιο δύσκολα ζητήματα της εποχής μας χτυπά άμεσα τις στερεότυπες φράσεις, τις κοινότυπες υπεκφυγές, τα παρελκυστικά «πολιτισμένα» ψέματα της φιλελεύθερης και (φιλελευθεροναροντνικίστικης) δημοσιολογίας. Οι φιλελεύθεροι είναι μ’ όλη τους τη δύναμη ενάντια στη σύνοδο, και ταυτόχρονα είναι υπέρ… των βεχιστών, με τους οποίους «μπορεί να διαφωνεί κανείς», με τους οποίους όμως «πρέπει» να συζεί μ’ ένα κόμμα, «πρέπει» να δουλεύει μαζί τους στη φιλολογία και στην πολιτική. Και τους βεχιστές τούς ασπάζεται ο Αντόνι Βολίνσκι.

Οι φιλελεύθεροι προβάλλουν σε πρώτη γραμμή το ότι ο Τολστόι είναι «μια μεγάλη συνείδηση». Μήπως αυτό δεν είναι κενή φράση που την επαναλαβαίνουν σε χίλιους τόνους και η «Νόβογε Βρέμια» και όλοι οι όμοιοί της; Μήπως αυτό δεν δείχνει ότι παρακάμπτουν τα συγκεκριμένα εκείνα ζητήματα της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού, που έβαλε ο Τολστόι; Μήπως αυτό δεν προβάλλει σε πρώτη γραμμή εκείνο που εκφράζει τις προλήψεις του Τολστόι και όχι τη διάνοιά του, εκείνο που ανήκει στο παρελθόν και όχι στο μέλλον, την άρνηση από μέρους του της πολιτικής και το κήρυγμά του για ηθική αυτοτελειοποίηση και όχι τη θυελλώδη διαμαρτυρία του ενάντια σε κάθε ταξική κυριαρχία;

Πέθανε ο Τολστόι και πέρασε στο παρελθόν η προεπαναστατική Ρωσία, που η αδυναμία και η ανικανότητά της εκφράζονται στη φιλοσοφία και περιγράφονται στα έργα του μεγαλοφυή καλλιτέχνη. Στην κληρονομιά του όμως υπάρχει ένα πράγμα που δεν πέρασε στο παρελθόν, ένα πράγμα που ανήκει στο μέλλον. Την κληρονομιά αυτή την παίρνει και πάνω στην κληρονομιά αυτή δουλεύει το προλεταριάτο της Ρωσίας. Το προλεταριάτο θα εξηγήσει στις μάζες των εργαζομένων και των εκμεταλλευομένων τη σημασία της κριτικής του Τολστόι για το κράτος, την εκκλησία, την ατομική ιδιοκτησία γης όχι για να περιοριστούν οι μάζες στην αυτοτελειοποίηση και τους αναστεναγμούς για μια υποφερτή ζωή, αλλά για να σηκωθούν και για να καταφέρουν ένα καινούργιο χτύπημα ενάντια στην τσαρική μοναρχία και στην τσιφλικάδικη γαιοκτησία, που το 1905 μόλις υπομονεύθηκαν ελαφρά και που πρέπει να εκμηδενιστούν. Το προλεταριάτο θα εξηγήσει στις μάζες την κριτική του Τολστόι για τον καπιταλισμό, όχι για να περιοριστούν οι μάζες σε κατάρες κατά του κεφαλαίου και της εξουσίας του χρήματος, αλλά για να μάθουν σε κάθε βήμα της ζωής τους και της πάλης τους να στηρίζονται στις τεχνικές και κοινωνικές κατακτήσεις του καπιταλισμού, να μάθουν να συσπειρώνονται στην ενιαία στρατιά των εκατομμυρίων σοσιαλιστών αγωνιστών που θα ανατρέψουν τον καπιταλισμό και θα δημιουργήσουν τη νέα κοινωνία, όπου δεν θα υπάρχει εξαθλίωση του λαού και εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.

«Σοτσιάλ-Ντεμοκράτ» αρ. φύλ. 18, 16 (29) του Νοέμβρη 1910. Δημοσιεύεται σύμφωνα με το κείμενο της εφημερίδας «Σοτσιάλ-Ντεμοκράτ».

ΛΕΝΙΝ: Για τον Τολστόι (Μέρος Πρώτο)

Posted in Οι κλασσικοί για την τέχνη on 27/07/2015 by mauroflight
Πέθανε ο Τολστόι. Η παγκόσμια σημασία του σαν καλλιτέχνη, η παγκόσμια φήμη του σαν στοχαστή και κήρυκα, αντικαθρεπτίζουν, η κάθε μια με τον τρόπο της, την παγκόσμια σημασία της ρωσικής επανάστασης.

Ο Λ.Ν. Τολστόι έκανε την εμφάνισή του σαν μεγάλος καλλιτέχνης ακόμη και από τον καιρό της δουλοπαροικίας. Σε πολλά μεγαλοφυή έργα που έγραψε στο διάστημα των πενήντα και πάνω χρόνων της φιλολογικής του δράσης, περιέγραψε κυρίως την παλιά, την προεπαναστατική Ρωσία, που εξακολουθούσε να μένει και ύστερα από το 1861 σε κατάσταση μισοδουλοπαροικίας, τη Ρωσία του χωριού, τη Ρωσία του τσιφλικά και του αγρότη. Ο Λ. Τολστόι, περιγράφοντας την περίοδο αυτής της ιστορικής ζωής της Ρωσίας, κατόρθωσε να βάλει στα έργα του τόσο μεγάλα ζητήματα, κατόρθωσε να φτάσει σε τέτοιο καλλιτεχνικό ύψος, που τα έργα του πήραν μια από τις πρώτες θέσεις στην παγκόσμια λογοτεχνία. Η εποχή της προετοιμασίας της επανάστασης σε μια από τις χώρες που δυναστεύονταν από τους φεουδάρχες πρόβαλε, χάρη στο μεγαλοφυές φώτισμά της από τον Τολστόι, σαν ένα βήμα προς τα μπρος στην καλλιτεχνική ανάπτυξη όλης της ανθρωπότητας.

Ο Τολστόι-καλλιτέχνης είναι γνωστός σε μια ελάχιστη μειοψηφία ακόμη και στη Ρωσία. Για να γίνουν τα μεγάλα του έργα πραγματικό κτήμα όλων, χρειάζεται αγώνας και αγώνας ενάντια στο κοινωνικό καθεστώς που καταδίκασε εκατομμύρια και δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπους στην αμάθεια, στην αποβλάκωση, στη δουλειά κατέργου και στην εξαθλίωση• χρειάζεται η σοσιαλιστική επανάσταση.

Και ο Τολστόι δεν έδωσε μόνο λογοτεχνικά έργα, που πάντα θα τα εκτιμούν και θα τα διαβάζουν οι μάζες, όταν θα δημιουργήσουν ανθρώπινες συνθήκες ζωής για τον εαυτό τους, αφού ανατρέψουν το ζυγό των τσιφλικάδων και των καπιταλιστών, αλλά κατόρθωσε με υπέροχη δύναμη να μεταδώσει την ψυχολογία των πλατιών μαζών που καταπιέζονται από το σημερινό καθεστώς, να περιγράψει την κατάστασή τους, να εκφράσει το αυθόρμητο αίσθημά τους, αίσθημα διαμαρτυρίας και αγανάκτησης.

Ο Τολστόι που ανήκε κυρίως στην εποχή 1861-1904, ενσάρκωσε με καταπληκτική παραστατικότητα στα έργα του –και σαν καλλιτέχνης και σαν στοχαστής και κήρυκας- τα χαρακτηριστικά της ιστορικής ιδιομορφίας όλης της πρώτης ρωσικής επανάστασης, τη δύναμη και την αδυναμία της.

Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά γνωρίσματα της επανάστασής μας είναι ότι ήταν αγροτική αστική επανάσταση σε μια εποχή πολύ μεγάλης ανάπτυξης του καπιταλισμού σ’ όλο τον κόσμο και σχετικά μεγάλης ανάπτυξής του στη Ρωσία. Ήταν αστική επανάσταση, γιατί το άμεσο καθήκον της ήταν η ανατροπή της τσαρικής απολυταρχίας, της τσαρικής μοναρχίας κα η κατάργηση της τσιφλικάδικης γαιοκτησίας και όχι η ανατροπή της κυριαρχίας της αστικής τάξης. Η αγροτιά ειδικά δεν κατανοούσε αυτό το τελευταίο καθήκον, δεν κατανοούσε τη διαφορά του από τα πιο κοντινά και άμεσα καθήκοντα του αγώνα. Και ήταν αγροτική αστική επανάσταση, γιατί οι αντικειμενικές συνθήκες έβαζαν σε πρώτη γραμμή το πρόβλημα της αλλαγής των βασικών συνθηκών ζωής της αγροτιάς, της συντριβής της παλιάς μεσαιωνικής γαιοκτησίας, «του καθαρίσματος του εδάφους» για τον καπιταλισμό, γιατί οι αντικειμενικές συνθήκες πρόβαλαν στο στίβο τη λίγο-πολύ ανεξάρτητη ιστορική δράση των αγροτικών μαζών.

Στα έργα του Τολστόι εκφράστηκε και η δύναμη και η αδυναμία, και η ισχύς και η στενότητα ακριβώς του μαζικού κινήματος των αγροτών. Η φλογερή, η γεμάτη πάθος, πολλές φορές αμείλικτα αυστηρή διαμαρτυρία του ενάντια στο κράτος και την αστυνομική-επίσημη εκκλησία δίνει την ψυχολογία της πρωτόγονης αγροτικής δημοκρατίας, στην οποία οι αιώνες του δουλοπαροικιακού καθεστώτος, της υπαλληλοκρατικής ασυδοσίας και ληστείας, του εκκλησιαστικού ιησουϊτισμού, της απάτης και αγυρτείας συσσώρευσαν βουνά οργής και μίσους. Η αδιάλλακτη άρνηση από μέρους του της ατομικής ιδιοκτησίας γης δίνει την ψυχολογία των αγροτικών μαζών σε μια ιστορική στιγμή που η παλιά μεσαιωνική γαιοκτησία και των τσιφλικάδων και του δημοσίου είχε γίνει αφόρητο εμπόδιο για την παραπέρα ανάπτυξη της χώρας, και που η παλιά αυτή γαιοκτησία, ήταν αναπόφευκτα καταδικασμένη στην πιο απότομη και ανελέητη καταστροφή. Το ακατάπαυστο και γεμάτο από βαθύτατο αίσθημα και φλογερότατη αγανάκτηση κατηγορώ του ενάντια στον καπιταλισμό δίνει όλη τη φρίκη του πατριαρχικού αγρότη που πάνω του ρίχνεται ένας καινούργιος, αόρατος, ακατανόητος εχθρός, που έρχεται κάπου απ’ την πόλη ή κάπου από το εξωτερικό, καταλύοντας όλα τα «θεμέλια» της ζωής του χωριού, φέρνοντας μαζί του πρωτοφανέρωτη καταστροφή, εξαθλίωση, λιμοκτονία, βαρβαρότητα, πορνεία, σύφιλη, όλα τα δεινά της «εποχής της πρωταρχικής συσσώρευσης», επαυξημένα στο εκατονταπλάσιο με τη μεταφορά στο ρωσικό έδαφος των νεότατων τρόπων ληστείας, που επεξεργάστηκε ο κύριος Κουπόν.

Ο φλογερός όμως διαμαρτυρόμενος, ο γεμάτος πάθος κατήγορος, ο μεγάλος κριτικός έδειξε ταυτόχρονα στα έργα του μια τέτοια έλλειψη κατανόησης των αιτίων της κρίσης και των μέσων για την απαλλαγή από την επερχόμενη κρίση στη Ρωσία, που θα ταίριαζε μόνο σ’ ένα συγγραφέα με ευρωπαϊκή μόρφωση. Ο αγώνας ενάντια στο δουλοπαροικιακό και αστυνομικό κράτος, ενάντια στη μοναρχία, μετατρεπόταν στα έργα του σε άρνηση της πολιτικής, κατέληγε στη διδασκαλία της «μη αντίστασης στο κακό», οδήγησε στην ολοκληρωτική απομάκρυνσή του από τον επαναστατικό αγώνα των μαζών το 1905-1907. Ο αγώνας ενάντια στην επίσημη εκκλησία ταυτιζόταν με την κήρυξη μιας νέας, αποκαθαρμένης θρησκείας, δηλαδή ενός νέου, αποκαθαρμένου, ραφιναρισμένου δηλητηρίου για τις καταπιεζόμενες μάζες. Η άρνηση της ατομικής ιδιοκτησίας γης δεν οδηγούσε στη συγκέντρωση όλου του αγώνα ενάντια στον πραγματικό εχθρό, ενάντια στην τσιφλικάδικη γαιοκτησία και το πολιτικό όργανο της εξουσίας της, δηλ. τη μοναρχία, αλλά σε ονειροπαρμένους, αόριστους, ανίσχυρους αναστεναγμούς. Το κατηγορώ του ενάντια στον καπιταλισμό και τα δεινά που φέρνει στις μάζες ανακατευόταν με μια τελείως παθητική στάση απέναντι στην παγκόσμια απελευθερωτική πάλη που κάνει το διεθνές σοσιαλιστικό προλεταριάτο.

Ο έσω δαίμονας και ο κοινός βίος

anna-karenina-picture02
Σπάνια μια ταινία καταφέρνει να μεταφέρει ένα σπουδαίο μυθιστόρημα στην οθόνη χωρίς να προδώσει το περιεχόμενό του ή, έστω, να το ελαφρύνει, και ταυτόχρονα να προσφέρει καθαρή κινηματογραφική ομορφιά. Η Αννα Καρένινα του Τζό Ράιτ το καταφέρνει: η μνημειώδης τοιχογραφία του Τολστόι κεντρίζει τον νου και την καρδιά, η μεγάλη λογοτεχνία είναι παρούσα, σεναριοποιημένη από τον Τομ Στόπαρντ, ενώ ταυτόχρονα ξεχειλίζει η αμιγής κινηματογραφική απόλαυση.
Ναι, πράγματι, δεν είναι παρόντα όλα τα μοτίβα και οι επιμέρους ιστορίες, όλοι οι επιμέρους χαρακτήρες του ποταμού των 1.200 σελίδων· δεν χωράνε σε 130 λεπτά φιλμ. Αλλά διασώζεται το ουσιώδες: το πνεύμα και η διερώτηση του τολστοϊκού έργου. Ποιος ο πυρήνας της αγάπης, ποια η δύναμη της συγχώρεσης; Τι είναι κανονικό, αποδεκτό, και τι έκκεντρο, καταστροφικό; Ποια είναι τα όρια; Μέχρι πού μπορεί να φτάσει η ατομική πραγμάτωση, η προσωπική ευτυχία, χωρίς να καταστρέφει την ευτυχία του άλλου; Και τα λοιπά.
Leo_TolstoyΟ Τολστόι, ο ιδιοσυγκρασιακός χριστιανός, ο ασκητής, ο αφουγκραστής της γης και των καταφρονεμένων, o ειρηνόφιλος και αναρχικός, είναι παρών, σε κάθε φράση, και ιδίως στο πρόσωπο του Λέβιν, που αναζητεί την εσωτερική ειρήνη και την δημιουργική πλήρωση στη γη, στην αγάπη, στην Κίτυ. Αλλά είναι παρών και στη θυελλώδη Αννα Καρένινα, που την αρπάει το πάθος και τη συντρίβει· μια γυναίκα που αιωρείται ανάμεσα στη Εμμα Μποβαρύ και την Τζέην Εϊρ, ανάμεσα στην αστή μοιχαλίδα και την ελεύθερη ανεξάρτητη γυναίκα. Τρεις γάμοι και επτά πρόσωπα, διασταυρούμενα μες στις αμφιβολίες και τα διλήμματα, αναζητώντας δύσκολες απαντήσεις σε οδυνηρά ερωτήματα. Στο φόντο, η κοινωνία, η ιστορία, η μετάβαση.
Οι πιο εύστοχες απαντήσεις έρχονται από τις απλές καρδιές: από τον χωριάτη επιστάτη του Λέβιν, από τη νεαρή Κίτυ· στα απέραντα ρωσικά σταροχώραφα, και στην κορυφαία ίσως σκηνή της ταινίας: όταν η νεαρή αρχόντισσα και η καταφρονεμένη πόρνη πλένουν και μυρώνουν το σώμα του ξέπνοου ρέμπελου, υπό το σιγανό μουρμουρητό ενός λαϊκού τραγουδιού. Είναι η ταπείνωση και το μεγαλείο στο μεταίχμιο ζωής και θανάτου, εκεί όπου η πράξη και η στάση παραμερίζουν τον λόγο και τη σκέψη. Είναι η σκηνή όπου ο Τζο Ράιτ συλλαμβάνει το μέγεθος του τολστοϊκού σύμπαντος και το αποδίδει με σπάνια κινηματογραφική ομορφιά, ζωγραφίζοντάς το χωρίς λεζάντες.
Αυτή είναι η μεγάλη αρετή του σκηνοθέτη: δεν εξιστορεί με λόγια, αλλά με εικόνες, χρησιμοποιώντας στο πολυεδρικό του αφήγημα το μπαλέτο, το χοροθέατρο, τη ζωγραφική, τα ταμπλώ βιβάν, τη μουσική και τον ήχο, το μοντάζ, κοστούμια και χρώματα, τολμηρούς αφηγηματικούς διασκελισμούς ― το σινεμά εντέλει. Η προχωρημένη τεχνική του σημερινού σινεμά χρησιμοποιείται με δεξιοτεχνία αλλά και οικονομία· ο ιλιγγιώδης ρυθμός προέρχεται από τον σημερινό κόσμο του εικονιστικού πληθωρισμού, αλλά εδώ δεν χρησιμοποιείται για εντυπωσιασμό, αλλά για να πυκνώσει η αφήγηση και να παραμεριστούν οι συμβάσεις, για να αγγίζει διαρκώς ο θεατής-αναγνώστης τον πνευματικό πυρήνα του έργου, τη συναισθηματική ζάλη και τον υπαρξιακό πυρετό, τις ηθικές συγκρούσεις, τα αγωνιώδη ερωτήματα. Με αυτό τον πολυπρισματικό τρόπο συντίθενται συναρπαστικές σκηνές σαν τον χορό της Καρένινα με τον Βρόνσκι ή σαν την εξωλεκτική συνομιλία σμιξίματος του Λέβιν με την Κίτυ. Το σινεμά του Ράιτ σε τέτοιες στιγμές θυμίζει το θεατρικό-κινηματογραφικό-μουσικό-ζωγραφικό πολυθέαμα του σπουδαίου Νοτιοαφρικανού καλλιτέχνη Ουίλιαμ Κέντριτζ.
Η κινηματογραφική Αννα Καρένινα του Τζό Ράιτ πετυχαίνει διττά: αφενός, θυμίζει τι μπορεί να κάνει το σινεμά σήμερα, όχι μόνο σαν εκφραστικό μέσον αλλά και σαν φορέας του υψηλού για το ευρύ κοινό· αφετέρου, δείχνει τον Τολστόι συναρπαστικό και επίκαιρο, δείχνει πόσο δραστική εξακολουθεί να είναι η μεγάλη λογοτεχνία, ακόμη και διασκευασμένη και περιληπτική. Δείχνει ακόμη ότι τα μεγάλα έργα τέχνης απ’ τις πρώτες κορυφώσεις της νεωτερικότητας, οι πρισματικές αφηγήσεις του μεταίχμιου, εξακολουθούν να είναι ζωντανά, καυτά, ενάμιση αιώνα μετά ―Καρένινα, Τζέην Εϊρ, Σταυρόγκιν. Ο Τολστόι, επιπλέον, ενώπιον του οδυνηρού μεταίχμιου προσφέρει σαν διέξοδο μια ουτοπία, τόσο δύσκολη, τόσο συνταρακτική, τόσο επίκαιρη: την αγάπη και τη συγχώρεση, τη συμφιλίωση του έσω δαίμονα με τον έλλογο κοινό βίο.

Πόση γη χρειάζεται ένας άνθρωπος ?


Μια από τις ιστορίες του Λέων Τολστόι, είναι μικρή ιστορία αυτή έχει τον τίτλο «Πόση γη χρειάζεται ένας άνθρωπος;» Η ιστορία μιλάει για έναν αγρότη, τον Παχόμ που ο ίδιος απόκτησε περιουσία και τα υπάρχοντα του τα πολλά, άναψαν μέσα του μια επιθυμία να αποκτήσει όλο και πιο πολλά.
_____________________________________________
"Η τύχη το έφερε και συνάντησε ο Παχόμ έναν άλλο αγρότη που ήρθε από πάνω από τον Βόλγα και επίσης έναν πλανόδιο έμπορο που ταξίδευε από μέρος σε μέρος. Από αυτούς, λοιπόν, ο Παχόμ έμαθε για απέραντες εκτάσεις γης που μπορούσε να τις αποκτήσει καθένας για «ένα κομμάτι ψωμί» όπως λέμε, από κάποιους που έμεναν πολύ μακριά, και ήταν νομάδες, είχαν ζώα και μετακινούνταν από μέρος σε μέρος. Αυτούς τους έλεγαν «Μπασκίρς.»
Μια και δυο λοιπόν ο Παχόμ ξεκίνησε, ταξίδεψε και έφτασε σε εκείνη την μακρινή γη. Το έδαφος ήταν παρθένο και απαλό σαν την παλάμη του ανθρώπου και μαύρη όπως ο σπόρος της παπαρούνας, και το χορτάρι έφτανε ψηλά ως το στήθος.
«Και ποια είναι η τιμή;» ρώτησε ο Παχόμ.
«Η τιμή μας είναι πάντοτε η ίδια: χίλια ρούβλια την ημέρα» του απάντησαν
Ο Παχόμ δεν καταλάβαινε.
«Την ημέρα; Τι είδους τιμή είναι αυτή; Πόση έκταση είναι αυτό;»
«Δεν ξέρουμε να το υπολογίσουμε» είπε ο αρχηγός τους.
«Το πουλάμε με την ημέρα. Όσο μπορείς να περπατήσεις σε μια μέρα, όσο σε πηγαίνουν τα πόδια σου και αντέχεις για μια μέρα να πηγαίνεις, είναι δικό σου, και η τιμή είναι πάντα χίλια ρούβλια.»
Ο Παχόμ έχασε τη μιλιά του από την έκπληξη.
«Ναι,» είπε, «αλλά σε μια μέρα μπορώ να προλάβω να περπατήσω και να καλύψω ένα τεράστιο μέρος από γη.»
Ο αρχηγός τους γέλασε.
«Θα είναι όλο δικό σου!» του είπε. «Αλλά υπάρχει ένας όρος. Θα πρέπει την ίδια μέρα να επιστρέψεις στο μέρος από το οποίο ξεκίνησες. Αν δεν επιστρέψεις στο μέρος από όπου ξεκίνησες, τα λεφτά σου είναι χαμένα».
Εκείνο το βράδυ ο Παχόμ δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Όμως πριν χαράξει αποκοιμήθηκε και άρχισε να ονειρεύεται. Ονειρευόταν πως ήταν σε μια δικιά του σκηνή και πως άκουσε να γελούν απ’ έξω. Τόλμησε και βγήκε έξω και είδε τον αρχηγό των Μπασκίρς να κάθεται έξω από την σκηνή και να κρατά την κοιλιά του από τα γέλια και να κυλίεται γύρω-γύρω γελώντας. Καθώς πλησίασε πιο κοντά κατάλαβε πως δεν ήταν ο αρχηγός των Μπασκίρ αλλά εκείνος ο πλανόδιος έμπορος που είχε συναντήσει στην δική του γη, και σαν είδε ακόμη πιο καλά κατάλαβε πως ήταν ο αγρότης που είχε βρει, που είχε έρθει πάνω από τον Βόλγα. Αλλά τελικά δεν ήταν ούτε αυτός, ήταν ο διάβολος ο ίδιος με κέρατα και πόδια ζώου, με οπλές που τα κτυπούσε κάτω ελαφρά. Μπροστά από τον διάβολο ήταν ξαπλωμένος ένας ξυπόλυτος άνδρας που φορούσε μόνο παντελόνι και πουκάμισο.
Και καθώς ονειρευόταν ο Παχόμ, πήγε πιο κοντά να δει τι άνθρωπος ήταν αυτός, και διαπίστωσε πως ήταν νεκρός και πως ήταν… ο εαυτός του!
Τρομοκρατημένος ο Παχόμ πετάχτηκε επάνω. «Τι μπορεί να ονειρεύεται ο άνθρωπος!» σκέφτηκε.
Ο Παχόμ έφτασε στην πεδιάδα εκείνη που είχαν συμφωνήσει καθώς ο ουρανός άρχιζε να κοκκινίζει. Έβαλε τα χίλια ρούβλια στο γούνινο καπέλο του αρχηγού που το είχε βάλει στο χώμα, και ξεκίνησε. Το βήμα του δεν ήταν ούτε αργό, ούτε γρήγορο. Όσο όμως περπατούσε στην γη έκανε πιο μεγάλα βήματα γιατί η γη σε κάθε βήμα που έκανε φαίνονταν και πιο ωραία. Μάλιστα σε μια προσπάθεια να συμπεριλάβει μέσα ένα πολύ ωραίο λιβάδι, πήγε πολύ μακριά πριν να βάλει το σημάδι που είχε μαζί του, και να αρχίσει να γυρίζει πίσω. Έτσι κύλησε η μέρα και τώρα βιαζόταν και περπατούσε πραγματικά γρήγορα κάτω από τον καυτό ήλιο που όμως είχε αρχίσει να δύει.
Κατακουρασμένος αφού έκανε κύκλο τέτοια μεγάλη έκταση ο Παχόμ γύριζε πίσω στο λοφάκι από όπου είχε ξεκινήσει περπατώντας με δυσκολία, σέρνοντας τα πόδια του. Το στήθος του ανεβοκατέβαινε σαν των παλιών σιδεράδων το φυσερό, η καρδιά του χτυπούσε σαν σφυρί, τα πόδια του άρχιζαν σιγά-σιγά να τον εγκαταλείπουν. Σε λίγο έβλεπε ο Παχόμ τον λόφο και τους Μπασκίρς να του φωνάζουν.
Και ο Τολστόι κλείνει την ιστορία:
«Ο Παχόμ κοίταξε τον ήλιο που είχε αγγίξει την γη. Η μια πλευρά του είχε ήδη χαθεί. Με όση δύναμη του απέμενε βιάστηκε τόσο πολύ που έγερνε το κορμί του μπρος τα εμπρός ίσα-ίσα που τα πόδια του ακολουθούσαν ώστε να μην πέσει. Με το που άγγιξε τον λοφίσκο ξαφνικά σκοτείνιασε. Κοίταξε ψηλά, ο ήλιος είχε ήδη δύσει! Φώναξε με αγωνία: «όλος μου ο κόπος πήγε χαμένος,» και ενώ σκεφτόταν να σταματήσει άκουσε τους Μπασκίρς να του φωνάζουν και θυμήθηκε πως αν και για αυτόν που ήταν χαμηλά ο ήλιος είχε δύσει, για αυτούς όμως που ήταν στην κορυφή ο ήλιος ακόμη φαινόταν. Παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, ανέβηκε πάνω στον λόφο. Εκεί ήταν ακόμη φως. Και καθώς έφτασε στην κορυφή είδε τον σκούφο. Δίπλα από αυτόν καθόταν ο αρχηγός γελώντας και έχοντας τα χέρια στη μέση του. Πάλι ο Παχόμ θυμήθηκε το όνειρό του και έβγαλε μια κραυγή. Τα πόδια του τον εγκατέλειψαν, έπεσε μπροστά και άρπαξε το καπέλο (με τα ρούβλια) στα χέρια του…-πέθανε από την υπερβολική προσπάθεια.
Ο υπηρέτης του σήκωσε μια αξίνα και έσκαψε ένα λάκκο μακρύ αρκετά για να χωράει τον Παχόμ και τον έθαψε εκεί. Έξι πόδια, όσο από το κεφάλι στις πατούσες του, τόσο του έλειπε για να φτάσει στον στόχο του.»
________________________________________
"Πόση γη χρειάζεται ένας άνθρωπος;"  Mια ιστορία με μεγάλη δύναμη και παγκόσμια απήχηση γιατί η πλεονεξία, η απληστία είναι αρρώστια που μολύνει την ψυχή όλης της ανθρωπότητας.
Όλοι βέβαια απορρίπτουν την πλεονεξία και την απληστία. Αλλά η πραγματικότητα είναι πως κάθε μέρα κάποιος κήρυκας, ή ιερέας κάπου θα κάνει την κηδεία κάποιου που ξόδεψε την ζωή του, θυσίασε τα πάντα, ακόμη και την οικογένειά του για να φτάσει στην κορυφή του λόφου του Παχόμ, για να αποκτήσει όλο και πιο πολλά.

Η επανάσταση είναι για τους πολλούς, η ανάσταση είναι για τον έναν [Τολστόι ]


(Leo Tolstoy ) Λέων Τολστόι - Ανάσταση
Η ανάσταση, και ως λέξη, ακούγεται πολύ βαριά στη σύγχρονη εποχή, εκτός του ότι παραπέμπει στο φινάλε μιας θρησκευτικής πίστης, η οποία, όπως όλες, πήρε και αυτή το δικό της μερίδιο της αμφισβήτησης. Και ναι μεν η επανάσταση αφορά πλέον χώρες του Τρίτου Κόσμου, όμως στη διαδικασία της ανάστασης μπορεί να μπει οποιοσδήποτε, σύμφωνα με την άποψη του συγγραφέα. (Μια μορφή αναστάσεως μπορεί να είναι αυτό που λέμε σήμερα αποτοξίνωση, όχι από ουσίες, αλλά από έναν τρόπο ζωής και μια κατάσταση ψυχής.) Είναι εντυπωσιακό το πώς τα επιχειρήματα του Τολστόι άντεξαν στον χρόνο και μοιάζουν σήμερα τόσο επίκαιρα. Χρειάστηκε να γίνει ένα τεράστιο άλμα στο βιοτικό επίπεδο του σύγχρονου κόσμου, για να τα βρει μπροστά του. «Η οικοδομή -σημειώνει κάπου ο συγγραφέας- ήταν πραγματικά τεράστια...
Την ώρα που υπάρχουν παιδιά που αργοπεθαίνουν από υποσιτισμό, χτίζονται τέτοια ανόητα και άχρηστα σπίτια, για κάποιον ανόητο και άχρηστο άνθρωπο...». Ενας τέτοιος άνθρωπος έγινε και ο ήρωας του έργου, όταν, όπως λέει χαρακτηριστικά, έπαψε να πιστεύει στον εαυτό του, κι άρχισε να πιστεύει στους άλλους. Πιστεύοντας στον εαυτό του, έπρεπε να λύσει το κάθε πρόβλημα, τις περισσότερες φορές αντίθετα με το εγώ του. Πιστεύοντας στον εαυτό του, υπέκειτο πάντα τα σχόλια και τις επικρίσεις των άλλων. Που σημαίνει πως η πορεία προς την ανάσταση είναι μια πορεία εντελώς μοναχική. Είναι ένα σημείο μηδέν, όπου μπορεί να φτάσει κανείς μέσα από μια προσωπική εμπειρία, η οποία, στο συγκεκριμένο έργο, έχει ως αφετηρία της τον έρωτα, και ένα πρόσωπο που, εν αγνοία του, δείχνει τον δρόμο (καμιά φορά εγκαίρως, καμιά φορά, δυστυχώς, λίγο αργά). Στην περίπτωση του Τολστόι η πραγματικότητα φωνάζει κάθε στιγμή. Ο «λαός αργοσβήνει» - γράφει. «Η υπέρμετρη εργασία των γυναικών... Η πείνα για τους γέρους»... γίνονται φορτία συσβάσταχτα για τον ήρωα, που κάποτε τα θωρούσε αναπόφευκτα στοιχεία της καθημερινότητας, τότε που μετατράπηκε, χωρίς να το καταλάβει, σ' έναν «διεφθαρμένο, λεπταίσθητο εγωιστή». Γιατί ο δρόμος προς την ανάσταση, κατά τον Τολστόι, ξεκινάει από την αγνότητα και επιστρέφει σ' αυτήν, αφού περάσει μέσα από τη διαφθορά και την αλλοτρίωση. Είναι σαφέστατα θρησκευτικό το έργο του Τολστόι, όπως ήταν και η ζωή του ίδιου. Αυτό όμως δεν τον εμπόδισε να διατυπώσει μια τελική άποψη, ακραία όσο και πολύ απλή: «Ο πολλαπλασιασμός του ανθρώπινου γένους είναι μονάχα η κατώτερη λειτουργία του ανθρώπου. Η ανώτατη είναι η εξυπηρέτηση κάθε ζωντανού όντος...». [2]
(Leo Tolstoy ) Λέων Τολστόι - Ανάσταση | κοινωνία , ανθρωπότητα, θεολογία
[1] Στο επικό τούτο μυθιστόρημα του Τολστόϊ παρακολουθούμε την πορεία της πνευματικής εξέλιξης του γαιοκτήμονα Νεχλιούντοφ από την ανωριμότητα που χαρακτήριζε την πρόσφατη ζωή του στην πνευματική ενηλικίωση του που επιτυγχάνεται μέσω της συναναστροφής του με ανθρώπους, καταστάσεις και ιδέες τις οποίες γνώρισε από κοντά, συμμετέχοντας στα πάθη των κατατρεγμένων συνανθρώπων, ανακαλύπτοντας το νόημα της ύπαρξης μέσα από τις ευαγγελικές διδαχές.
Όλα ξεκίνησαν από την συμμετοχή του Νεχλιούντοφ σε ένα δικαστήριο ενόρκων. Εκεί θα κληθεί να δικάσει την όμορφη πόρνη Μάσλοβα που στα νιάτα του είχε ερωτευτεί όταν εκείνη ζούσε ως καμαριέρα μαζί με τις θείες του στο καλοκαιρινό του κτήμα. Συνεπαρμένος από την ομορφιά της νεαρής Κατιούσιας θα την ερωτευτεί, ωστόσο ο διάβολος με την μορφή της σαρκικής μίξης θα τον κυριεύσει και έτσι θα γίνει το κακό σημαδεύοντας αμφότερες τις ζωές τους. Για τον Νεχλιούντοφ της ανωριμότητας «η γυναίκα είναι ένα από τα καλύτερα μέσα απόλαυσης».
Ο Τολστόϊ περιγράφει με λεπτομέρειες την ψυχολογική αλλοίωση του βασικού του χαρακτήρα, επιμένει στην μετάλλαξη του από πνευματικό άνθρωπο σε άνθρωπο-κτήνος που δεν ορρωδεί πουθενά. Περιγράφει με ενάργεια που θυμίζει ασκητικά κείμενα την επίθεση των λογισμών (¨οι άσχημες σκέψεις γεννούν όλες τις άσχημες πράξεις») που γέννησαν το αφύσικο πάθος: «το βράδυ ήταν συνέχεια ανήσυχος, άλλοτε πήγαινε στις θείες του, άλλοτε τις άφηνε και γύριζε στο δωμάτιο του και στη βεράντα με μια και μοναδική σκέψη: πώς να την ξεμονάχιαζε».Αυτός ήταν ο Νεχλιούντοφ της πρώιμης εποχής της ανωριμότητας. Μετέχοντας στο δικαστήριο που θα κρίνει την ενοχή ή μη της Κατιούσα σε έναν αμφιλεγόμενο φόνο ενός πελάτη της στον οίκο ανοχής που δούλευε, ο Νεχλιούντοφ θα έρθει αντιμέτωπος με την αληθινή κοινωνία της εποχής και το διαβρωτικό όσο και απάνθρωπο δικανικό σύστημα.
Η καταδίκη της Κατιούσα είναι αποτέλεσμα κακής εκτίμησης εκ μέρους των ενόρκων, ένα γραφειοκρατικό σφάλμα, μια αβλεψία που ουδείς θεώρησε χρήσιμο να επισημάνει στους ενόρκους. Κατάληξη του σφάλματος αυτού είναι η καταδίκη της Κατιούσα στα κάτεργα της Σιβηρίας- ήδη, ο φθαρτός κόσμος του Νεχλιούντοφ αρχίζει να καταρρέει. Δικαίωμα στη μετάνοια έχει κάθε άνθρωπος και ο Θεός παρέχει άφθονες ευκαιρίες σε κάθε αμαρτωλό και αστοχούντα για να μετανοήσει: «παρακαλούσε τον Θεό να τον βοηθήσει, να ενθρονιστεί μέσα του και να τον εξαγνίσει….ο Θεός που ζούσε μέσα του ξύπνησε στη συνείδηση του. Ένιωσε τον εαυτό του ένα με τον Θεό κι έτσι ένιωσε όχι μόνο ελεύθερος, σφριγηλός και χαρούμενος, αλλά ένιωσε και την δύναμη του καλού».Από δω και στο εξής την ζωή του Νεχλιούντοφ την προσδιορίζει ο μετανοών βίος. Συντελείται μέσα του κοσμοϊστορική αλλαγή, ο νους του φωτίζεται από την υπερφυσική χάρη. Επιθυμεί να ζήσει την ολοκληρωτική μετάνοια προσφέροντας στην κοινωνία των απόκληρων όσα μπορεί από το χέρι. Από άτομο γίνεται πρόσωπο. Η μετάνοια του αποκτά κοινωνικά χαρακτηριστικά, γίνεται κριτής των κακώς κειμένων της ρωσικής κοινωνίας της εποχής του, των σάπιων θεσμών που εξευτελίζουν τον άνθρωπο.
Ο μετανοών Νεχλιούντοφ γίνεται διαπρύσιος κήρυκας της ηθικής. Αλλάζει όχι μόνο εσωτερικά αλλά και εξωτερικά, επιθυμεί να πουλήσει τα υπάρχοντα του, να πάψει να είναι γαιοκτήμονας που εκμεταλλεύεται τους φτωχούς χωρικούς, αλλά στην προσπάθεια του αυτή συναντά το παράδοξο: οι κινήσεις του αυτές κρίνονται με επιφύλαξη από τους εργάτες της γης που δεν πιστεύουν, δεν είναι δυνατό να πιστέψουν, πως κάποιος τόσο πλούσιος εγκαταλείπει την ατομική ιδιοκτησία της γης του. Αυτό το γεγονός αλλά και η επιφύλαξη, αν όχι εχθρότητα, που συναντά από την Κατιούσα στην επιθυμία του να την παντρευτεί προκειμένου να επανορθώσει αποδεικνύουν πως η μετάνοια ως κοινωνικό γεγονός είναι εξαιρετικά δύσκολο κατόρθωμα.Στην πορεία της μετανοίας του ο Νεχλιούντοφ θα συναντηθεί με πλήθος ανθρώπων.
Ο Τολστόϊ απεικονίζει δεσμοφύλακες, κρατικούς λειτουργούς, ολόκληρο το θεσμικό κατεστημένο της εποχής του ανελέητα. Όλοι τους είναι υπηρέτες ενός συστήματος που καταπιέζει τον συνάνθρωπο τους διότι απουσιάζει η αγάπη. Κριτήριο και νόμος αυτού του συστήματος είναι ο φόβος και η εξουσία, ενώ η αγάπη και η συμπόνοια έχουν εκλείψει: «όλα προέρχονται από το γεγονός ότι οι άνθρωποι αυτοί αναγνωρίζουν σα νόμο κείνο που δεν είναι νόμος, και δεν αναγνωρίζουν σα νόμο κείνο που είναι ο αιώνιος, ο αμετάβλητος, ανεξάλειπτος νόμος, γραμμένος από τον ίδιο τον Θεό στις καρδιές των ανθρώπων». Στο κάτεργο όπου θα πάει για να βοηθήσει τους κατατρεγμένους του συστήματος, ο Νεχλιούντοφ θα συναντήσει ανθρώπους που τάχθηκαν εθελούσια, ωθούμενοι είτε από σοσιαλιστικές είτε από αναρχικές ιδέες στην ανατροπή της υφιστάμενης τάξης πραγμάτων, άλλοι όντως κινούμενοι από αγνά ιδανικά και άλλοι από καθαρή ματαιοδοξία ή φιλαυτία ή μηδενισμό. Είναι εντυπωσιακές οι σελίδες του τρίτου μέρους του έργου όπου παρουσιάζει ο Τολστόϊ αυτήν την ιδιότυπη κοινωνία των φυλακισμένων επαναστατών. Πολιτικοί και ποινικοί κρατούμενοι συνιστούν μια κοινωνία αντιθέσεων, αντιφάσεων, παθών, ηρωικών μορφών.Το τέλος του μυθιστορήματος διαπνέεται από το πνεύμα του Ευαγγελίου. Ο Τολστόϊ δωρίζει την παρακαταθήκη του στις ερχόμενες γενιές θεωρώντας την Επί του Όρους Ομιλία ως τον άξονα επί του οποίου οφείλουν να προσδιορίζονται οι ανθρώπινες και οι κοινωνικές σχέσεις.
Ο λόγος του Χριστού, για τον Τολστόϊ, είναι τόσο οξύς και κατηγορηματικός που γκρεμίζει όλες τις ανθρώπινες ευαρέσκειες και συνιστά επαναστατική ομολογία αποτυχίας κάθε ανθρώπινης προσπάθειας που τελείται δίχως την παρουσία του θεϊκού πνεύματος: «διεφθαρμένοι άνθρωποι ήθελαν να διορθώσουν άλλους διεφθαρμένους….και είναι φανερό πως δεν είναι στο χέρι ενός ανθρώπου να διορθώνει έναν άλλο άνθρωπο». Η Βασιλεία του Θεού επί της γης: αυτό είναι το πνεύμα με το οποίο επιθυμεί να ερμηνεύσει τα λόγια του Χριστού ο Τολστόϊ. Να πράττουν όλοι οι άνθρωποι κατά τις ευαγγελικές διδαχές προκειμένου να έλθει η Βασιλεία του Θεού στον κόσμο.Αυτό, λέει τώρα ο Νεχλιούντοφ, είναι το έργο της ζωής μου.
Το ζητούμενο ωστόσο είναι, και ο μέγας πειρασμός συνάμα, να μην επιθυμήσουμε την Βασιλεία του Θεού στη γη προτού διορθώσουμε τον εαυτό μας, διαφορετικά οδηγούμαστε στον «Μέγα Ιεροεξεταστή» του άλλου μεγάλου Ρώσου λογοτέχνη Ντοστογέφσκυ και εξομοιούμαστε με όσους διεφθαρμένους καταδίκαζε στο βιβλίο του ο Τολστόϊ. [1]


Πηγές:  [1] http://kirigma.wordpress.com, [2] http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=282757 (Γιώργος Νοταράς)