Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2012

ΤΟ ΒΑΛΣ ΤΩΝ ΧΑΜΕΝΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ.

Μαρτίου 20, 2007

Χατζιδάκις και το Βαλς των Χαμένων Ονείρων

Κάποιοι τον αποκαλούνε ‘Μάνο’ – εγώ δεν μπορώ. Χρειάζομαι τη απόσταση του επιθέτου για να τον προσεγγίσω. Δεν είναι ‘δικός μου άνθρωπος’ κι ας μιλά στην καρδιά μου. Είναι κάποιος που ανέβηκε σε άλλο επίπεδο για να με συμπεριλάβει. Ε, αυτός ο τύπος δεν λέγεται ‘Μάνος’. Λέγεται ‘Χατζιδάκις’. Καλύτερα, κύριος Χατζιδάκις. Όσο κρατάμε τις αποστάσεις με τους εκφραστές της καρδιάς μας και τις μεγαλοφυίες της τέχνης, τόσο έχουμε γνώση και του δικού μας μέτρου. Και δεν ισοπεδώνουμε οτιδήποτε εύκολα.

Και αρχίζω να μιλώ για το τραγούδι, που με έχει εντυπωσιάσει εδώ και χρόνια, εκφράζοντας την πιο παλιά απορία: Γιατί «Βαλς των Χαμένων Ονείρων;» Ένα καρουζέλ είναι... Εξαιρετικό βέβαια – τρυφερό σε σημείο να πονάει, αφοπλιστικά όμορφο. Μια μουσική φράση ατελείωτη – και όταν λέω ‘ατελείωτη’, εννοώ χωρίς τέλος, χωρίς κατάληξη. Παραμένει ανοιχτή. Και γι αυτό επαναλαμβάνεται, ξανά και ξανά, σαν να θέλει να συμπληρωθεί και γίνεται ‘ατελείωτη’ με την άλλη σημασία. Της ατέρμονης.

Η ίδια φράση ξανά και ξανά; Μα θα ήταν βαρετή! Κι εδώ έρχεται η δεύτερη (όχι αξιολογικά) τέχνη του μουσουργού: η ενορχήστρωση. Η μελωδία ανεβαίνει, φουντώνει, εκτινάσσεται, μέχρι που πέφτει ξανά στα μαλακά των μοναχικών πλήκτρων του πιάνου. (Είναι εκπληκτικό: αν ακούσετε με προσοχή, ενώ παίζει όλη ο ορχήστρα allegro, θα ακούσετε τις συγχορδίες της κιθάρας που πριν συνόδευαν το πιάνο). Στα παραμύθια (τέτοια είναι τα καρουζέλ) δεν υπάρχει χώρος για ακριβολογία και για λογική. Εφόσον ο ‘μάγος’ θέλει να ακούγεται η ασθενική κιθάρα δίπλα σε μια βαρβάτη ορχήστρα, κανείς δεν θα του το απαγορεύσει – και κανένας δεν θα παραξενευτεί.

Αλλά και το πιάνο (αυτά τα μαγικά δάχτυλα) ακούγονται στην αρχή, και όταν το κομμάτι ξαναπροσγειώνεται στα εξ ων συνετέθη, σαν έγχορδο.

Και τι έγχορδο; Μια λατέρνα!

Ο Χατζιδάκις μάς ξεκινάει μιλώντας για «χαμένα όνειρα» από ένα δικό μας, προσωπικό σύμβολο του 'χαμένου': μια λατέρνα. (Υπάρχει και μια επανεκτέλεση αυτού του κομματιού, αγνώστων λοιπών στοιχείων, με τίτλο ‘Λατέρνα στο Στενό’, όπου το μακρινό όργανο σε πλησιάζει, παίζει δίπλα σου και σταματάει. Σαν να σου ζητάει κέρμα ο πλανόδιος οργανοπαίχτης.) Έχει κάποια πρόσθετα στοιχεία, αλλά πάντα κυριαρχεί η ίδια μονότονη και ανοιχτή μελωδία. Μια μελωδία που ποτέ δεν ‘τελειώνει’ - πάντα κάτι χρωστάς. Ή σου χρωστάει.

Να είναι αυτό; Από τη μια η λατέρνα με την πατίνα του παλιού και χαμένου και από την άλλη η ανοιχτή, επαναλαμβανόμενη κι ‘ατελείωτη’ μελωδία; Αυτά είναι που δίνουν το αίσθημα του ανικανοποίητου και των ‘Χαμένων Ονείρων;’ Το πάντρεμα ενορχήστρωσης και αισθήματος θα το δικαιολογούσε: Όταν η ορχήστρα παίζει κρεσέντο το "ανικανοποίητο" γίνεται πιο ισχυρό, πιο επιβλητικό, σχεδόν επικό – και όταν όλα ησυχάζουν μοιάζεις να μην το σκέφτεσαι, ενώ αυτό σιγοκαίει μέσα σου βασανιστικά σαν τ’ απαλά πλήκτρα του πιάνου.

Το ‘καρουζέλ’ ταιριάζει πολύ μ’ αυτό το είδος - όχι μουσικής αλλά υπόκρουσης. Όλα τα καρουζέλ και οι μηχανικές μπαλαρίνες που γυρνάνε σε ένα τοπίο-μινιατούρα έχουν μια μικρή, επαναλαμβανόμενη μουσική.

Και κυριολεκτικά, το ταξίδι ενός καρουζέλ είναι ένα αδιέξοδο, αποτελείται από κύκλους που δεν σε πάνε πουθενά: είτε κάθεσαι σε ένα αλογάκι, είτε κοιτάς τη μηχανική μπαλαρίνα. Ποτέ δεν ‘φτάνεις’ – απλώς κάποια στιγμή χάνεται η μουσική. (Ναι, δεν ‘τελειώνει’, δεν ‘κλείνει’ – χάνεται.)

Ποιο παιδί θα πει ότι ένας κύκλος στο καρουζέλ ήταν τέλειος, είχε κατάληξη, έφτασε εκεί που επιθυμούσε; Ποιο παιδί θα έλεγε ότι δεν θέλει άλλο ένα γύρο;

Αυτή η παιδικότητα φαντασίας και ανικανοποίητου διαπερνά το έργο – μια αίσθηση ξένη στην τετράγωνη καθημερινότητα. Εδώ, κάθε κύκλος αποδίδεται ορχηστικά δηλώνοντας πως είναι χωρίς κατάληξη, πως εμπεριέχει το δικό του νόημα. Ίσως, και τη δική του φαντασίωση. Και όριο ζωής της κάθε φαντασίωσης, είναι ο κάθε της κύκλος. Και όλοι οι κύκλοι μαζί, στην πραγματικότητα, είναι απελπιστικά όμοιοι. Ένας μονότονος πόνος από ένα χαμένο όνειρο; Μια αλυσίδα χαμένων ονείρων που αφήνουν την ίδια γεύση; Διαλέγετε και παίρνετε. Θα έλεγα: ανάλογα με τη στιγμή.

Ηχητικά, ανεβαίνουμε σε ένα τέτοιο προσωπικό καρουζέλ καθώς ακούμε το κομμάτι. Γυρνάμε γύρω-γύρω και κάθε κύκλος (μουσικός; παιδικός;) είναι διαφορετικός. Και ίδιος. Όπως... τότε.
Αλλά ζούμε τους κύκλους και μέσα απ’ ένα βαλς, με τα κλασικά πέντε όγδοα: γιατί πρόκειται για ένα χορό ενηλίκων... Είμαστε πλέον μεγάλοι, έχουμε γευτεί το μήλο, έχουμε φύγει από τον Παράδεισο... Άσχετα αν είμαστε μαγεμένοι χάρη στους ήχους, αν νιώθουμε από τις αισθήσεις και αναμνήσεις σαν ξαναμμένα παιδιά. Και έτσι, να 'το πράγματι: Το Βαλς των Χαμένων Ονείρων. Για κάποιους μικρούς-μεγάλους.

Ενθυμούμενος τον παιδικό παράδεισο γεύεσαι ξανά τον αυτόν τον παράδεισο ή την κόλαση του μεγάλου; Κυριαρχεί το όνειρο ή το χάσιμό του; Η απάντηση δεν είναι εύκολη - ίσως και να μην υπάρχει.

Παραφράζοντας τον Ελύτη: «Από το τι είναι στο τι μπορεί να είναι, περνάς μια γέφυρα που σε πηγαίνει από τον Παράδεισο στην Κόλαση. Και το πιο παράξενο: έναν Παράδεισο που είναι φτιαγμένος με τα ίδια ακριβώς υλικά που είναι φτιαγμένη και η Κόλαση. Απλώς η αντίληψη για τη διάταξη των υλικών είναι που διαφέρει».

(Υπάρχει ακόμα ένα παρόμοιο έργο του Χατζιδάκι, το "Χορός Με τη Σκιά μου", τελευταίο έργο από το Χαμογελο της Τζοκόντα – όπου η γιορτή ανεβαίνει με παρόμοιους ρυθμούς και, που αν τους προσέξεις, θυμίζουν αρκετά Μεξικό. Αλλά αυτό είναι πιο έντεχνο, πιο ορχηστικό – χάνει σε αμεσότητα. Το Βαλς των Χαμένων Ονείρων είναι ένα τραγούδι γειτονιάς. Θα το διασκεύαζε – όπως και έκανε – ο μεταπολεμικός τεχνίτης της λατέρνας Αρμάο, για να ακούγεται στα στενά της Πλάκας. Καθώς ο κόσμος τελειώνει μια βραδιά και το φεγγάρι από πάνω τον κάνει να εύχεται κρυφά: ‘μακάρι να είχα κι άλλο’...)

________________________________

'Κατεβάστε' τα κομμάτια σαν mp3:

Λατέρνα στο στενό

Το Βαλς των Χαμένων Ονείρων


...ή ακούστε τα online:

Λατέρνα στο στενό


Το Βαλς των Χαμένων Ονείρων

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου