| Τι ζητάς | ![]() | ||||||||
Στίχοι:
Μάνος Ξυδούς
Μουσική:
Μάνος Ξυδούς & Παναγιώτης ΣπυρόπουλοςΖητάς το άπιαστο για να τ' αλλάξεις Ζητάς νέους έρωτες για να λουφάξεις Ζητάς ένα σύννεφο να σου καλύψει αυτά που θα έρθουνε πριν ξεκινήσεις Τι ζητάς Τι ζητάς Δική σου παράσταση να είσαι η πρώτη Τα πλήθη να κρέμονται από τον εξώστη Η τηλεόραση και η εφημερίδα να σου λένε πως εσύ είσαι η μόνη ελπίδα Τι ζητάς Τι ζητάς | Τι ζητάς από μένα αγάπη δανεική Τι ζητάς δεν έχω να δώσω Τι ζητάς αφού βλέπεις ότι δίνει η ζωή κάποια μέρα το παίρνει με τόκο Τι ζητάς Τι ζητάς Ζητάς τα παράνομα τα χάδια του νόμου Ζητάς αναγνώριση απ τους υπονόμους Δεν σ αρέσει όπως λες να το κάνεις μ' όποιον κι όποιον Μα τα χέρια σου που τρέμουν σε τελειώνουν κάθε τόσο Τι ζητάς Τι ζητάς |
Δευτέρα 29 Οκτωβρίου 2012
ΤΙ ΖΗΤΑΣ......
ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ.
ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ:
Θες γεύσεις
από γλυκιά ουσία;
Θες να ζήσουμε μαζί
την πιο τρελή ευτυχία;
Θες συνεχώς τα μάτια σου
τα μάτια μου να βλέπουν;
Θέλεις ν’ αναστήσεις όνειρα;
Στη λάσπη δεν θ’ αντέξουν.
Θες γεύσεις
από γλυκιά ουσία;
Θες να ζήσουμε μαζί
την πιο τρελή ευτυχία;
Θες δεσμά να σπάσουν
ν’ απεξαρτηθούμε;
Θέλεις στο φεγγάρι
πλάι να σταθούμε;
ν’ απεξαρτηθούμε;
Θέλεις στο φεγγάρι
πλάι να σταθούμε;
Θες κομμάτια να ενώσουν
την δύναμη να βρούμε;
Θέλεις στους ορίζοντες
να απομακρυνθούμε;
την δύναμη να βρούμε;
Θέλεις στους ορίζοντες
να απομακρυνθούμε;
Θες να ‘χεις την έμπνευση
να ‘χω εγώ την πένα;
Θέλεις να ‘μαι ξεχωριστή
μην μοιάζω με κανένα;
να ‘χω εγώ την πένα;
Θέλεις να ‘μαι ξεχωριστή
μην μοιάζω με κανένα;
Θες χίλιους παλμούς
να χτυπά η καρδιά μου;
Θέλεις να μπαίνεις
μες στ’ όνειρά μου;
να χτυπά η καρδιά μου;
Θέλεις να μπαίνεις
μες στ’ όνειρά μου;
Θες συνεχώς τα μάτια σου
τα μάτια μου να βλέπουν;
Θέλεις ν’ αναστήσεις όνειρα;
Στη λάσπη δεν θ’ αντέξουν.
Θες να ‘ρθεις να κλέψεις
πνοή απ’ το φιλί μου;
Θέλεις να είσαι μέρος
σκοπός της ζωής μου;
πνοή απ’ το φιλί μου;
Θέλεις να είσαι μέρος
σκοπός της ζωής μου;
Θες ταξίδι στον έρωτα
και πιο μακριά να πάμε;
Θέλεις στην άλλη την ζωή
κοντά σου πάλι να ‘μαι;
και πιο μακριά να πάμε;
Θέλεις στην άλλη την ζωή
κοντά σου πάλι να ‘μαι;
Θες στ’ αστέρια έναν χορό
μια νύχτα φωτεινή;
Θέλεις αργό μεθύσι
με κόκκινο κρασί;
μια νύχτα φωτεινή;
Θέλεις αργό μεθύσι
με κόκκινο κρασί;
Θες της αγάπης δάκρυ
στα χείλη σου ν’ αφήσω;
Θέλεις λόγια του πάθους
να σου ψιθυρίσω;
στα χείλη σου ν’ αφήσω;
Θέλεις λόγια του πάθους
να σου ψιθυρίσω;
Θες τον πλούτο της ψυχής
να σου χαρίσω;
Θέλεις από το πλήθος
να σε ξεχωρίσω;
να σου χαρίσω;
Θέλεις από το πλήθος
να σε ξεχωρίσω;
Θες τη συννεφιά μου
στον ουρανό να πάρεις;
Θέλεις με ροδοπέταλα
ζεστά να με σκεπάζεις;
στον ουρανό να πάρεις;
Θέλεις με ροδοπέταλα
ζεστά να με σκεπάζεις;
Θες να με παρηγορείς
μην είμαι λυπημένη;
Θέλεις ο Χειμώνας μου
να μοιάζει Καλοκαίρι;
μην είμαι λυπημένη;
Θέλεις ο Χειμώνας μου
να μοιάζει Καλοκαίρι;
Θες σε κάθε πινελιά
της Άνοιξης το χρώμα;
Θέλεις της γης αρώματα
στο δικό μου σώμα;
της Άνοιξης το χρώμα;
Θέλεις της γης αρώματα
στο δικό μου σώμα;
Θες λαμπρά σχέδια
να κάνεις για το Μέλλον;
Θέλεις να κοιτώ ψηλά
στα ίδια να μην μένω;
να κάνεις για το Μέλλον;
Θέλεις να κοιτώ ψηλά
στα ίδια να μην μένω;
Θες στην άσφαλτο ανθό
λουλούδι φυτρωμένο;
Θέλεις το πιο όμορφο ποίημα
για σένανε γραμμένο;
λουλούδι φυτρωμένο;
Θέλεις το πιο όμορφο ποίημα
για σένανε γραμμένο;
Θες μέσα απ’ τον χρόνο
να ξαναγεννηθούμε;
Θέλεις τα ίδια όνειρα
απ’ την αρχή να δούμε;
να ξαναγεννηθούμε;
Θέλεις τα ίδια όνειρα
απ’ την αρχή να δούμε;
Θες τους εφιάλτες μου
όλους να νικήσεις;
Θέλεις να πιστεύω
πως δεν θα μ’ αφήσεις;
όλους να νικήσεις;
Θέλεις να πιστεύω
πως δεν θα μ’ αφήσεις;
Θες να σε κρύψω
γλυκό μου μυστικό;
Θέλεις δύο λέξεις
ακόμη να σου πω;
γλυκό μου μυστικό;
Θέλεις δύο λέξεις
ακόμη να σου πω;
….Σ’ αγαπώ.
Ποίηση: Μαρία Πεπικίδου
Η ΡΕΜΠΕΤΙΣΣΑ -ΠΑΠΑΖΟΓΛΟΥ.
27 Οκτωβρίου 2012
H ρεμπέτισσα Αγγέλα Παπάζογλου μιλάει για τους ταγματασφαλίτες
Τα χαΐρια μας εδώ. Ονείρατα της άκαυτης και της καμένης Σμύρνης (εκδ.
Επτάλοφος-Ταμείον Θράκης, 2003) είναι μια καταγραφή της προφορικής
μαρτυρίας της Αγγέλας Παπάζογλου, από τον γιο της Γεώργιο Παπάζογλου:
για τη Σμύρνη, τον ξεριζωμό, την προσφυγιά και τη μετέπειτα ζωή της στην
Κοκκινιά. Δημοσιεύουμε σήμερα ορισμένα αποσπάσματα, στα οποία η
Παπάζογλου μιλάει για τους ταγματασφαλίτες (μας τα υπέδειξε η φίλη Ελένη
Καρασαββίδου), καθώς ο γνήσιος λαϊκός της λόγος είναι, αρκετές φορές,
πιο εύγλωττος από πολλές σελίδες αρθρογραφίας.
ΕΝΘΕΜΑΤΑ
της Αγγέλας Παπάζογλου

Ταγματασφαλίτες στον Κάλαμο της Αττικής
Ο αρχηγός τους –ηλέγανε– επί Γερμανών
ήτανε ο Ράλλης. Έτσι έλεγε ο λαός… Αυτός τα είχε όλα σοφιστεί. Δικά του
ήτανε τα τάγματα ασφαλείας — γερμανοτσολιάδες που τσι λέγανε.
«Κουκουέδες», λέει, «σκοτώνουνε. Τι
κάνετ’ έτσι; Δε σκοτώνουνε Έλληνες. Καλά τους κάνουνε… Θέλετε να σας
γκρεμίσουνε τσ’ εκκλησιές; Να σας πάρουνε τα κορίτσια; Για το καλό μας
τσι σκοτώνουνε… για νάχουμε πατρίδα κι οικογένεια και θρησκεία… γι’ αυτό
τσι σκοτώνουνε… για το καλό σας». Αν σου πω, βρε Γιώργο, ποιοι τα
λέγανε αυτά στη γειτονιά δε θα το πιστέψεις.
Στη Σμύρνη αυτό οι Τούρκοι το λέγανε «γιοκλαμά», που ζώνανε μια
περιφέρεια και στη γωνιά στεκούντανε ένας με τ’ αυτόματο κι
απαγορευούντανε να βγεις έξω από την πόρτα σου, να μη βγεις έξω, να
’μπουνε να ψάξουνε ένα ένα σπίτι… Τότε κατάλαβα πως γερμανικό θα ’ναι το
κόλπο αυτό. Ας το λέγανε οι Τούρκοι «γιοκλαμά».
Ζώνανε το μέρος τη νύχτα… Άκου ρεζίληδες…
ολόκληρος γερμανικός στρατός ε; Να ζώνει γυναικόπαιδα και άοπλους,
πεινασμένους, μισοπεθαμένους, ύστερα από τόση πείνα και μαρτύρια και
σκλαβιά. Κι αμολούσανε μες στο μπλόκο τα λυσσασμένα τα σκυλιά, αυτοί τσι
μαύροι τσι προδότες και τσι τσολιάδες του Ράλλη, και ηκάναμε τα πιο
μεγάλα αίσχη και εγκλήματα τσ’ οικουμένης.
Και σηκωνούμαστε, μάτια μου, ένα πρωί κι
ήμαστε κι εμείς μπλοκαρισμένοι. Δηλαδή τόπιαμε μέχρι τον πάτο όλο το
δηλητήριο της σκλαβιάς. Τι δηλητήριο… Ήπιαμε αναμμένα κάρβουνα. Μασήσαμε
την ίδια την φωτιά… την κατάπιαμε.
Οι Τούρκοι, όσο Τούρκοι και νάτανε, δεν
ήτανε τόσο πολύ σαν τους τσολιάδες φωτιά. Λυσσασμένοι… Αφού να
φανταστείς τι λυσσασμό είχανε, που μας μιλούσανε απ’ τα χωνιά και
λέγανε: «Πούστηδεεεεες… Πουτάνεεεες… Στείλτε τα παιδιά σας να τα
γαμήσομε… Στείλτε τα σε μας… Όποιος δε βγει από μέσα σε τρία λεπτά θα
μπούμε μέσα και θα τον εκτελέσουμε επιτόπου. Από δεκατεσσάρω χρονώ μέχρι
εξήντα, να βγούνε όλοι οι πούστηδες έξω… Οι πουτάνες οι μανάδες κι οι
γυναίκες τους κι οι αδερφές τους να μας τους φέρουνε… Εμπρός καθάρματα…
γρήγορα!».
Ο Θεός να μην το δώκει σ’ άνθρωπο ν’
ακούει από τσι Ράλληδες αυτές τσι τσολιαδίστικες φωνές… Άμα τ’ ακούσεις,
απ’ την αηδία τση προδοσίας, νομίζεις πως κιτρινίζει το αίμα σου…
Ξυράφια-ξυράφια τ’ ανιώνεις μέσα σου. Ήτανε χειρότερες αυτές οι
τσολιαδίστικες οι φωνές από σεισμό δέκα ρίχτερ… Παράθυρα… πόρτες…
ντουβάρια… Η γη όλη ηκουνήθηκε. Δε μπορούσες να σταθείς πουθενά… Απ’ τ’
αυτιά σου έμπαινε ο θάνατος μέσα σου κι έβγαινε απ’ τα νύχια των ποδιών
σου.
Ύστερα πήρα τη Ζωή και πήγαμε στο
νεκροταφείο να δούμε, και τσ’ είχανε θάψει σ’ ότι μπαίνεις αριστερά σε
ομαδικούς τάφους. Μόν’ τα πόδια τους είχανε αφήσει απόξω. Τσ’ είχανε
θαμμένους με το κεφάλι… φυτεμένους… ποιος ξέρει… μη τυχόν και ζήσει
κανένας, να σκάσει. Κι ήτανε όλα τα πόδια με τσι κάρτσες έξω… Ήτανε,
ντροπή, ξεκάρτσωτος… Κι ηγνώριζες τσι κάρτσες τ’ ανθρώπου σου, και τονε
μνημόνευες εκειδά, κι ήπεφτες απάνω και θρηνούσες, κι ηκαταριόσουνα κι
ησπάραζες.
Προδότες αφορεσμένοι… μας κάψανε… Παντού
προδότες… Στην ψυχή σου ερημιά… μοναξιά… δυστυχία και φόβος… Άδικα σε
σπιουνιέρνανε… χωρίς λόγο… Παλιάνθρωποι του κερατά. Δεν ήξερες ποιος
στην κάρφωσε. Μόνο που τώρα δε σε καρφώνανε στσι Γερμανοί, τώρα είχανε
γίνει ένα με τσ’ Εγγλέζοι. Οι ρουφιάνοι δεν έχουν αφεντικό. Συνέχεια
ρουφιανεύουνε. Το μεγαλύτερο έγκλημα από τότε πούρθαμε δώ ήτανε νάσαι
πατριώτης, τίμιος και φτωχός, εργάτης.
«Πιάστε τον», ηλέγανε, «είναι πατριώτης».
Φανερά το λέγανε: «Πιάστε τον, πάλεψε τσι Γερμανοί… Πιάστε τον.
Βασανίστε τον, φυλακώστε τον, ξορίστε τον… Εκτελέστε τον. Δεν πρέπει να
ζήσει να δει κι αύριο το πρωί αυτόν τον γαλανό ουρανό… Δεν τ’ αξίζει,
δεν είναι Έλληνας. Δεν είναι δικός μας… δεν είναι κλέφτης… δεν είναι
χαφιές… δεν είναι προδότης… (τους προδότες τους παρασημοφορούσανε)… Κι
αν γλυτώσει την εκτέλεση, ξορίστε τον και δίνετέ του δυο δραχμές τη
μέρα, και θέλει πεθάνει, θέλει ζήσει τέτοιος που είναι, αμετανόητος
πατριώτης».
ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΙΑ Ι. ΜΑΛΑΛΑ.
Η Χρονογραφία του Ιωάννη Μαλάλα
σε Επιμέλεια και Υπομνηματισμό
Γιώργου Λαθύρη,
ΠΡΩΤΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ
Εκδόσεις Ηλιοδρόμιον, Αθήνα
2001
Η Χρονογραφία του Ιωάννου Μαλάλα, που για πρώτη φορά εκδίδεται στην Ελλάδα, αν και γράφτηκε τον 6ο αιώνα μ.Χ. αποτελεί σημαντικό κείμενο για την ιστορική πορεία του Ελληνισμού και όλου του γνωστού στην εποχή του κόσμου. Το σπουδαίο είναι ότι βασίζεται σε έργα αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων συγγραφέων που έχουν απωλεσθή και πολλούς απ΄ αυτούς, τους γνωρίζουμε μόνο από το έργο αυτό, από την αναφορά που κάνει σ΄ αυτούς ο συγγραφέας της Χρονογραφίας.
Μεταξύ των άνω των εβδομήντα συγγραφέων - πηγών του Μαλάλα περιλαμβάνονται ο Ηρόδοτος , ο Ευστάθιος, ο Πυθαγόρας, ο Όμηρος, ο Ορφέας ο Μανέθων, ο Ιώσηπος, οι τραγικοί ποιητές Ευριπίδης και Σοφοκλής, ο Πορφύριος, ο Πλούταρχος αλλά και οι καθόλου γνωστοί, ως ο Μάγνος ο Καρηνός, Σέρβιος ο Ρωμαίος, Φειδαλίας ο Κορίνθιος, Φλώρος ο υπομνηματιστής του Λιβίου κ.ά.
Διαβάζοντας το κείμενο των λόγων του Μαλάλα, που ρέει εύληπτο και ενδιαφέρον και για τον αναγνώστη που δεν έχει μεγάλη τριβή στην αρχαία γλώσσα, βρίσκει ο μελετητής και ο ερευνητής ακόμα πολύτιμες πληροφορίες για άγνωστα συμβάντα ή γεγονότα της ιστορίας και νέα στοιχεία για πτυχές του παρελθόντος που θεωρούνται ως πολυσυζητημένες ή γνωστές. Έτσι το ιστορικό αυτό βιβλίο καλεί αφ΄ εαυτού σε αναψηλάφηση του παρελθόντος για επανεκτίμηση και αποκρυσταλλωμένων ήδη απόψεων.
Παρακολουθούμε την ιστορία της Ιούς και των Αργείων Ιωπολιτών, των Ιωνιτών κατά τους Σύρους, τους κτήτορες του ιερού του Κρόνου στο Σίλπιον Όρος της Συρίας. Μαθαίνουμε για την Λιβύη, την θυγατέρα της Ιούς και τον γυιό της τον Αγήνορα, κτήτορα της Τύρου και Βασιλέως της Φοινίκης, τον Βήλο, πατέρα του Αιγύπτου και του Δαναού, και τον Ενυάλιο, για την ανάρρηση Ελλήνων βασιλέων στην Αίγυπτο και την Κιλικία (κτήτορας ο Κίλιξ, γυιός του Αγήνορα) την Συρία (του παραχωρήθηκε από τον πατέρα του Αγήνορα) και την Φοινίκη (εκληροδοτήθη στον υιό του Αγήνορα, τον Φοίνικα). Επίσης θέτει ο Μαλάλας σε ιστορική βάση και την ιστορία της Ευρώπης, θυγατέρας του Αγήνορα και του βασιλέα της Κρήτης Ταύρου, αναδεικνύοντας την ελληνικότητα των εν λόγω περιοχών.
Μας διηγείται ο συγγραφέας για τα τρία ονόματα κάθε αρχαίας πόλης το τελεστικό, το ιερατικό και το πολιτικό, για την καθιέρωση της πορφύρας ως βάμματος για τους βασιλικούς μανδύες, χιτώνες και χλαμύδες στην Ελλάδα και την Ρώμη, αναδεικνύοντας την ελληνικότητα της εφεύρεσης και ανάδειξης ως σύμβολο αλλά και σε εμπορικό προϊόν ήδη και μεταξύ των Πελασγών.
Η αναφορά στο κείμενο στο γεγονός ότι ο Σύρος, γιός του Αγήνορα, συνέγραψε με φοινικικά γράμματα, αποτελεί μαρτυρία για την ελληνικότητα των γραμμάτων που ανεπτύχθησαν και χρησιμοποιήθηκαν στην Φοινίκη, χώρα Ελληνική, το πρώτον από τους Ελληνοφοίνικες του Αγήνορος και, επομένως, τα βρήκαν και υιοθέτησαν αργότερα μόνο τα σύμφωνα και οι Σημιτοφοίνικες, κατά τις ανάγκες τους. Και βεβαίως για τις ανάγκες της Ελληνικής γλώσσας των Ελληνοφοινίκων απαιτείτο το σύνολο των συμφώνων αλλά και των φωνηέντων, που οι Φοίνικες δεν εχρειάζοντο.
Τα γράμματα, φοινίκεια κληθέντα, ως εκ της χώρας όπου εδημιουργήθησαν, υπήρχαν επί του Σύρου γυιού του Αγήνορα, μαζί κατά πάσα πιθανότητα με τα στοιχεία της Γραμμικής Γραφής Β΄ των Μυκηνών και την Γραμμική Γραφή Α΄ των Μινωϊτών. Και την πληροφορία αυτή αντλούμε από τις περιγραφές στην Χρονογραφία του Μαλάλα.
Μας τεκμηριώνει η Χρονογραφία ιστορικώς τον “μύθο” του Περσέως και την κτίση της πόλεως Περσίδος και την σχέση καταγωγής των Περσών προς τον Περσέα, που της προσέδωσε το όνομα. Συγχρόνως μαθαίνουμε την ταύτιση της εν λόγω πόλεως (ιερατικό όνομα) με το Ικόνιον (πολιτικό όνομα). Σημαντικές είναι οι ετυμολογικές εξηγήσεις για την ονοματοδοσία, επίσης από τον Περσέα, της πόλεως Ταρσού: εκ του χρησμού του ιδίου αυτού ποδός, επειδή: “κατελθών εκ του ίππου εν τη λεγομένη κώμη Ανδρασώ, εκεί τον ταρσόν του ποδός έπηξεν”. Εκτός εκείνης του πολιτικού ονόματος Ταρσός ο Μαλάλας μας επεξηγεί την ετυμολογία και του ιερατικού ονόματος της εν λόγω πόλεως Παρθενόπη, η οποία σχετίζεται με την θυσία που ετέλεσε ο Περσεύς “καλέσας ούτω την τύχην της πόλεως εις αποκαθαρισμόν”.
Οι εκδιπλούμενες σχέσεις καταγωγής του Περσέως και των Ιωνιτών και η δράση τους στην Συρία, την Περσία και την Αιθιοπία ακόμη, ως τα συνδυάζει ιστορικώς ο λεπτολόγος Μαλάλας, η ερμηνεία της κεφαλής της Γοργόνας, αλλά και η ακριβής γενεαλογία και περιπλανήσεις του Κάδμου και τα γεγονότα των Θηβών επί των διαδόχων αυτού, μας αποσαφηνίζουν την ελληνική σαφώς επίδραση και παρουσία των Ελλήνων στην Μικρά Ασία και την Βόρειο Αφρική, και τα Ελληνικά Βασίλεια, ήθη και θρησκείες που μετεδόθησαν στις χώρες αυτές· χώρες οι οποίες λόγω των σχέσεων καταγωγής (λ.χ. της Κιλικίας και του κτήτορά της) από την Μητρόπολη δεν έχει ίσως νόημα να διακρίνονται οι περιοχές αυτές (ως παραδείγματος χάριν, η χώρα προέλευσης ή μετάβασης του Κάδμου), ως χώρες αμιγώς ελληνογενείς και ελληνόφρονες.
Όπως λοιπόν αναφέρουμε, τα κείμενα του Μαλάλα αποκαθιστούν την ιστορική πραγματικότητα των μύθων, συμπεριλαμβανομένων των εκστρατειών του Διονύσου προς Ινδούς, και μάλιστα ενισχύει τις διηγήσεις του με πληθώρα παραπομπών σε άλλους, ιστορικούς ή μη, συγγραφείς της αρχαιότητος, αλλά ήσαν σίγουροι ότι τα πρόσωπα και τα γεγονότα του μύθου ήσαν υπαρκτά. Και αν δούμε τις αναφορές στην Βίβλο όχι ως επιβεβλημένες από τις θρησκευτικές συνθήκες της εποχής, αλλά ως ιστορικά συγκριτικά στοιχεία, στα οποία ο Μαλάλας εμμένει, με χρονολογίες και αντιστοιχήσεις, τότε μπορούμε να καταλήξουμε, ως ο Καρολίδης: Μικρασιανή Αρία Ομοφυλία, σε διαλεύκανση πολλών “μυστηρίων” σε σχέση με την ελληνογένεια των περιοχών και των γλωσσών της Μικράς Ασίας κατ΄ αρχήν και των πέριξ της Μητροπολιτικής Ελλάδος και Μικράς Ασίας λαών και γλωσσών.
Και στην περίπτωση των Φρυγών, των Τρώων και των Αχαιών, τους οποίους ο Μαλάλας συνδέει και εξηγεί τα αίτια και τους λόγους των μεταξύ τους συμβάντων, υπογραμμίζει ο Χρονογράφος την αυτή θρησκεία και φυλετική σύσταση των αντιμαχομένων (συμμαχία Φρυγών, από Λυκίας και Λυκαονίας). Τονίζει ο Μαλάλας την συγγραφή του χρονικού των Τρωϊκών από τον σοφώτατο Δίκτυ από την Κρήτη που ακολούθησε τον Ιδομενέα τον πρόμαχο των Δαναών στην Τροία. Τέλος, μέσα από το ιστορικό αφήγημα του Μαλάλα, μας αναλύονται κρίσιμα για τον Ελληνισμό θέματα, ως η ίδρυση της Ρώμης και η επέκταση των Ελλήνων και των αντιπάλων των Τρώων στην Ιταλική Χερσόνησο αλλά και την τύχη των ελληνικών χωρών και των συμμάχων τους που είχαν λάβει μέρος σ΄ αυτήν.
Δεν πρέπει να θεωρηθούν υποδεέστερης σημασίας οι Λόγοι του Μαλάλα που αναφέρονται στην εποχή των αυτοκρατόρων Αναστασίου, Ιουστίνου, Ιουστινιανού και Ιουστίνου του Β΄, στην γένεση του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους αλλά και στην Πολιτική τους για εξάπλωση (δι΄ επιβολής) του Χριστιανισμού και στις διώξεις εναντίον της παλαιάς Θρησκείας και των ίδιων των Ελλήνων, όχι μόνον ως Θρησκείας αλλά και ως Ιδεών (κλείσιμο φιλοσοφικών Σχολών).
Σημαντική εν προκειμένω είναι η κριτική εξιστόρηση και ο σχολιασμός των γεγονότων στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και τα κράτη των Επιγόνων του Μεγάλου Αλεξάνδρου και η πάλη των θρησκειών, αρχαίας και νέας να συνυπάρξουν... και αυτό το θέμα απασχολεί τον Μαλάλα, που επεκτείνει τις αναζητήσεις του στα γειτονικά εθνικά κράτη και την πολιτική τους, όπως π.χ. των Περσών.
Ο Επιμελητής του έργου, ο κ. Γιώργος Λαθύρης, διείδε ευφυώς την σημασία της γλώσσας του Μαλάλα ως ιδιαιτέρου αντικειμένου διερεύνησης. Και όπως έπραξε και με το Λεξικό του Απολλωνίου του Σοφιστού, δεν περιορίστηκε σε μόνη την ανατύπωση του πρωτοτύπου, αλλά προέβη σε ενδελεχή και εκτεταμένη ανάλυση του λεξιλογίου του Μαλάλα, όπου έκρινε ότι θα βοηθούσε αυτή τον αναγνώστη να κατανοήσει πλήρως το πρωτότυπο κείμενο.
Ο υπομνηματισμός και οι επεξηγήσεις του Επιμελητού επί τόπου στο κείμενο, δια παρεμβολής υποσημειώσεων με ερμηνευτικά σχόλια σε κάθε ειδικής χρήσεως λέξη του συγγραφέως, και όχι απλά συνώνυμα από την ομιλούμενη σήμερα Ελληνική, επέτυχαν πλήρως, ώστε να μην χρειάζεται η απόδοση του κειμένου στην νεοελληνική, η οποία θα το αλλοίωνε ως προς την αντιστοιχία των εννοιών και την θέση των λέξεων και να οδηγηθεί ο αναγνώστης σε απευθείας, πρόσωπο με πρόσωπο, αντιμετώπιση του πρωτοτύπου, γεγονός που του επιτρέπει πολλαπλώς να ωφεληθεί και να γνωρίσει την γλώσσα της εποχής του Χρονογράφου. Και μάλιστα τις ιδιωματικές λέξεις, τους όρους της Διοίκησης και της καθ΄ ημέραν πράξεως.
Οι πραγματικές παρατηρήσεις πέραν των επεξηγήσεων (π.χ. για την τριπλή ονοματοδοσία των αρχαίων Ελληνικών Πόλεων) προσφέρει και περαιτέρω γλωσσολογικές αναλύσεις του Επιμελητού (ετυμολογικές και άλλες αναλύσεις), διευρύνοντας τις γνώσεις του αναγνώστου για τα συγκεκριμένα θέματα και εποχή. Πιστεύουμε ότι αυτός ο υπομνηματισμός και σχολιασμός του πρωτοτύπου κειμένου για την απ[ ευθείας ανάγνωσή του -έναντι μιας απόδοσης στην νεοελληνική που θα εστερείτο της τελείας αντιστοιχίσεως και ακριβείας, όπως συμβαίνει με κάθε μετάφραση ή μεταφορά σε άλλο ιδίωμα, και που θα μετέτρεπε τον αναγνώστη σε παθητικό θεατή τωνν τεκμαινομένων- και που τω όντι χρειάστηκε πολλές ώρες δουλειάς και προσοχής και αναζήτηση σε ειδικά λεξικά της Ελληνικής και της Λατινικής, σε πληθώρα ειδικών πηγών και μελετών, απαιτεί και την ενεργό συμμετοχή και πνευματική εγρήγορση του αναγνώστη και για δικές του ερμηνείες και προεκτάσεις του κειμένου.
Έτσι ο κ. Γιώργος Λαθύρης, που πάντα προτρέπει σε περαιτέρω έρευνα και θεωρεί τις αναλύσεις του , ως γνήσιος επιστήμονας και ερευνητής, ως αφετηρία μόνον για νέες έρευνες, και άλλων ερευνητών διαφορετικού επιστημονικού υποβάθρου, με σκοπό την ζήτηση και θήρευση της δυσθήρατης αλήθειας, μας προκαλεί και μας παρακινεί συνεχώς για νέο ψάξιμο. Τον ευχαριστούμε γιατί δεν βλέπει τα ιερά μας κείμενα σαν μια σχολαστική φιλολογίζουσα ενασχόληση, αλλά σαν ζωντανές σχέσεις ζωής και συναισθημάτων, σαν αφορμή για ατομική δημιουργία και καλλιέργεια.
Όσον αφορά στους υπογράφοντες, στις Υποσημειώσεις και το Γλωσσάριο, συναντήσαμε τον Επιμελητή να αναζητά όπως το συνηθίζει το βαθύτερο νόημα των λέξεων του συγγραφέα, να μην του αρκεί μια απόχρωση εννοίας, να ζητάει όλο το νοηματικό εύρος και να το αιτιολογεί. Να ανατρέχει για την κάλυψη του σκοπού αυτού στους Σχολιαστές, στον Ησύχιο, να συμπληρώνει τις σημασίες, τα συνώνυμα των λέξεων με ετυμολογικές δικές του προτάσεις. Και τούτο αποτελεί από μόνο του ανεκτίμητη προσφορά για την κατανόηση των λέξεων του κειμένου.
Έτσι στο λήμμα αναφάλας και αναφάλαντος με την επεξήγηση: ο έχων άτριχον, φαλακρόν το άνω του μετώπου μέρος της κεφαλής, ο αναγνώστης συνδυάζει το β΄ συνθετικό του όρου του Μαλάλα: φάλας με το επίθετο φαλακρός, που και σήμερα χρησιμοποιούμε στην νεοελληνική και σημαίνει πράγματι τον άτριχο, ενώ η λεπτομέρεια της θέσεως του άνευ τριχός μέλους: το άνω του μετώπου μέρος της κεφαλής, ερμηνεύει την ανάγκη και την πλήρη επάρκεια για την σύνθεσή του με την πρόθεση ανά στο πρώτο συνθετικό, που ακριβώς δηλώνει το άνω, σαφώς υπεράνω του μετώπου και του συνόλου του προσώπου, μέρος της κεφαλής. Έτσι κατανοούμε και την ακρίβεια και το μεγαλείο της αρχαίας μας γλώσσας, την περιεκτικότητα και την μονολεκτικότητά της, χωρίς περιφράσεις ή φλυαρίες. Συγχρόνως η απόδοση του λήμματος απόνοια (από και νούς), η απόγνωσις, παραφροσύνη, απονενοημένη ενέργεια, είναι πλήρως κατανοητή από τον αναγνώστη, που χρησιμοποιεί τον όρο απονενοημένη ως παρά τον νούν, κατ΄ απομάκρυνση ή σε αντίθεση με το διά του νού προσεγγιζόμενο, και έτσι αντιλαμβάνεται ευθύς εξ αρχής την εξειδικευμένη σημασία της προθέσεως από στο σύνθετο απόνοια, ενώ η απόδοση απόγνωση ταυτοποιεί την έννοια του β΄ συνθετικού -νοια (πρβλ. έννοια) και -γνώσις, εφόσον η γνώσις ακριβώς πρόσκτηται με τον νού, με την πνευματική και νοητική διεργασία· τέλος, το παρά την φρόνησιν (επεξήγηση με την λέξη παραφροσύνη), ταυτίζεται με την απομάκρυνση από τον νού και την λογική επεξεργασία και την έλλειψη φρονήσεως που αποτρέπει την απόκτηση της γνώσης, του λογικού περιεχομένου της λέξης.
Η σπουδή, λοιπόν, ενός εκάστου λήμματος, ως εκτενώς και κυριολεκτικώς τα επεξεργάστηκε ο επιμελητής, αποτελεί πηγή γνώσεως και λεκτικού και νοηματικού πλούτου, που μόνον ο έρωτάς του για την γλώσσα, του επιτρέπει να μας προσφέρει. Οι ερμηνευόμενες στις σημειώσεις και το γλωσσάριο πρωτότυπες λέξεις του Χρονογράφου Μαλάλα, εμπλουτίζουν τα Λεξικά μας της Ελληνικής, που πρέπει να συμπληρωθούν κάποτε με βάση εργασίες ως η παρούσα.
Και το κείμενο του Μαλάλα θα είχε πολλά να προσφέρει, αν ανελύετο από γλωσσολογική άποψη, επειδή αποκαλύπτει εξελικτικά, φωνολογικά, σημασιολογικά και μορφολογικά φαινόμενα της Ελληνικής και εξηγεί έτσι και τις διαδοχικές μεταμορφώσεις μέχρι τους εν χρήσει σήμερα νεοελληνικούς όρους, αλλά και για την πρακτική της απόδοσής τους περιφραστικά στην νέα ελληνική.
Ο όρος συσκευασθείς = εξαπατηθείς, παγιδευθείς, χρησιμοποιεί την μεταφορική έννοια του ρήματος σκευάζω = παρασκευάζω, “μαγειρεύω”, μηχανεύομαι, επινοώ, και όχι την πρωτογενή “εντός σκεύους μαγειρεύω”, με συγκεκριμένα σκεύη ή είδη εξοπλίζω, ενδύω, στολίζω, εφοδιάζω, και μας θυμίζει με συγκεκριμένη, σε κείμενο εφαρμογή, ζωντανά, την χρήση αυτή. Ο όρος ερέα = τούφα μαλλιού, μας επεξηγεί την σημασία της καταλήξεως του θηλυκού ουσιαστικού έναντι αυτής του ουδετέρου: έριον = μαλλί. Η σημασία της γαμετής ως της νόμιμης συζύγου, υποδεικνύει και το ηθικό περιεχόμενο και το πού αντιστοιχεί η κυριολεκτική σημασία του ομορρίζου ρήματος και του γάμου καθ΄ εαυτόν.
Στην σημασία του περιβολαίου ως περιβλήματος, περικαλλύματος, επανωφορίου, κατανοούμε την ταυτότητα του παραγώγου με μεταπτωτική βαθμίδα βολ- και με μηδενική βαθμίδα βλ- και την έννοια και του περιφραγμένου αγρού που χρησιμοποιούμε σήμερα, ενώ έχει περιπέσει σε αχρηστία αυτή λέξη στην περίπτωση του ενδύματος, αν και εχρησιμοποιείτο την εποχή του Μαλάλα. Η έννοια: εξαιρετικά γοργός του όρου: περίγοργος μας είναι άμεσα κατανοητή αν θυμηθούμε την εν χρήσει σήμερα λέξη: περίφημος. Η δύναμη της περιγραφής της Ελληνικής αναδεικνύεται στον όρο οξυλάβη για την πυράγρα ή τσιμπίδα, που πράγματι χαρακτηρίζεται από την οξεία λαβή της, το μυτερό της συλληπτήριο τμήμα.
Στούς όρους: καρούχα, καρουχαρείον, καρουχάριος, που για πρώτη και μοναδική φορά απαντάται στον Μαλάλα και ετυμολογείται εκ του κάρον και όχος (πρβλ. όχημα, από την ερμηνεία του λήμματος στο Γλωσσάριον του επιμελητή), κατανούμε και εκ των ριζών κορ- (πρβλ. επί-κουρος) και οχ- (πρβλ. όχος), την ερμηνεία και ελληνική καταγωγή και των λατινικών και νεωτέρων παραγώγων ως του ιταλικού αλλά και του νεοελληνικού καρότσα, που δεν αποτελεί δάνειον, αλλά πραγματικώς αρχαία ελληνική λέξη, με τσιτακισμό του ουρανικού χ προς τσ-.
Η μελέτη και όχι η απλή ανάγνωση της Χρονογραφίας του Ιωάννη του Αντιοχέως, του επικληθέντος Μαλάλα, είναι άσκηση πνευματική και πηγή γνώσεων και πλούτου λεκτικού ανεξάντλητος, μιά άσκηση στην γνώση και στην γλώσσα μας. Και χρωστούμε γι΄ αυτό χάριτας στον επιμελητή, επειδή ανέδειξε και εμπλούτισε με την θαυμαστή του εμβρίθεια αυτά τα στοιχεία του κειμένου, που άλλως, θα είχαμε πολλοί αντιπαρέλθει, χωρίς την δέουσα σκέψη και αναζήτηση.-
Σταύρος Δωρικός & Κώστας Χατζηγιαννάκης
ΦΥΛΑΚΕΣ ΚΟΡΥΔΑΛΛΟΥ
ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ ΑΠΟ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΥΣ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΥΣ
Ενταση στις φυλακές Κορυδαλλού
Περίπου δέκα διμοιρίες των ΜΑΤ βρίσκονταν περιμετρικά των φυλακών
Κορυδαλλού, το βράδυ της Κυριακής, λόγω της έντασης που επικρατούσε στο
εσωτερικό, από το απόγευμα, καθώς κρατούμενοι της πέμπτης πτέρυγας
αρνούνταν να μπουν στα κελιά τους.
Σύμφωνα με πληροφορίες τα επεισόδια ξεκίνησαν φανατικοί μουσουλμάνοι
που αντιδρούν για την ταινία που λοιδορεί τον Μωάμεθ, ωστόσο άλλες πηγές
αναφέρουν ότι οι κρατούμενοι ζητούν αποσυμφόρηση των κελιών.Νωρίτερα οι κρατούμενοι από τη Β και Γ πτέρυγα οι οποίοι τελικά μπήκαν στα κελιά τους, προκάλεσαν κάποια επεισόδια βάζοντας φωτιά σε σεντόνια και ρούχα.
Επίσης πέταξαν πέτρες οι οποίες έφταναν έξω από τα κάγκελα της φυλακής, στο δρόμο.
ΓΙΑΝΟΥΣ ΚΟΡΤΣΑΚ.
ένας τραγικός ήρωας ή ένας πνευματικός άνθρωπος
| Γιάνους Κόρτσακ:, ένας τραγικός ήρωας ή ένας πνευματικός άνθρωπος | |
|
| Πέμπτη, 02 Αύγουστος 2012 09:54 |
30.7.2012
Ιάκωβος Σίμπυ
Στις
5 Αυγούστου 2012, συμπληρώνονται εβδομήντα χρόνια από την πορεία του
Γιάνους Κόρτσακ μαζί με τα 192 ορφανά του στον θάνατο. Ποιος ήταν ο
Γιάνους Κόρτσακ, ένας τραγικός ήρωας ή ένας πνευματικός άνθρωπος και
πρωτοπόρος αγωνιστής υπέρ των δικαιωμάτων του παιδιού;
![]()
Λίγα για τον Γιάνος Κόρτσακ:
Στο
γκέτο της Βαρσοβίας, ο Janusz Korczak, μην μπορώντας να σώσει τα ορφανά
που είχε υπό την προστασία του, τα ακολούθησε στο θάνατο. Ο Henryk
Goldszmit, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε το 1878 στη
Βαρσοβία σε μια αφομοιωμένη εβραϊκή οικογένεια, σπούδασε ιατρική κι
αργότερα ίδρυσε ένα εβραϊκό ορφανοτροφείο, ενώ παράλληλα έγραψε παιδικά
βιβλία που γνώρισαν μεγάλη επιτυχία. Όταν στις 5 Αυγούστου 1942 οι
Γερμανοί ήρθαν να πάρουν τα 192 ορφανά από το γκέτο, ο Korczak αποφάσισε
να πάει μαζί τους.
Ο Joshua Perle, αυτόπτης μάρτυρας, περιέγραψε την πορεία του Korczak και των παιδιών μέσα από το γκέτο ως εξής:
«…Έγινε
θαύμα. Διακόσια παιδιά δεν έκλαψαν. Διακόσιες αγνές
ψυχές,καταδικασμένες σε θάνατο, δεν έκλαψαν. Κανείς δεν το έβαλε στα
πόδια. Κανείς δεν προσπάθησε να κρυφτεί. Κρεμάστηκαν από τον δάσκαλο και
μέντορά τους, τον πατέρα και αδελφό τους, τον Janusz Korczak, για να τα
προστατεύσει και να τα διαφυλάξει. Ο Janusz Korczak προχωρούσε με το
κεφάλι μπροστά, κρατώντας ένα παιδικό χεράκι, χωρίς καπέλο, με μια
δερμάτινη ζώνη γύρω απ’ τη μέση και ψηλές μπότες. Διακόσια παιδιά,
ντυμένα με καθαρά και φροντισμένα ρούχα, ακολουθούσαν κάποιες νοσοκόμες,
καθώς πορεύονταν στο βωμό…Τα παιδιά ήταν περικυκλωμένα από Γερμανούς,
Ουκρανούς και Εβραίους αστυνομικούς. Τα μαστίγωναν και τα πυροβολούσαν.
Ακόμη κι οι πέτρες του δρόμου έκλαιγαν βλέποντας αυτή την πομπή.»
Στο βιβλίο Ο Πιανίστας του Wladyslaw Szpilman υπάρχει η ακόλουθη αναφορά:
“Μια
μέρα, γύρω στις 5 Αυγούστου, έκανα ένα σύντομο διάλειμμα από τη δουλειά
και περπατώντας στην οδό Γκέζια έτυχε να δω τον Janusz Korczak και τα
ορφανά του να εγκαταλείπουν το γκέτο. Η εντολή για την εκκένωση του
εβραϊκού ορφανοτροφείου είχε δοθεί εκείνο το πρωΐ . Μόνο τα παιδιά
έπρεπε να φύγουν. Εκείνος μπορούσε να σωθεί και με δυσκολία κατάφερε να
πείσει τους Γερμανούς να τον πάρουν. Είχε περάσει πολλά χρόνια της ζωής
του με τα παιδιά και τώρα, σ’ αυτό το τελευταίο ταξίδι, δεν μπορούσε να
τα αφήσει μόνα. Ήθελε να τα διευκολύνει. Είπε στα ορφανά ότι θα πήγαιναν
στην εξοχή, γι’ αυτό έπρεπε να είναι χαρούμενα. Θα μπορούσαν επιτέλους
να αφήσουν τα φρικτά, αποπνικτικά τείχη της πόλης και να πάνε σε λιβάδια
με λουλούδια, σε χείμαρρους στους οποίους θα βουτούσαν, σε δάση γεμάτα
φράουλες και μανιτάρια. Τους είπε να φορέσουν τα καλύτερα ρούχα τους κι
έτσι εμφανίστηκαν στην αυλή, δυο δυο, ωραία ντυμένα, με ευχάριστη
διάθεση. Επικεφαλής της μικρής ομάδας ήταν ένας Ές-Ές που αγαπούσε τα
παιδιά, όπως μπορούν οι Γερμανοί να αγαπούν, παρόλο που τα έβλεπε να
περνούν στον άλλο κόσμο. Συμπάθησε ιδιαίτερα ένα δωδεκάχρονο αγόρι, έναν
βιολιστή που κρατούσε το όργανό του κάτω απ’ τη μασχάλη του. Ο Ές-Ές
του είπε να πάει επικεφαλής της πομπής και να παίζει- κι έτσι ξεκίνησαν.
Όταν τους συνάντησα στην οδό Γκέζια, τα χαμογελαστά παιδιά τραγουδούσαν
όλα μαζί, ο μικρός βιολιστής έπαιζε και ο Korczak κρατούσε στην αγκαλιά
του δυο επίσης χαμογελαστά παιδιά, στα οποία διηγόταν μια διασκεδαστική
ιστορία. Είμαι βέβαιος ότι ακόμη και στον θάλαμο αερίων, την ώρα που το
Ζικλόν B θα έπνιγε τους παιδικούς λαιμούς και θα έσπερνε στις καρδιές
των ορφανών τον τρόμο αντί για την ελπίδα, ο ηλικιωμένος γιατρός θα τους
ψιθύριζε, σε μια τελευταία προσπάθεια: όλα είναι εντάξει, παιδιά, όλα
θα πάνε καλά. Για να τα γλυτώσει από τον φόβο του περάσματος από τη ζωή
στο θάνατο…”
|
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)














