Τρίτη 28 Ιουνίου 2016

PIERRE A U B E N Q U E: ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ (7) Δοκίμιο για την αριστοτελική προβληματική


                                      
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ:
Η «ΖΗΤΟΥΜΕΝΗ» ΕΠΙΣΤΗΜΗ
                                                                    


… και Έλληνες σοφίαν ζητοῦσιν
Απόστ. Παύλος (1η Κορ.,1,22)
                                                                                 Κανείς δεν πρέπει να εκπλήσσεται που  αυτή η πρωταρχική επιστήμη, που ονομάζεται Φιλοσοφία πρώτη, και ο Αριστοτέλης αποκάλεσε επιθυμούμενη ή ζητούμενη, ανήκει ακόμη και σήμερα στις υπό αναζήτηση επιστήμες.
LEIBNIZ (De primae philosophiae emendation et de notione substantiae)
                                               Κεφάλαιο Πρώτο
                                            Ε Ι Ν Α Ι  Κ Α Ι  Ι Σ Τ Ο Ρ Ι Α        
« Ένα χελιδόνι δεν φέρνει την
Άνοιξη».
(Ηθικ. Νικ., Ι, 6, 1098a 18)
Κύκλος και πρόοδος
   
   «Ο Αριστοτέλης, όπως γράφει ο Jaeger, είναι ο πρώτος που καθιέρωσε, παράλληλα με την φιλοσοφία του, μια καθαρά προσωπική αντίληψη για την ιστορία». Το γεγονός αυτό, που αποτελεί έναν ‘νεωτερισμό’, αξίζει ωστόσο να ερμηνευθή. Ακόμη και αν αποδεχτούμε ότι η ιστορία της φιλοσοφίας δεν έπαιξε πρωτεύοντα ρόλο στην διαμόρφωση της σκέψης του Αριστοτέλη, και ότι δεν αποτελεί γι’ αυτόν παρά μιαν εκ των υστέρων αποκατάσταση στην προσπάθεια μιας αναδρομικής δικαίωσης, είναι γεγονός ότι αναφέρεται πάντοτε στο έργο του σαν μια επιπλέον εγγύηση αληθείας και ότι επομένως κατέχει μια θετική αξία.
     Σε ό,τι αφορά τουλάχιστον στον πλατωνισμό, η  ιδέα δεν είναι νέα. Για τον Πλάτωνα «οι Αρχαίοι είναι αξιότεροι ημών», διότι «έζησαν πλησιέστερα στους θεούς» (Φίληβος, 16c). «Το αληθές το γνωρίζουν οι Αρχαίοι», όπως λέει ο Σωκράτης στην αρχή του μύθου του Θεύθ (Φαίδρος, 274c) και «οι σημερινοί», οι Σύγχρονοι, έχουν ξεχάσει αυτές τις παλιές αλήθειες. Εάν υπάρχει μια ιστορία της αλήθειας, είναι η ιστορία μια προοδευτικής λήθης που διακόπτεται από μνήμες· αλλά εάν η λήθη είναι ο κανόνας, η μνήμη είναι η εξαίρεση, διότι «δεν είναι το ίδιο εύκολο σε όλες τις ψυχές να ξαναθυμηθούν πράγματα του ουρανού με το βλέμμα στραμμένο στα επίγεια» (Φαίδρος, 250a). Ο ίδιος ο Αριστοτέλης θα υποταγεί σ’ αυτή την περίπου θρησκευτική λατρεία του παρελθόντος, που φαίνεται να αποτελεί κοινό τόπο της αθηναϊκής παράδοσης: «Το αρχαιότερο είναι και το ιερότερο»            (Μετ., Α, 3, 983b 32), ενώ σε άλλο σημείο θα αναφερθεί σε ένα μακρινό και κατά κάποιο τρόπο προ-ανθρώπινο παρελθόν, του οποίου η ανάμνηση καταργήθηκε, ή τουλάχιστον αμβλύνθηκε, με την μεσολάβηση των ανθρώπων:
     « Μια παράδοση, προερχόμενη από την πρωϊμώτερη Αρχαιότητα,  που μας μεταδόθηκε μέσα από μύθους, διδάσκει ότι τα άστρα είναι θεοί και ότι το θείο αγκαλιάζει ολόκληρη τη φύση. Οτιδήποτε άλλο περιλαμβάνει αυτή η παράδοση προστέθηκε αργότερα, σε μυθική μορφή, για να πείσει την πλειονότητα να υπηρετήσει τους νόμους και το συμφέρον της κοινότητας … Αν αποσπάσουμε από την διήγηση το αρχικό της θεμέλιο, και απομονώσουμε την πεποίθηση ότι όλες οι πρώτες ουσίες είναι θεοί, θα ανακαλύψουμε ότι πρόκειται για μια παράδοση που θα μπορούσαμε να την χαρακτηρίσουμε πραγματικά θεϊκή. Και παρόλο που πιθανότατα, οι διάφορες τέχνες και η φιλοσοφία αναπτύχθηκαν πολλές φορές και σε πολύ μεγάλη απόσταση, και πολλές φορές χάθηκαν, αυτές οι απόψεις αποτελούν κατά κάποιο τρόπο τα υπολείμματα της αρχαίας σοφίας που διατηρούνται μέχρι τις μέρες μας. Με αυτές τις επιφυλάξεις μπορούμε να κάνουμε αποδεκτή την παράδοση των πατέρων μας και των αρχαίων προγόνων μας» (Μετ., Λ, 8, 1074a 38-β 14).
     Η ιδέα μιας αρχικής Αποκάλυψης, της οποίας οι μύθοι αποτελούν τα ίχνη, είναι εμφανής σ’ αυτό το κείμενο, συνοδευόμενη όμως από τόσο σημαντικούς περιορισμούς! Ο μύθος έχει χάσει τον ιερό χαρακτήρα του που διατηρούσε στον Πλάτωνα: δεν ερμηνεύει απλώς την παράδοση αλλά την προδίδει ερμηνεύοντάς την· η θεία προέλευση χάνεται και η αποκαλυπτική λειτουργία του διαστρέφεται προκειμένου να υπηρετήσει ανθρώπινες ανάγκες: η μυθολογία μετατρέπεται σε κοινωνική μυστικοπάθεια. Η σοφία δεν διατηρεί πλέον τον καθαρτικό ρόλο που κατείχε στον Πλάτωνα: απαλλάσσοντας τους μύθους από το περίβλημα που τους κάλυπτε, αποκαθίσταται στην καθαρότητά του ο ίδιος ο λόγος των θεών· επανέρχονται στην μνήμη, με μια μεταστροφή αντίθετη προς την κατεύθυνση της ιστορίας, οι πρώτες φωτεινές εποχές, στις οποίες κυριαρχούσε ακόμη μια εκ φύσεως οικειότητα ανάμεσα στο ανθρώπινο και στο θείο.

PIERRE A U B E N Q U E: ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ (6) Συνέχεια από Τρίτη, 2 Φεβρουαρίου 2016 Δοκίμιο για την αριστοτελική προβληματική


Δοκίμιο για την αριστοτελική προβληματική 

 ΕΙΣΑΓΩΓΗ
                                      
                             ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΧΩΡΙΣ ΟΝΟΜΑ
                                             Κεφάλαιο ΙΙ
                             
                               ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΡΩΤΗ  Ή ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΉ ;  (συνέχεια)
Φιλοσοφία και ενόραση
   
  Δεν είναι τυχαίο ότι το πρόβλημα της έναρξης τίθεται στο τελευταίο κεφάλαιο των Ύστερων Αναλυτικών και ότι λύνεται με μια διαδικασία μείωσης. Είδαμε εδώ ότι η τάξη της πραγματικής έρευνας δεν αντιπροσωπεύει την ιδανική γνώση και ότι με συλλογισμούς δεν φτιάχνουμε μια θεωρία του συλλογισμού. Ο Αριστοτέλης περιέγραψε την γνώση ως αφαίρεση· αλλά κάθε αφαίρεση προϋποθέτει ότι κάτι αφαιρείται από κάτι το οποίο παραμένει: αν η γνώση είναι αφαιρετική, μήπως θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι το γνωστό προέρχεται από το μη-γνωστό και έτσι αυτοκαταργείται; Για να αποφύγουμε αυτή τη συνέπεια χρειάζεται να αναγνωρίσουμε μιαν ανώτερη μέθοδο γνώσης από την ίδια την επιστήμη, και αυτή είναι η ενόραση. Άλλη διέξοδος δεν υπάρχει, όπως ο ίδιος ο Αριστοτέλης αναφέρει σε δύο περιπτώσεις με το ρήμα λείπεται: «Φαίνεται, γράφει στα Ηθικά Νικομάχεια, ότι η ενόραση είναι αυτή που προσεγγίζει τις αρχές» (λείπεται νοῦν εἶναι τῶν αρχῶν Ηθ. Νικ., VI, 6, 1141a 6). Απέχουμε πολύ εδώ από τον μεγαλεπήβολο βηματισμό ενός Καρτέσιου, ο οποίος επικαλείται ακριβώς το προφανές της φυσικής αιτίας για να συμπεράνει τις αιώνιες αλήθειες που προκύπτουν. Ο Αριστοτέλης, στην κατάληξη της αφαιρετικής ανάλυσής του των όρων της γνώσης, σκιαγραφεί μάλλον αρνητικά την ιδέα της ενόρασης, αντί να μας την επιβάλει ως εμπειρία. Η ενόραση δεν είναι παρά το γνωστικό συνακόλουθο της αρχής, ο τρόπος που γίνεται γνωστή: είναι αυτό χωρίς το οποίο η αρχή δεν μπορεί να γίνει γνωστή, εάν ίσως μπορεί να γίνει γνωστή. Τίποτε όμως δεν μας λέει ότι δύναται να γνωσθεί.

PIERRE A U B E N Q U E: ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ (5)



  Δοκίμιο για την αριστοτελική προβληματική 

 ΕΙΣΑΓΩΓΗ

                             ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΧΩΡΙΣ ΟΝΟΜΑ
                                             Κεφάλαιο ΙΙ
                             
                               ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΠΡΩΤΗ  Ή ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΉ ;

   Στο ερώτημα: «Γιατί η πρώτη φιλοσοφία έρχεται μετά την φυσική στην τάξη της γνώσης;», είδαμε ότι η πλειοψηφία των σχολιαστών απαντούσε με την αριστοτελική διάκριση ανάμεσα στο καθαυτό προγενέστερο και το προγενέστερο καθ’ ημάς. Ανήκει όμως άραγε αυτή η ερμηνεία στον Σταγειρίτη τον ίδιο; Και, κατ’ αρχήν, αναγνώριζε ο ίδιος τον μετα-φυσικό χαρακτήρα της πρώτης φιλοσοφίας του;
Διαφορετικές έννοιες του «πρότερον»
     Αυτό για το οποίο ο Αριστοτέλης πραγματικά επιμένει είναι ο πρότερος χαρακτήρας της πρώτη φιλοσοφίας σε σχέση με τις δεύτερες επιστήμες, τα μαθηματικά και κυρίως την φυσική: «Εάν υπάρχει κάτι το αιώνιο, το ακίνητο και το χωριστό, η γνώση του ανήκει σε μια επιστήμη θεωρητική: επιστήμη που δεν είναι ασφαλώς ούτε η φυσική (διότι η φυσική έχει ως αντικείμενο ορισμένα εν κινήσει όντα), ούτε η μαθηματική, αλλά μια επιστήμη προγενέστερη και των δύο (ἀλλά προτέρας αμφοῖν) (Μετ. Ε, Ι, 1026 a 10).
   Σε τί συνίσταται όμως αυτό το πρότερον της πρώτης φιλοσοφίας; Οι έννοιες πρότερος και ύστερος είναι όροι των οποίων τις διαφορετικές ερμηνείες μελετά το βιβλίο Δ της Μεταφυσικής. Ο Αριστοτέλης διακρίνει τρείς ‘έννοιες’. Στην πρώτη ο όρος πρότερο υποδεικνύει μια θέση που ορίζεται σε σχέση με ένα σταθερό σημείο αναφοράς που αποκαλείται πρώτον ή αρχή· αυτό που βρίσκεται εγγύτερα στην αρχή αποκαλείται συνήθως πρότερο, ενώ αυτό που βρίσκεται μακρύτερα ύστερο· στην περίπτωση αυτή ο καθορισμός του πρότερου προϋποθέτει την  επιλογή μιας αρχής, επιλογή που μπορεί να υπαγορεύει η φύση (φύσει) ή το τυχαίο (προς το τυχόν). Στην δεύτερη ερμηνεία του το πρότερο συνδέεται με την γνώση (το τῇ γνώσει πρότερον), ή μπορεί επίσης να υποδεικνύει μια προτεραιότητα απόλυτη (απλῶς πρότερον)· υποδιαιρείται κατ’ αναλογία προς το κριτήριο του λόγου (κατά τον λόγον) ή την αίσθηση (κατά την αίσθησιν): στην πρώτη περίπτωση προγενέστερο είναι το καθολικό, στην δεύτερη το ατομικό. Τέλος, το τρίτο είδος του προτέρου αφορά στην φύση και την ουσία (κατά φύσιν και ουσίαν): με την έννοια αυτή πρότερα είναι «όλα τα πράγματα που μπορούν να υπάρξουν ανεξάρτητα από άλλα πράγματα, ενώ τα άλλα πράγματα δεν μπορούν να υπάρξουν χωρίς αυτά τα πρότερα, διάκριση που συναντάται ήδη στον Πλάτωνα» (Μετ. Δ, 11, 1019 a Ι). Αυτή είναι η ουσιώδης έννοια του προτέρου, λέει ο Αριστοτέλης, διότι όλες οι υπόλοιπες ανάγονται σ’ αυτήν. Στο βιβλίο Δ υπάρχει και μια τέταρτη ερμηνεία, η οποία συναντάται στο παράλληλο (και ενδεχομένως αρχαιότερο) βιβλίο των Κατηγοριών στο οποίο πρότερον είναι «το καλύτερο και το τιμιώτερο». «Στον τρέχοντα λόγο χρησιμοποιούμε την έκφραση αυτή για τους ανθρώπους που εκτιμούμε ή αγαπούμε περισσότερο,

PIERRE A U B E N Q U E: ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ (4) Δοκίμιο για την αριστοτελική προβληματική


                                                   
  ΕΙΣΑΓΩΓΗ
                                      ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΧΩΡΙΣ ΟΝΟΜΑ
                                             Κεφάλαιο πρώτο:  
                                      Μ Ε Τ Α    Τ Α   Φ Υ Σ Ι Κ Α    (συνέχεια)
     Το πρόβλημα της ονομασίας
Η ερμηνεία αυτή δεν υπήρξε όμως η επικρατέστερη στους πρώτους σχολιαστές του Αριστοτέλη, οι οποίοι επιλέγοντας την προφανή σημασία του μετά προσκολλήθηκαν στην χρονολογική σχέση: η μεταφυσική αποκαλείται έτσι διότι ακολουθεί – έρχεται μετά – την φυσική στην τάξη της γνώσης. Κατ’ αυτούς, η πρόθεση μετά δεν καθορίζει την τάξη της ιεραρχίας του αντικειμένου αλλά μία τάξη διαδοχής της γνώσης. Οι διαπιστώσεις αυτές ερμηνεύτηκαν ως ενδείξεις της συμπτωματικής προέλευσης της ονομασίας Μεταφυσική, την οποία προσπάθησαν αδέξια να δικαιολογήσουν. Αν όμως ερευνήσουμε τα κείμενα των σχολιαστών θα αντιληφθούμε ότι η αιτιολόγηση αυτή, και η τάξη στην οποία αναφέρεται, δεν είναι καθόλου αυθαίρετη. Η πρώτη αναφορά σ’ αυτή την ερμηνεία συναντάται στον Αλέξανδρο Αφροδισέα, κατά τον οποίον η «σοφία» ή  «θεολογία» τοποθετούνται «μετά την φυσική», διότι την ακολουθούν ως προς την τάξη για εμάς (τῇ τάξει … πρός ημᾶς). Όπως παρατηρεί o M.H. Reiner, «μια τάξις προς ημᾶς είναι τελείως διαφορετική από την καθαρά εξωγενή τάξη ενός καταλόγου». Παρομοίως ο Ασκληπιός, ο οποίος αποδίδει την ονομασία Μεταφυσική στην τάξη (διά την τάξιν), προσδίδει σ’ αυτή την τάξη φιλοσοφικό νόημα: «Ο Αριστοτέλης μελέτησε πρώτα τα φυσικά πράγματα, διότι αν και αυτά έπονται εκ φύσεως (τῇ φύσει), προηγούνται για μας (ημίν).» Η ερμηνεία αυτή του όρου Μεταφυσική συνδέεται από τους σχολιαστές με την αυθεντικά αριστοτελική διάκριση ανάμεσα στο καθ’ εαυτό ή κατά την φύση προγενέστερο και το προγενέστερο καθ’ ημάς: το αντικείμενο αυτής της επιστήμης είναι καθ’ εαυτό προγενέστερο της φυσικής, αλλά μεταγενέστερο καθ’ ημάς, γεγονός που εξηγεί ταυτόχρονα τον χαρακτηρισμό της ως πρώτη φιλοσοφία και ως μετα-φυσική.
     Οποιοδήποτε σύστημα ερμηνείας και αν υιοθετήθηκε, γεγονός παραμένει ότι οι σχολιαστές πασχίζουν με κάθε τρόπο να αποδείξουν την εγκυρότητα των δύο ονομασιών που παρέλαβαν καθώς και να τις συμβιβάσουν. Δεν αμφιβάλλουν για το γεγονός ότι η  μεταφυσική υποδείκνυε την πρώτη φιλοσοφία και είχε σαν αντικείμενο το όντως Είναι, το οποίο εξάλλου ταυτίζουν με το θείο Είναι. Δεν αναρωτήθηκαν όμως ούτε αυτοί, ούτε οι σύγχρονοι ερμηνευτές, για ποιον λόγο οι πρώτοι εκδότες της Μεταφυσικής υποχρεώθηκαν να επινοήσουν αυτή την ονομασία, ενώ ο Αριστοτέλης τους είχε ήδη προσφέρει μιαν άλλη. Η αλήθεια είναι ότι οι σχολιαστές απάντησαν στο ερώτημα αποδίδοντας και τις δύο ονομασίες στον Αριστοτέλη: επειδή δεν μπορούσαν να του καταλογίσουν ασυνέπεια, θεώρησαν τις δύο ονομασίες – την μεταφυσική και την φιλοσοφία πρώτη – συνώνυμες. Αν όμως αναγνωρίσουμε ότι από αυτούς τους δύο τίτλους μόνον ο δεύτερος είναι καθαρά αριστοτελικός, θα πρέπει να αναζητήσουμε, όχι μόνο το νόημα του πρώτου, αλλά επίσης και την αναγκαιότητα στην οποία απαντούσε η επινόησή του.

PIERRE A U B E N Q U E: ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ (3) Δοκίμιο για την αριστοτελική προβληματική


                                          
  ΕΙΣΑΓΩΓΗ
                           ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΧΩΡΙΣ ΟΝΟΜΑ
                                Κεφάλαιο πρώτο:  
                            Μ Ε Τ Α    Τ Α   Φ Υ Σ Ι Κ Α

Έτσι η Μεταφυσική κατέκτησε
τον τίτλο της απόλυτης αμηχανίας
της φιλοσοφίας.
(Μ. ΧΑÏΝΤΕΓΚΕΡ, Ο Καντ και το Πρόβλημα της Μεταφυσικής )
   
  «Υπάρχει μια επιστήμη που μελετά το όντως Είναι και τα βασικά του γνωρίσματα». Η δήλωση αυτή του Αριστοτέλη στην αρχή του βιβλίου Γ της Μεταφυσικής, μοιάζει κοινότυπη, μετά από τουλάχιστον είκοσι αιώνες μεταφυσικής αναζήτησης. Δεν ήταν όμως για τους συγχρόνους του. Ίσως η βεβαιότητα με την οποία ο Αριστοτέλης επέμενε αποφασιστικά στην ύπαρξη μιας τέτοιας επιστήμης, αντιπροσώπευε λιγότερο μια διαπίστωση από ό,τι πρόδιδε μια ανεκπλήρωτη ως τότε ελπίδα. Η επιμονή του για την ύπαρξη μιας επιστήμης του καθεαυτό Είναι  όπως προδίδουν τα λόγια του – την στιγμή που αυτή η ιδιαίτερη φροντίδα απουσιάζει όταν πρόκειται για τις «ειδικές» επιστήμες – δείχνει ακριβώς ότι η σκοπιμότητα και το νόημα αυτής της νέας επιστήμης δεν ήταν αυτονόητα για τους ακροατές του, και ίσως ακόμη ούτε γι’ αυτόν τον ίδιο.
      Οι διακρίσεις της γνώσης
Η επιστήμη αυτή δεν είχε ούτε προγόνους ούτε παράδοση. Αρκεί να ανατρέξουμε στα αναγνωρισμένα πεδία της γνώσης πριν από τον Αριστοτέλη για να αντιληφθούμε ότι πουθενά δεν υπήρξε θέση γι’ αυτό που σήμερα αποκαλούμε οντολογία. Οι πλατωνικοί κατέτασσαν γενικά την θεωρητική γνώση σε τρεις κατηγορίες: την διαλεκτική, την φυσική και την ηθική. Σύμφωνα με τον Sextus Empiricus, ο Ξενοκράτης είχε υποκαταστήσει την διαλεκτική με την λογική, και ο Αριστοτέλης ο ίδιος διατηρεί αυτή την κατάταξη σε ένα από τα κείμενά του, πλατωνικής επιρροής, τα Τοπικά, η οποία όπως φαίνεται επεκράτησε και στην Σχολή: «Εάν περιορισθούμε στην απλή περιγραφή, θα διακρίνουμε τρία είδη προτάσεων και προβλημάτων: σε ό,τι αφορά τις προτάσεις, άλλες είναι ηθικές, άλλες φυσικές και άλλες τέλος λογικές» (Τοπ., Ι, 14, 105 b 20)· μια διάκριση που ο Αριστοτέλης δέχεται ότι είναι κατά προσέγγιση, επιφυλασσόμενος να την αντικαταστήσει στο μέλλον από μια περισσότερο επιστημονική.
     Το παράδοξο είναι ότι αυτή η τριμερής διάκριση, που δεν αφήνει χώρο για «μεταφυσικές» αναζητήσεις, επέζησε του αριστοτελισμού, σαν οι διάδοχοί του να παρέλειψαν ή να αγνόησαν την προσπάθεια του Αριστοτέλη να δημιουργήσει μια νέα επιστήμη. Γνωρίζουμε την διατύπωση με την οποία οι Στωικοί οριοθετούν και διακρίνουν ολόκληρο τον τομέα της φιλοσοφίας: ένα χωράφι στο οποίο η φυσική αποτελεί το έδαφος, η λογική την περίφραξη και η ηθική την σοδειά. Ο Διογένης ο Λαέρτιος, ερμηνευτής περιορισμένης ευφυΐας αλλά πιστός στην μέση φιλοσοφική παράδοση, επαναλαμβάνει ως αυτονόητη την πλατωνική και στωϊκή διάκριση: «Η φιλοσοφία διακρίνεται σε τρία μέρη: την φυσική, την ηθική και την διαλεκτική. Η φυσική πραγματεύεται τον κόσμο και το περιεχόμενό του, η ηθική την ζωή και τα ήθη, η διαλεκτική προσφέρει στην δύο άλλες κατηγορίες τα μέσα έκφρασης». Επί πλέον αυτός ό ίδιος ο Διογένης ο Λαέρτιος, συνοψίζοντας την φιλοσοφία του Αριστοτέλη, θεωρεί φυσικό να την επαναφέρει στα παραδοσιακά πλαίσια: αν και δέχεται την αριστοτελική διάκριση ανάμεσα στην πρακτική και την θεωρητική φιλοσοφία,  διακρίνει την πρώτη σε ηθική και πολιτική και την δεύτερη σε φυσική και λογική, γεγονός που επαναφέρει την κλασσική κατάταξη, με μια μικρή διαφορά – τον διαχωρισμό της ηθικής από την πολιτική.
     Η διατήρηση μιας παράδοσης που ο Αριστοτέλης επιθυμούσε χωρίς αμφιβολία να τροποποιήσει, προδίδει κατ’ αρχήν την αποτυχία του στο συγκεκριμένο πεδίο. Η επιστήμη του όντως Είναι δεν είχε προϊστορία: δεν θα έχει ούτε άμεση συνέχεια. Ο Θεόφραστος μόνο θα επαναφέρει, σε απορητική εξ άλλου μορφή, τα μεταφυσικά προβλήματα που έθεσε ο δάσκαλός  του. Από την εποχή του Στράτωνα η αριστοτελική σχολή θα ασχοληθεί με την φυσική και ηθική αναζήτηση κυρίως, και σε μικρότερο βαθμό με την λογική, σαν να ήταν αυτό μόνο το αντικείμενο ολόκληρης της φιλοσοφίας: όχι μόνο η αναγκαιότητα και το νόημα, αλλά ακόμη και η ύπαρξη προβλημάτων που δεν άπτονται της φυσικής, της ψυχικής ή της ηθικής τάξεως, παραγνωρίζονται έκτοτε, ακόμη και σε έναν χώρο που υποτίθεται ότι τροφοδοτεί η σκέψη του Αριστοτέλη. Η νεογέννητη επιστήμη του όντως Είναι θα αφεθεί για αιώνες στη λήθη.
     Η μεταφυσική σε λήθη
Η ιδιότυπη μοίρα της Μεταφυσικής, πρώτα κατά την διάρκεια της νεοπλατωνικής ανανέωσης και μετά, ύστερα από μια νέα έκλειψη, κατά την σχολαστική αναγέννηση του 13ου και του 14ου αιώνα, μας οδηγεί να συμπεράνουμε ότι η εναλλαγή αυτή λήθης και αναγέννησης, υπογείων διαβάσεων και αναδύσεων, είναι απόδειξη μιας παράξενης διανοητικής περιπέτειας. Εάν, εξ άλλου, δώσουμε βάση στην λίγο ως πολύ μυθολογική περιγραφή που διατηρείται από την Αρχαιότητα, οι παραπάνω χαρακτηρισμοί σχεδόν χάνουν τον μεταφορικό τους χαρακτήρα. Σύμφωνα με την μυθιστορηματική εκδοχή που μας κληρονόμησαν ο Στράβων και ο Πλούταρχος, τα χειρόγραφα του Αριστοτέλη και του Θεόφραστου παραδόθηκαν από τον δεύτερο στον σύγχρονό του Νηλέα· οι κληρονόμοι του Νηλέα, άνθρωποι απαίδευτοι, τα έθαψαν σε μια σπηλιά στην Σκήψη (της Μικράς Ασίας) για να τα προστατέψουν από την βιβλιοφιλική  βουλιμία των βασιλέων της Περγάμου· πολλά χρόνια αργότερα, τον 1ο αιώνα π. Χ., οι απόγονοί τους τα μοσχοπούλησαν στον Περιπατητικό Απολλικώνα της Τέω, που τα αντέγραψε. Τέλος, κατά τον πόλεμο εναντίον του Μιθριδάτη, ο Σύλλας ιδιοποιήθηκε την βιβλιοθήκη του Απολλικώνα και την μετέφερε στην Ρώμη, όπου και αγοράστηκε από τον γραμματικό Τυραννίωνα: απ’ αυτόν παρέλαβε τα αντίγραφα ο τελευταίος μαθητής του Λυκείου, Ανδρόνικος ο Ρόδιος, και περί το 60 π. Χ. δημοσίευσε την πρώτη έκδοση των «εσωτερικών» (esoteriques) κειμένων του Αριστοτέλη και του Θεόφραστου (ενώ τα «εξωτερικά» (exoterique) έργα, που δημοσίευσε ο ίδιος ο Αριστοτέλης και έχουν χαθεί, δεν έπαψαν να είναι γνωστά). Το γεγονός επομένως ότι το αριστοτελικό Corpus επέζησε της υγρασίας και των σκουληκιών, μέχρι την «εκταφή» του από τον Ανδρόνικο της Ρόδου, οφείλεται σε μια σειρά από ευτυχείς συμπτώσεις.

PIERRE A U B E N Q U E: ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ (2) Συνέχεια από Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2015 Δοκίμιο για την αριστοτελική προβληματική

 

                                ΠΡΟΛΟΓΟΣ     (συνέχεια)
  
 Σκοπός μας δεν είναι να εμπλακούμε σ’ αυτήν την συζήτηση (παρ’ όλο που μπορεί να μας συμβεί να κάνουμε χρονολογικές υποθέσεις, ή να προτείνουμε ενδεχομένως νέα κριτήρια εξέλιξης). Θα πρέπει όμως να τοποθετηθούμε σε γενικές γραμμές απέναντι στην γενετική μέθοδο, όπως εγκαινιάστηκε από τον Jaeger. Οι αντιρρήσεις μας είναι δύο ειδών: ιστορικές και φιλοσοφικές. Η ιστορική μας αντίρρηση αναφέρεται κυρίως στην ίδια την μορφή των κειμένων του Αριστοτέλη, τα οποία όπως πιστεύεται σήμερα, δεν συνίστανται κυρίως σε σημειώσεις των ακροατών του, αλλά σε σημειώσεις που χρησιμοποιούσε ο ίδιος ο Αριστοτέλης για τις διαλέξεις του. Η πρώτη συνέπεια είναι ότι ο Αριστοτέλης επαναλαμβάνοντας κάποιες ομιλίες του, ενδεχομένως να τροποποιούσε το κείμενό του με την προσθήκη ή την επεξεργασία, ίσως όχι ολόκληρων κεφαλαίων αλλά μερικών προτάσεων. Η μελέτη του Jaeger αναδεικνύει τέτοιες προσθήκες οι οποίες μπορεί να είναι αμελητέες από ποσοτική και καθοριστικές από φιλοσοφική άποψη. Είναι προφανές ότι η εργασία αποκατάστασης της χρονολόγησης  όχι των ίδιων των έργων αλλά των διάφορων προσθαφαιρέσεων σε κάθε έργο, μπορεί να καθορίσει μόνο έναν γενικό προσανατολισμό, ή, αν προχωρήσει στις λεπτομέρειες να οδηγήσει σε αυθαιρεσίες. Ακόμη χειρότερα, κατατεμαχίζοντας επ’ άπειρον την θεωρία της εξέλιξης στο φιλοσοφικό έργο του Αριστοτέλη θα καταλήγαμε στην κατάργησή της. Θα καταλήγαμε επίσης σε μια κοινοτοπία που λέει ότι ο Αριστοτέλης δεν συνέγραψε όλο το έργο του διαμιάς και ότι επιπλέον, εξ αιτίας του διδακτικού του προσανατολισμού  η εξέλιξη αυτή ακολουθεί  περισσότερο την κυκλική από ότι την γραμμική πρόοδο, με διαδοχικές ανακατατάξεις μιας προσχεδιασμένης ολότητας μάλλον παρά με την προσθήκη εντελώς νέων έργων. Η θεωρία της εξέλιξης δεν σημαίνει ότι αρνούμαστε πως το έργο αυτό αποτελεί ένα σύνολο· κάθε φιλοσοφική ερμηνεία στηρίζεται στην αρχή ότι ο συγγραφέας παραμένει, κάθε στιγμή, υπεύθυνος για το σύνολο του έργου του, εκτός αν έχει ρητά αποκηρύξει κάποιο τμήμα του. Και αυτή η αρχή βρίσκει την εφαρμογή της ακριβώς στον Αριστοτέλη, του οποίου τα έργα που διασώθηκαν δεν προορίζονταν για τον εκδότη χάνοντας την επαφή τους με τον συγγραφέα, αλλά αποτελούσαν ένα διαρκές διδακτικό υλικό (όχι όμως και απαραβίαστο), στο οποίο ο Αριστοτέλης και οι μαθητές του θα έπρεπε να αναφέρονται συνεχώς όπως σε έναν καταστατικό χάρτη.
    Η φιλοσοφική μας αντίρρηση αφορά στο περιεχόμενο της αντίφασης στο έργο ενός φιλοσόφου γενικότερα και στον Αριστοτέλη ειδικότερα. Οι αποκαλούμενες αντιφάσεις σε έναν συγγραφέα τοποθετούνται σε τρία επίπεδα: σ’ εμάς που τον ερμηνεύουμε, στον ίδιο τον συγγραφέα ή τέλος στο αντικείμενό του. Στο πρώτο επίπεδο η αντίφαση αφορά σε αστοχία του ερμηνευτή και είναι από φιλοσοφική άποψη αμελητέα· στο δεύτερο και το τρίτο απαιτείται αντίθετα διασαφήνιση και μια επιλογή φιλοσοφικής τάξεως. Το πρώτο που θα πρέπει να εξασφαλίσουμε είναι ότι πρόκειται πραγματικά για αντίφαση (και ο Αριστοτέλης είναι αυτός ακριβώς που μας δίδαξε, με την διάκριση των εννοιών, πώς να αποφεύγουμε τις ψευδο-αντιφάσεις)· εάν η αντίφαση είναι πραγματική, τρείς είναι οι εκδοχές της: είτε προϊούσης της εξέλιξης θα αμβλυνθεί (γεγονός που μας επιτρέπει να την θεωρήσουμε απλώς επιφανειακή), είτε οφείλεται σε μιαν ασυνέπεια του φιλοσόφου, είτε αντανακλά την αντιφατική φύση του αντικειμένου του. Ο Jaeger δικαίως απέρριψε, τουλάχιστον σαν πιθανή μεθοδολογική  προϋπόθεση, την δεύτερη εκδοχή: θα πρέπει κανείς να εξαντλήσει όλα τα περιθώρια κατανόησης πριν χαρακτηρίσει έναν συγγραφέα ασυνεπή· όμως κατέληξε στην πρώτη επειδή απλώς αγνόησε την τρίτη. Θα πρέπει, είναι αλήθεια, να παραδεχθούμε ότι για τον ίδιο τον Αριστοτέλη η αρχή της αντίφασης αποκλείει την πιθανότητα ενός αντιφάσκοντος, και επομένως η αντιφατική σκέψη αναδεικνύεται  αυτομάτως ως μη-σκέψη, άρα ο Αριστοτέλης δεν θα μπορούσε ενδεχομένως σε καμία περίπτωση να αναλάβει τις ίδιες του τις αντιφάσεις. Η απάντησή μας είναι ότι εδώ πρόκειται για μια φιλοσοφική ερμηνεία της αριστοτελικής αρχής της αντίφασης και του τρόπου που ο Αριστοτέλης την εφαρμόζει στην ίδια του την φιλοσοφία, και όχι ενός στοιχείου που θα μπορούσε να αποτελέσει την βάση της μεθόδου χρονολογικής κατάταξης του έργου του. Όπως όμως και αν προσεγγίσουμε το πρόβλημα, είτε πρόκειται για την αναζήτηση των αντιφάσεων, είτε για τον ορισμό της ίδιας της αντίφασης, η ερευνητική μέθοδος προϋποθέτει ανάλυση και επιλογές φιλοσοφικής τάξεως. Σε καμιά περίπτωση όμως η χρονολόγηση δεν συνεπικουρεί την ερμηνεία των κειμένων· αντίθετα, στην περίπτωση του Αριστοτέλη, η ερμηνεία των κειμένων και μόνον αυτή θεμελιώνει τις χρονολογικές υποθέσεις.

PIERRE A U B E N Q U E : ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ (1) Δοκίμιο για την αριστοτελική προβληματική

 

«Η συνηθέστερη παραποίηση της θεωρητικής σκέψης είναι αυτή που την καθιστά μονομερή, δηλαδή η αναγνώριση μιας μόνο εκδοχής από αυτές που την αποτελούν».

                                                                (ΧΕΓΚΕΛ, Επιστήμη της λογικής,

                                                                 tr. S. JANKELEVITCH, t. I, sel., 83)
                

                                                 Π Ρ Ο Ο Ι Μ Ι Ο

                                   Σ Τ Η Ν  Δ Ε Υ Τ Ε Ρ Η  Ε Κ Δ Ο Σ Η


    Η εύνοια του κοινού και η προθυμία του εκδότη μάς επέτρεψαν τέσσερα χρόνια μετά την πρώτη δημοσίευση αυτού του έργου, να παρουσιάσουμε στον αναγνώστη μια δεύτερη έκδοση. Στο μεταξύ, πολλοί κριτικοί, τόσο στο εξωτερικό όσο και στην Γαλλία,  ευαρεστήθηκαν να παρουσιάσουν, με αναλύσεις  ή άρθρα, συνήθως ευνοϊκά, τις απόψεις τους για την μέθοδο και τα αποτελέσματα της εργασίας μας. Η ανάγνωσή τους μας πρόσθεσε πολλές γνώσεις  και μας έθεσε το ερώτημα αν   με κάποιες κατάλληλες διορθώσει ή προσθήκες  θα έπρεπε να καταστήσουμε τον αναγνώστη αυτής της δεύτερης έκδοσης, μέτοχο των παρατηρήσεών τους. Θεωρήσαμε τελικά προτιμότερο να αναπαραγάγουμε, με κάποιες μικρές διορθώσεις, το κείμενο τής έκδοσης του 1962, με την ίδια σελιδοποίηση. Θα μπορούσαμε σε ορισμένα σημεία να μετριάσουμε μια βεβαιότητα, να παραλλάξουμε κάποια ανάλυση. Η πορεία της εργασίας μας θα οδηγείτο σε κάποιες παρακάμψεις, χωρίς να αλλάξει η κατάληξή της.

     Είχαμε εξ άλλου στο μεταξύ την ευκαιρία (με σχετικό άρθρο) να εξηγήσουμε την μέθοδο αυτής της εργασίας: να αναζητήσουμε την πραγματική δομή του έργου, που δεν είναι απαραίτητα και η προφανής δομή του, αλλά συνιστά την ενυπάρχουσα ενότητα 
( που δεν ταυτίζεται με την συνειδητή) που συνδέει μεταξύ τους τα πορίσματα του συγγραφέα. Επιμείναμε, όπως φαίνεται κυρίως από τα λεγόμενά μας, να αναδείξουμε μια διαλεκτική δομή και κατά κάποιο τρόπο ημιτελή, στην μεταφυσική τού Αριστοτέλη. Στο δεύτερο μέρος της παρουσίασης τού έργου μας γινόμαστε σαφέστεροι: η μεταφυσική τού Αριστοτέλη είναι, με την αριστοτελική έννοια, «διαλεκτική» και κατά συνέπεια ανίσχυρη σε επαγωγική κατάληξη, επειδή είναι μια μεταφυσική τής κινήσεως, δηλαδή της διάσπασης (ρήξης). Προσπαθώντας να ερμηνεύσουμε δια της φιλοσοφικής οδού το ημιτελές, που ελάχιστοι μελετητές τού σήμερα αρνούνται, δεν πιστεύουμε ότι συνεισφέραμε σε κάποιου είδους παράλογη απολογητική τής αποτυχίας, αλλά, αντίθετα, ότι εξασφαλίζουμε στα μεταφυσικά γραπτά τού Αριστοτέλη την ευρύτερη δυνατή σαφήνεια που είναι συμβατή με την απορητική δομή που αναδεικνύουν.


                                           Π Ρ Ο Λ Ο Γ Ο Σ

                                                                                             Sine Tomas mutus esset

                                                                                                                   Aristoteles.

                                                                                                   (Pic de La Mirandole)
                                                                                                                       

     Ο Μπρεντάνο, στην αρχή της επίσημης Πραγματείας του το 1862 για Το πολλαπλό  νόημα του είναι στον Αριστοτέλη, υπογράμμιζε πόσο τολμηρό φαίνεται, μετά από είκοσι αιώνες συνεχών αναλύσεων και αρκετών δεκαετιών φιλολογικής ερμηνείας, να ισχυρίζεται κανείς ότι μπορεί να προσθέσει κάτι για τον Αριστοτέλη, και ζητούσε να συγχωρεθεί η νεανική τόλμη τών λεγομένων του. Πώς κάτι που ίσχυε το 1862 δεν θα παρέμενε αληθινό περίπου εκατό χρόνια μετά; Ο αιώνας που μας χωρίζει από τον Μπρεντάνο δεν υπήρξε λιγότερο παραγωγικός σε αριστοτελικές μελέτες από τους προηγούμενους. Στην Γαλλία, όπου ένας λανθάνων καρτεσιανισμός απέστρεψε για μεγάλο διάστημα την φιλοσοφία από την μελέτη τού Αριστοτέλη, η ανανέωση τής μελέτης τής αρχαίας φιλοσοφίας που εγκαινίασε ο Victor Cousin είχε ήδη οδηγήσει στο διάσημο Δοκίμιο του Ravaisson περί της Μεταφυσικής του Αριστοτέλη, το οποίο επικυρώθηκε από μια πλειάδα κλασσικών συγγραφέων, μεταξύ των οποίων οι Hamelin, Rodier, Robin, de Rivaud, de Brehier. Την ίδια εποχή, η αναγέννηση του νέο-θωμισμού εισέρχεται ταχύτατα στην οδό της ιστορικής αναζήτησης και παράγει , κυρίως στο Βέλγιο, τα σημαντικά έργα του Mgr Μansion και των μαθητών του. Στην Αγγλία, η διάσημη φιλολογική παράδοση του Κέιμπριτζ και της Οξφόρδης απέδωσε πολύ σύντομα στον αριστοτελισμό, το προτέρημα της ακρίβειας στην ανάλυση και της κομψότητας στην έκφραση που ανέδειξαν οι μελέτες της στον Πλάτωνα: ο σερ. David Ross υπήρξε ο βασικότερος αντιπρόσωπος της αναγέννησης του Αριστοτέλη στην Οξφόρδη. Στην Γερμανία, όπου παρά τον Λούθηρο και χάρη στον Λάιμπνιτς, δεν διαταράχτηκε ποτέ ουσιαστικά η συνέχεια την φιλοσοφικής παράδοσης τού αριστοτελισμού, οι γονιμότερες ωθήσεις στην αριστοτελική έρευνα προήλθαν από την ιστορία, με την συνδρομή της φιλολογίας· από την άποψη αυτή ο Brentano παρέτεινε την παράδοση που εκπροσωπούσε ήδη ο Trelenburg και ο Bonitz, η οποία στα επόμενα χρόνια κατέληξε στην ολοκλήρωση της μνημειώδους εκδόσεως του Αριστοτέλη της Ακαδημίας του Βερολίνου, την οποία ακολούθησε η ακόμη πιο σημαντική μελέτη των Ελλήνων σχολιαστών· η φιλολογία ήταν και πάλι αυτή, με τα αποφασιστικής σημασίας έργα του W. Jaeger περί της εξέλιξης του Αριστοτέλη, που υποχρέωσε τους φιλοσόφους να αναθεωρήσουν ριζικά τις ερμηνείες τους. Μπορούμε να πούμε ότι από το 1923, το σύνολο της αριστοτελικής φιλολογίας αποτελεί απάντηση στον Jaeger.