Δευτέρα 31 Αυγούστου 2015

Ο ΛΕΩΝ ΤΟΛΣΤΟΪ ΣΑΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΤΗΣ ΡΩΣΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ(Μέρος Πρώτο)

Η αντιπαράθεση του ονόματος του μεγάλου λογοτέχνη με μια επανάσταση που δεν την κατάλαβε καθόλου, κι απ’ την οποία στεκόταν παράμερα, μπορεί από πρώτη ματιά να φανεί παράξενη και τεχνητή. Γιατί δεν μπορείς, βέβαια, να ονομάσεις καθρέφτη κάτι που είναι φανερό πως δεν αντανακλά σωστά ένα φαινόμενο. Μα η επανάστασή μας είναι ένα φαινόμενο εξαιρετικά σύνθετο. Μέσα στη μάζα των ανθρώπων που άμεσα την πραγματοποιούσαν και έπαιρναν μέρος σ’ αυτήν υπάρχουν πολλά κοινωνικά στοιχεία που επίσης δεν καταλάβαιναν καθόλου το τι συνέβαινε και τα οποία επίσης στέκονταν παράμερα από τα πραγματικά ιστορικά καθήκοντα που έβαζε μπροστά τους η πορεία των γεγονότων. Και εφόσον έχουμε να κάνουμε μ’ έναν πραγματικά μεγάλο λογοτέχνη, αυτός δεν μπορούσε παρά να καθρεφτίσει στα έργα του έστω και μερικές από τις ουσιαστικές πλευρές της επανάστασης.

Ο νόμιμος ρωσικός τύπος που είναι γεμάτος από άρθρα, γράμματα και σχόλια με την ευκαιρία του ιωβιλαίου των 80-χρονων του Τολστόι, λιγότερο από κάθε άλλο ενδιαφέρεται για την ανάλυση των έργων του από την άποψη του χαρακτήρα της ρωσικής επανάστασης και των κινητήριων δυνάμεών της. Όλος αυτός ο τύπος είναι μέχρι αηδίας γεμάτος από υποκρισία δύο ειδών: επίσημη και φιλελεύθερη. Η πρώτη είναι η χοντροκομμένη υποκρισία των πουλημένων κοντυλοφόρων, που χτες είχαν εντολή να κατατρέχουν τον Λ. Τολστόι, μα σήμερα να ψάχνουν να βρουν σ’ αυτόν πατριωτισμό και να προσπαθούν να τηρήσουν τα προσχήματα μπροστά στην Ευρώπη. Το ότι οι τέτοιου είδους κοντυλοφόροι έχουν πληρωθεί για τα γραφόμενά τους είναι πασίγνωστο, και αυτοί δεν είναι σε θέση να εξαπατήσουν κανέναν. Πολύ πιο ραφιναρισμένη και γι’ αυτό πολύ πιο βλαβερή και επικίνδυνη είναι η υποκρισία των φιλελεύθερων. Ακούγοντας τους καντέτους Μπαλαλάϊκιν* της «Ρετς» θαρρείς πως νιώθουν την πιο μεγάλη και την πιο θερμή συμπάθεια για τον Τολστόι. Στην πραγματικότητα, ο υπολογισμένος στόμφος και οι πομπώδεις φράσεις για το μεγάλο «θεοαναζητητή» δεν είναι τίποτε άλλο από καθαρή ψευτιά, γιατί ο ρώσος φιλελεύθερος ούτε στον τολστοϊκό θεό πιστεύει, ούτε και για την τολστοϊκή κριτική του σημερινού καθεστώτος αισθάνεται συμπάθεια. Κολλάει σ’ ένα δημοφιλές όνομα για να πολλαπλασιάσει το μικρό του πολιτικό κεφάλαιο, για να παίζει το ρόλο ηγέτη της πανεθνικής αντιπολίτευσης, προσπαθεί με τις ηχηρές και τις πομπώδεις φράσεις να πνίξει την ανάγκη να δοθεί μια σαφής και καθαρή απάντηση στο ερώτημα: από τι προκαλούνται οι χτυπητές αντιφάσεις του «τολστοϊσμού», ποιες ελλείψεις και αδυναμίες της επανάστασής μας εκφράζουν;

Οι αντιφάσεις στα έργα, στις αντιλήψεις, στις θεωρίες, στη σχολή του Τολστόι είναι πραγματικά χτυπητές. Από τη μια μεριά, ένας μεγαλοφυής λογοτέχνης που έδωσε όχι μόνο απαράμιλλες εικόνες της ρωσικής ζωής, αλλά και πρώτης τάξης έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Από την άλλη μεριά ένας τσιφλικάς, ζηλωτής του Χριστού. Από τη μια μεριά μια εξαιρετικά ισχυρή, πηγαία και ειλικρινής διαμαρτυρία ενάντια στην κοινωνική ψευτιά και απάτη• από την άλλη μεριά, ένας «τολστοϊκός», δηλ. ένα εξαντλημένο υστερικό άβουλο πλάσμα, που λέγεται ρώσος διανοούμενος και που, χτυπώντας δημόσια το στήθος του, λέει: «Είμαι ένας άθλιος, είμαι ένας σιχαμερός, αλλά καταγίνομαι με την ηθική αυτο-τελειοποίηση. Δεν τρώω πια κρέας και τρέφομαι τώρα με κεφτεδάκια από ρύζι». Από τη μια μεριά, αμείλικτη κριτική της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, ξεσκέπασμα της κυβερνητικής βίας, της κωμωδίας της δικαιοσύνης και της κρατικής διοίκησης, αποκάλυψη όλου του βάθους των αντιθέσεων ανάμεσα στην αύξηση του πλούτου και των επιτεύξεων του πολιτισμού και στην αύξηση της αθλιότητας, της αποκτήνωσης και των βασάνων των εργατικών μαζών• από την άλλη μεριά, το φανατικό κήρυγμα της «μη αντίστασης στο κακό» με τη βία. Από τη μια μεριά, ο πιο νηφάλιος ρεαλισμός, ξέσχισμα των κάθε λογής προσωπείων• από την άλλη μεριά, προπαγάνδιση ενός από τα πιο ποταπά πράγματα που υπάρχουν στον κόσμο, δηλαδή: της θρησκείας, τάση να βάλει στη θέση των επίσημα διορισμένων παπάδων, παπάδες από πεποίθηση, δηλ. καλλιέργεια της πιο ραφιναρισμένης και γι’ αυτό εξαιρετικά αποκρουστικής παπαδοκρατίας. Στ΄αλήθεια:
Είσαι και φτωχιά, είσαι και πλούσια.
Είσαι και ισχυρή, είσαι και ανίσχυρη.
-Μανούλα Ρωσία!
Ότι με τέτοιες αντιφάσεις ο Τολστόι δεν μπορούσε να καταλάβει καθόλου ούτε το εργατικό κίνημα και το ρόλο του στην πάλη για το σοσιαλισμό, ούτε τη ρωσική επανάσταση, είναι ολοφάνερο. Οι αντιφάσεις, όμως στις απόψεις και στις θεωρίες του Τολστόι δεν είναι κάτι το τυχαίο, αλλά έκφραση των αντιφατικών συνθηκών, στις οποίες βρισκόταν η ρωσική ζωή του τελευταίου τρίτου του ΧΙΧ αιώνα. Το πατριαρχικό χωριό, που μόλις χθες είχε απελευθερωθεί από τη δουλοπαροικία, είχε παραδοθεί κυριολεκτικά στο έλεος του κεφαλαίου και του δημόσιου ταμείου. Τα παλιά θεμέλια του αγροτικού νοικοκυριού και της αγροτικής ζωής, θεμέλια, που πραγματικά είχαν αντέξει αιώνες, συντρίφτηκαν με ασυνήθιστη ταχύτητα. Και τις αντιφάσεις στις αντιλήψεις του Τολστόι πρέπει να τις κρίνουμε όχι από την άποψη του σύγχρονου εργατικού κινήματος και του σύγχρονου σοσιαλισμού (μια τέτοια εκτίμηση είναι, φυσικά, απαραίτητη, αλλά δεν είναι αρκετή), μα από την άποψη της διαμαρτυρίας ενάντια στο επερχόμενο καπιταλισμό, ενάντια στο ρήμαγμα των μαζών και στο άρπαγμα της γης τους, διαμαρτυρία που δεν μπορούσε παρά να τη γεννήσει το πατριαρχικό ρωσικό χωριό. Ο Τολστόι είναι γελοίος σαν προφήτης που ανακάλυψε νέες συνταγές για τη σωτηρία της ανθρωπότητας, και γι’ αυτό είναι εντελώς αξιοθρήνητοι οι ξένοι και ρώσοι «τολστοϊκοί» που θέλησαν να μετατρέψουν σε δόγμα την πιο αδύνατη ακριβώς πλευρά της διδασκαλίας του. Ο Τολστόι είναι μεγάλος, σαν εκφραστής των ιδεών και των διαθέσεων που διαμορφώθηκαν στα εκατομμύρια της ρωσικής αγροτιάς, τον καιρό που ζύγωνε η αστική επανάσταση στη Ρωσία. Ο Τολστόι είναι πρωτότυπος, γιατί το σύνολο των αντιλήψεών του, παρμένων σαν μια ενότητα, εκφράζει ακριβώς τις ιδιομορφίες της επανάστασής μας σαν αγροτικής αστικής επανάστασης. Απ’ αυτή την άποψη, οι αντιφάσεις στις αντιλήψεις του Τολστόι είναι ο πραγματικός καθρέφτης των αντιφατικών συνθηκών, στις οποίες ήταν τοποθετημένη η ιστορική δράση της αγροτιάς στην επανάστασή μας. Από τη μια μεριά, οι αιώνες του δουλοπαροικιακού ζυγού και οι δεκαετίες της επιταχυμένης ύστερα από τη μεταρρύθμιση οικονομικής καταστροφής συσσώρευσαν βουνά μίσους, οργής και απεγνωσμένης αποφασιστικότητας. Η τάση να σαρώσουν συθέμελα και την επίσημη εκκλησία, και τους τσιφλικάδες, και την τσιφλικάδικη κυβέρνηση, να εξαλείψουν όλες τις παλιές μορφές και κανονισμούς της γαιοκτησίας, να ξεκαθαρίσουν τη γη, να δημιουργήσουν στη θέση του αστυνομικο-ταξικού κράτους μια κοινότητα ελεύθερων και ισότιμων μικροχωρικών, αυτή η τάση διαπερνάει απ’ άκρη σ’ άκρη το κάθε ιστορικό βήμα των αγροτών στην επανάστασή μας. Και είναι αναμφισβήτητο ότι το ιδεολογικό περιεχόμενο των γραπτών του Τολστόι αναποκρίνεται πολύ περισσότερο σ’ αυτή την αγροτική τάση, παρά στον αφηρημένο «χριστιανικό αναρχισμό», όπως χαρακτηρίζουν κάποτε το σύστημα των απόψεών του.

*Μπαλαλάϊκιν-πρόσωπο από το έργο «Σύγχρονο ειδύλλιο» του Μ.Ε. Σαλτικόφ-Στσεντρίν.Σημ.μετ.

ΛΕΝΙΝ: Για τον Τολστόι (Μέρος Δεύτερο)

Posted in Οι κλασσικοί για την τέχνη on 28/07/2015 by mauroflight
Οι αντιφάσεις των αντιλήψεων του Τολστόι δεν είναι αντιφάσεις της προσωπικής του μόνο σκέψης, αλλά αντανάκλαση των εξαιρετικά πολύπλοκων, αντιφατικών συνθηκών, των κοινωνικών επιδράσεων, των ιστορικών παραδόσεων, που καθόριζαν την ψυχολογία των διαφόρων τάξεων και των διαφόρων στρωμάτων της κοινωνίας της Ρωσίας στην περίοδο μετά τη μεταρρύθμιση, όμως πριν την επανάσταση.

Και γι’ αυτό ο Τολστόι μπορεί να εκτιμηθεί σωστά μόνο από τη σκοπιά του σοσιαλδημοκρατικού προλεταριάτου, μόνο από τη σκοπιά της τάξης εκείνης, που με τον πολιτικό της ρόλο και με τον αγώνα της τον καιρό της πρώτης εκδήλωσης των αντιθέσεων αυτών, τον καιρό της επανάστασης απόδειξε ότι έχει την αποστολή να είναι ο ηγέτης του αγώνα για την ελευθερία του λαού και για την απελευθέρωση των μαζών από την εκμετάλλευση, απόδειξε την απεριόριστη αφοσίωσή της στην υπόθεση της δημοκρατίας και την ικανότητά της να παλέψει ενάντια στο στενό πνεύμα και στην ασυνέπεια της αστικής (συμπεριλαμβανομένης και της αγροτικής) δημοκρατίας.

Ρίξτε μια ματιά στην εκτίμηση που κάνουν για τον Τολστόι οι κυβερνητικές εφημερίδες. Χύνουν κροκοδείλια δάκρυα και διαβεβαιώνουν ότι σέβονται το «μεγάλο συγγραφέα» και ταυτόχρονα υπερασπίζουν την «ιερά» σύνοδο. Ενώ οι άγιοι πατέρες μόλις πριν λίγο διέπραξαν μια εξαιρετικά σιχαμερή προστυχιά, στέλνοντας παπάδες στον ετοιμοθάνατο για να εξαπατήσουν το λαό και να πουν ότι ο Τολστόι «μετανόησε». Η Ιερά Σύνοδος αφόρησε τον Τολστόι. Τόσο το καλύτερο. Το κατόρθωμά της αυτό θα παρθεί υπόψη, όταν θα έρθει η ώρα που ο λαός θα κανονίσει τους λογαριασμούς του με τους ρασοφόρους υπαλλήλους, με τους εν Χριστώ χωροφύλακες, με τους σκοτεινούς ιεροεξεταστές που υποστήριζαν τα πογκρόμ κατά των εβραίων και τους άλλους άθλους της μαυροεκατονταρχίτικης τσαρικής συμμορίας.

Ρίξτε μια ματιά στην εκτίμηση που κάνουν για τον Τολστόι οι φιλελεύθερες εφημερίδες. Οι εφημερίδες αυτές πάνε να ξεφύγουν με κενές, ρουτινιασμένες-φιλελεύθερες, κοινότυπες-καθηγητικές φράσεις για «φωνή της πολιτισμένης ανθρωπότητας», για «ομόφωνη απήχηση στον κόσμο», για «ιδέες της αλήθειας, του καλού» κτλ. για τις οποίες τόσο μαστίγωνε ο Τολστόι –και μαστίγωνε με το δίκιο του- την αστική επιστήμη. Δεν μπορούν να πουν καθαρά και ξάστερα τη γνώμη τους για τις απόψεις του Τολστόι σχετικά με το κράτος, την εκκλησία, την ατομική ιδιοκτησία γης, τον καπιταλισμό, όχι γιατί τους εμποδίζει η λογοκρισία• αντίθετα, η λογοκρισία τούς βοηθάει να βγουν από τη δυσκολία! Αλλά γιατί κάθε μια θέση της κριτικής του Τολστόι είναι και ένας μπάτσος κατά του αστικού φιλελευθερισμού• γιατί και μόνο ο άφοβος, ο ειλικρινής, ο αμείλικτα αυστηρός τρόπος που ο Τολστόι βάζει τα πιο επίμαχα, τα πιο δύσκολα ζητήματα της εποχής μας χτυπά άμεσα τις στερεότυπες φράσεις, τις κοινότυπες υπεκφυγές, τα παρελκυστικά «πολιτισμένα» ψέματα της φιλελεύθερης και (φιλελευθεροναροντνικίστικης) δημοσιολογίας. Οι φιλελεύθεροι είναι μ’ όλη τους τη δύναμη ενάντια στη σύνοδο, και ταυτόχρονα είναι υπέρ… των βεχιστών, με τους οποίους «μπορεί να διαφωνεί κανείς», με τους οποίους όμως «πρέπει» να συζεί μ’ ένα κόμμα, «πρέπει» να δουλεύει μαζί τους στη φιλολογία και στην πολιτική. Και τους βεχιστές τούς ασπάζεται ο Αντόνι Βολίνσκι.

Οι φιλελεύθεροι προβάλλουν σε πρώτη γραμμή το ότι ο Τολστόι είναι «μια μεγάλη συνείδηση». Μήπως αυτό δεν είναι κενή φράση που την επαναλαβαίνουν σε χίλιους τόνους και η «Νόβογε Βρέμια» και όλοι οι όμοιοί της; Μήπως αυτό δεν δείχνει ότι παρακάμπτουν τα συγκεκριμένα εκείνα ζητήματα της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού, που έβαλε ο Τολστόι; Μήπως αυτό δεν προβάλλει σε πρώτη γραμμή εκείνο που εκφράζει τις προλήψεις του Τολστόι και όχι τη διάνοιά του, εκείνο που ανήκει στο παρελθόν και όχι στο μέλλον, την άρνηση από μέρους του της πολιτικής και το κήρυγμά του για ηθική αυτοτελειοποίηση και όχι τη θυελλώδη διαμαρτυρία του ενάντια σε κάθε ταξική κυριαρχία;

Πέθανε ο Τολστόι και πέρασε στο παρελθόν η προεπαναστατική Ρωσία, που η αδυναμία και η ανικανότητά της εκφράζονται στη φιλοσοφία και περιγράφονται στα έργα του μεγαλοφυή καλλιτέχνη. Στην κληρονομιά του όμως υπάρχει ένα πράγμα που δεν πέρασε στο παρελθόν, ένα πράγμα που ανήκει στο μέλλον. Την κληρονομιά αυτή την παίρνει και πάνω στην κληρονομιά αυτή δουλεύει το προλεταριάτο της Ρωσίας. Το προλεταριάτο θα εξηγήσει στις μάζες των εργαζομένων και των εκμεταλλευομένων τη σημασία της κριτικής του Τολστόι για το κράτος, την εκκλησία, την ατομική ιδιοκτησία γης όχι για να περιοριστούν οι μάζες στην αυτοτελειοποίηση και τους αναστεναγμούς για μια υποφερτή ζωή, αλλά για να σηκωθούν και για να καταφέρουν ένα καινούργιο χτύπημα ενάντια στην τσαρική μοναρχία και στην τσιφλικάδικη γαιοκτησία, που το 1905 μόλις υπομονεύθηκαν ελαφρά και που πρέπει να εκμηδενιστούν. Το προλεταριάτο θα εξηγήσει στις μάζες την κριτική του Τολστόι για τον καπιταλισμό, όχι για να περιοριστούν οι μάζες σε κατάρες κατά του κεφαλαίου και της εξουσίας του χρήματος, αλλά για να μάθουν σε κάθε βήμα της ζωής τους και της πάλης τους να στηρίζονται στις τεχνικές και κοινωνικές κατακτήσεις του καπιταλισμού, να μάθουν να συσπειρώνονται στην ενιαία στρατιά των εκατομμυρίων σοσιαλιστών αγωνιστών που θα ανατρέψουν τον καπιταλισμό και θα δημιουργήσουν τη νέα κοινωνία, όπου δεν θα υπάρχει εξαθλίωση του λαού και εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.

«Σοτσιάλ-Ντεμοκράτ» αρ. φύλ. 18, 16 (29) του Νοέμβρη 1910. Δημοσιεύεται σύμφωνα με το κείμενο της εφημερίδας «Σοτσιάλ-Ντεμοκράτ».

ΛΕΝΙΝ: Για τον Τολστόι (Μέρος Πρώτο)

Posted in Οι κλασσικοί για την τέχνη on 27/07/2015 by mauroflight
Πέθανε ο Τολστόι. Η παγκόσμια σημασία του σαν καλλιτέχνη, η παγκόσμια φήμη του σαν στοχαστή και κήρυκα, αντικαθρεπτίζουν, η κάθε μια με τον τρόπο της, την παγκόσμια σημασία της ρωσικής επανάστασης.

Ο Λ.Ν. Τολστόι έκανε την εμφάνισή του σαν μεγάλος καλλιτέχνης ακόμη και από τον καιρό της δουλοπαροικίας. Σε πολλά μεγαλοφυή έργα που έγραψε στο διάστημα των πενήντα και πάνω χρόνων της φιλολογικής του δράσης, περιέγραψε κυρίως την παλιά, την προεπαναστατική Ρωσία, που εξακολουθούσε να μένει και ύστερα από το 1861 σε κατάσταση μισοδουλοπαροικίας, τη Ρωσία του χωριού, τη Ρωσία του τσιφλικά και του αγρότη. Ο Λ. Τολστόι, περιγράφοντας την περίοδο αυτής της ιστορικής ζωής της Ρωσίας, κατόρθωσε να βάλει στα έργα του τόσο μεγάλα ζητήματα, κατόρθωσε να φτάσει σε τέτοιο καλλιτεχνικό ύψος, που τα έργα του πήραν μια από τις πρώτες θέσεις στην παγκόσμια λογοτεχνία. Η εποχή της προετοιμασίας της επανάστασης σε μια από τις χώρες που δυναστεύονταν από τους φεουδάρχες πρόβαλε, χάρη στο μεγαλοφυές φώτισμά της από τον Τολστόι, σαν ένα βήμα προς τα μπρος στην καλλιτεχνική ανάπτυξη όλης της ανθρωπότητας.

Ο Τολστόι-καλλιτέχνης είναι γνωστός σε μια ελάχιστη μειοψηφία ακόμη και στη Ρωσία. Για να γίνουν τα μεγάλα του έργα πραγματικό κτήμα όλων, χρειάζεται αγώνας και αγώνας ενάντια στο κοινωνικό καθεστώς που καταδίκασε εκατομμύρια και δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπους στην αμάθεια, στην αποβλάκωση, στη δουλειά κατέργου και στην εξαθλίωση• χρειάζεται η σοσιαλιστική επανάσταση.

Και ο Τολστόι δεν έδωσε μόνο λογοτεχνικά έργα, που πάντα θα τα εκτιμούν και θα τα διαβάζουν οι μάζες, όταν θα δημιουργήσουν ανθρώπινες συνθήκες ζωής για τον εαυτό τους, αφού ανατρέψουν το ζυγό των τσιφλικάδων και των καπιταλιστών, αλλά κατόρθωσε με υπέροχη δύναμη να μεταδώσει την ψυχολογία των πλατιών μαζών που καταπιέζονται από το σημερινό καθεστώς, να περιγράψει την κατάστασή τους, να εκφράσει το αυθόρμητο αίσθημά τους, αίσθημα διαμαρτυρίας και αγανάκτησης.

Ο Τολστόι που ανήκε κυρίως στην εποχή 1861-1904, ενσάρκωσε με καταπληκτική παραστατικότητα στα έργα του –και σαν καλλιτέχνης και σαν στοχαστής και κήρυκας- τα χαρακτηριστικά της ιστορικής ιδιομορφίας όλης της πρώτης ρωσικής επανάστασης, τη δύναμη και την αδυναμία της.

Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά γνωρίσματα της επανάστασής μας είναι ότι ήταν αγροτική αστική επανάσταση σε μια εποχή πολύ μεγάλης ανάπτυξης του καπιταλισμού σ’ όλο τον κόσμο και σχετικά μεγάλης ανάπτυξής του στη Ρωσία. Ήταν αστική επανάσταση, γιατί το άμεσο καθήκον της ήταν η ανατροπή της τσαρικής απολυταρχίας, της τσαρικής μοναρχίας κα η κατάργηση της τσιφλικάδικης γαιοκτησίας και όχι η ανατροπή της κυριαρχίας της αστικής τάξης. Η αγροτιά ειδικά δεν κατανοούσε αυτό το τελευταίο καθήκον, δεν κατανοούσε τη διαφορά του από τα πιο κοντινά και άμεσα καθήκοντα του αγώνα. Και ήταν αγροτική αστική επανάσταση, γιατί οι αντικειμενικές συνθήκες έβαζαν σε πρώτη γραμμή το πρόβλημα της αλλαγής των βασικών συνθηκών ζωής της αγροτιάς, της συντριβής της παλιάς μεσαιωνικής γαιοκτησίας, «του καθαρίσματος του εδάφους» για τον καπιταλισμό, γιατί οι αντικειμενικές συνθήκες πρόβαλαν στο στίβο τη λίγο-πολύ ανεξάρτητη ιστορική δράση των αγροτικών μαζών.

Στα έργα του Τολστόι εκφράστηκε και η δύναμη και η αδυναμία, και η ισχύς και η στενότητα ακριβώς του μαζικού κινήματος των αγροτών. Η φλογερή, η γεμάτη πάθος, πολλές φορές αμείλικτα αυστηρή διαμαρτυρία του ενάντια στο κράτος και την αστυνομική-επίσημη εκκλησία δίνει την ψυχολογία της πρωτόγονης αγροτικής δημοκρατίας, στην οποία οι αιώνες του δουλοπαροικιακού καθεστώτος, της υπαλληλοκρατικής ασυδοσίας και ληστείας, του εκκλησιαστικού ιησουϊτισμού, της απάτης και αγυρτείας συσσώρευσαν βουνά οργής και μίσους. Η αδιάλλακτη άρνηση από μέρους του της ατομικής ιδιοκτησίας γης δίνει την ψυχολογία των αγροτικών μαζών σε μια ιστορική στιγμή που η παλιά μεσαιωνική γαιοκτησία και των τσιφλικάδων και του δημοσίου είχε γίνει αφόρητο εμπόδιο για την παραπέρα ανάπτυξη της χώρας, και που η παλιά αυτή γαιοκτησία, ήταν αναπόφευκτα καταδικασμένη στην πιο απότομη και ανελέητη καταστροφή. Το ακατάπαυστο και γεμάτο από βαθύτατο αίσθημα και φλογερότατη αγανάκτηση κατηγορώ του ενάντια στον καπιταλισμό δίνει όλη τη φρίκη του πατριαρχικού αγρότη που πάνω του ρίχνεται ένας καινούργιος, αόρατος, ακατανόητος εχθρός, που έρχεται κάπου απ’ την πόλη ή κάπου από το εξωτερικό, καταλύοντας όλα τα «θεμέλια» της ζωής του χωριού, φέρνοντας μαζί του πρωτοφανέρωτη καταστροφή, εξαθλίωση, λιμοκτονία, βαρβαρότητα, πορνεία, σύφιλη, όλα τα δεινά της «εποχής της πρωταρχικής συσσώρευσης», επαυξημένα στο εκατονταπλάσιο με τη μεταφορά στο ρωσικό έδαφος των νεότατων τρόπων ληστείας, που επεξεργάστηκε ο κύριος Κουπόν.

Ο φλογερός όμως διαμαρτυρόμενος, ο γεμάτος πάθος κατήγορος, ο μεγάλος κριτικός έδειξε ταυτόχρονα στα έργα του μια τέτοια έλλειψη κατανόησης των αιτίων της κρίσης και των μέσων για την απαλλαγή από την επερχόμενη κρίση στη Ρωσία, που θα ταίριαζε μόνο σ’ ένα συγγραφέα με ευρωπαϊκή μόρφωση. Ο αγώνας ενάντια στο δουλοπαροικιακό και αστυνομικό κράτος, ενάντια στη μοναρχία, μετατρεπόταν στα έργα του σε άρνηση της πολιτικής, κατέληγε στη διδασκαλία της «μη αντίστασης στο κακό», οδήγησε στην ολοκληρωτική απομάκρυνσή του από τον επαναστατικό αγώνα των μαζών το 1905-1907. Ο αγώνας ενάντια στην επίσημη εκκλησία ταυτιζόταν με την κήρυξη μιας νέας, αποκαθαρμένης θρησκείας, δηλαδή ενός νέου, αποκαθαρμένου, ραφιναρισμένου δηλητηρίου για τις καταπιεζόμενες μάζες. Η άρνηση της ατομικής ιδιοκτησίας γης δεν οδηγούσε στη συγκέντρωση όλου του αγώνα ενάντια στον πραγματικό εχθρό, ενάντια στην τσιφλικάδικη γαιοκτησία και το πολιτικό όργανο της εξουσίας της, δηλ. τη μοναρχία, αλλά σε ονειροπαρμένους, αόριστους, ανίσχυρους αναστεναγμούς. Το κατηγορώ του ενάντια στον καπιταλισμό και τα δεινά που φέρνει στις μάζες ανακατευόταν με μια τελείως παθητική στάση απέναντι στην παγκόσμια απελευθερωτική πάλη που κάνει το διεθνές σοσιαλιστικό προλεταριάτο.

Ο έσω δαίμονας και ο κοινός βίος

anna-karenina-picture02
Σπάνια μια ταινία καταφέρνει να μεταφέρει ένα σπουδαίο μυθιστόρημα στην οθόνη χωρίς να προδώσει το περιεχόμενό του ή, έστω, να το ελαφρύνει, και ταυτόχρονα να προσφέρει καθαρή κινηματογραφική ομορφιά. Η Αννα Καρένινα του Τζό Ράιτ το καταφέρνει: η μνημειώδης τοιχογραφία του Τολστόι κεντρίζει τον νου και την καρδιά, η μεγάλη λογοτεχνία είναι παρούσα, σεναριοποιημένη από τον Τομ Στόπαρντ, ενώ ταυτόχρονα ξεχειλίζει η αμιγής κινηματογραφική απόλαυση.
Ναι, πράγματι, δεν είναι παρόντα όλα τα μοτίβα και οι επιμέρους ιστορίες, όλοι οι επιμέρους χαρακτήρες του ποταμού των 1.200 σελίδων· δεν χωράνε σε 130 λεπτά φιλμ. Αλλά διασώζεται το ουσιώδες: το πνεύμα και η διερώτηση του τολστοϊκού έργου. Ποιος ο πυρήνας της αγάπης, ποια η δύναμη της συγχώρεσης; Τι είναι κανονικό, αποδεκτό, και τι έκκεντρο, καταστροφικό; Ποια είναι τα όρια; Μέχρι πού μπορεί να φτάσει η ατομική πραγμάτωση, η προσωπική ευτυχία, χωρίς να καταστρέφει την ευτυχία του άλλου; Και τα λοιπά.
Leo_TolstoyΟ Τολστόι, ο ιδιοσυγκρασιακός χριστιανός, ο ασκητής, ο αφουγκραστής της γης και των καταφρονεμένων, o ειρηνόφιλος και αναρχικός, είναι παρών, σε κάθε φράση, και ιδίως στο πρόσωπο του Λέβιν, που αναζητεί την εσωτερική ειρήνη και την δημιουργική πλήρωση στη γη, στην αγάπη, στην Κίτυ. Αλλά είναι παρών και στη θυελλώδη Αννα Καρένινα, που την αρπάει το πάθος και τη συντρίβει· μια γυναίκα που αιωρείται ανάμεσα στη Εμμα Μποβαρύ και την Τζέην Εϊρ, ανάμεσα στην αστή μοιχαλίδα και την ελεύθερη ανεξάρτητη γυναίκα. Τρεις γάμοι και επτά πρόσωπα, διασταυρούμενα μες στις αμφιβολίες και τα διλήμματα, αναζητώντας δύσκολες απαντήσεις σε οδυνηρά ερωτήματα. Στο φόντο, η κοινωνία, η ιστορία, η μετάβαση.
Οι πιο εύστοχες απαντήσεις έρχονται από τις απλές καρδιές: από τον χωριάτη επιστάτη του Λέβιν, από τη νεαρή Κίτυ· στα απέραντα ρωσικά σταροχώραφα, και στην κορυφαία ίσως σκηνή της ταινίας: όταν η νεαρή αρχόντισσα και η καταφρονεμένη πόρνη πλένουν και μυρώνουν το σώμα του ξέπνοου ρέμπελου, υπό το σιγανό μουρμουρητό ενός λαϊκού τραγουδιού. Είναι η ταπείνωση και το μεγαλείο στο μεταίχμιο ζωής και θανάτου, εκεί όπου η πράξη και η στάση παραμερίζουν τον λόγο και τη σκέψη. Είναι η σκηνή όπου ο Τζο Ράιτ συλλαμβάνει το μέγεθος του τολστοϊκού σύμπαντος και το αποδίδει με σπάνια κινηματογραφική ομορφιά, ζωγραφίζοντάς το χωρίς λεζάντες.
Αυτή είναι η μεγάλη αρετή του σκηνοθέτη: δεν εξιστορεί με λόγια, αλλά με εικόνες, χρησιμοποιώντας στο πολυεδρικό του αφήγημα το μπαλέτο, το χοροθέατρο, τη ζωγραφική, τα ταμπλώ βιβάν, τη μουσική και τον ήχο, το μοντάζ, κοστούμια και χρώματα, τολμηρούς αφηγηματικούς διασκελισμούς ― το σινεμά εντέλει. Η προχωρημένη τεχνική του σημερινού σινεμά χρησιμοποιείται με δεξιοτεχνία αλλά και οικονομία· ο ιλιγγιώδης ρυθμός προέρχεται από τον σημερινό κόσμο του εικονιστικού πληθωρισμού, αλλά εδώ δεν χρησιμοποιείται για εντυπωσιασμό, αλλά για να πυκνώσει η αφήγηση και να παραμεριστούν οι συμβάσεις, για να αγγίζει διαρκώς ο θεατής-αναγνώστης τον πνευματικό πυρήνα του έργου, τη συναισθηματική ζάλη και τον υπαρξιακό πυρετό, τις ηθικές συγκρούσεις, τα αγωνιώδη ερωτήματα. Με αυτό τον πολυπρισματικό τρόπο συντίθενται συναρπαστικές σκηνές σαν τον χορό της Καρένινα με τον Βρόνσκι ή σαν την εξωλεκτική συνομιλία σμιξίματος του Λέβιν με την Κίτυ. Το σινεμά του Ράιτ σε τέτοιες στιγμές θυμίζει το θεατρικό-κινηματογραφικό-μουσικό-ζωγραφικό πολυθέαμα του σπουδαίου Νοτιοαφρικανού καλλιτέχνη Ουίλιαμ Κέντριτζ.
Η κινηματογραφική Αννα Καρένινα του Τζό Ράιτ πετυχαίνει διττά: αφενός, θυμίζει τι μπορεί να κάνει το σινεμά σήμερα, όχι μόνο σαν εκφραστικό μέσον αλλά και σαν φορέας του υψηλού για το ευρύ κοινό· αφετέρου, δείχνει τον Τολστόι συναρπαστικό και επίκαιρο, δείχνει πόσο δραστική εξακολουθεί να είναι η μεγάλη λογοτεχνία, ακόμη και διασκευασμένη και περιληπτική. Δείχνει ακόμη ότι τα μεγάλα έργα τέχνης απ’ τις πρώτες κορυφώσεις της νεωτερικότητας, οι πρισματικές αφηγήσεις του μεταίχμιου, εξακολουθούν να είναι ζωντανά, καυτά, ενάμιση αιώνα μετά ―Καρένινα, Τζέην Εϊρ, Σταυρόγκιν. Ο Τολστόι, επιπλέον, ενώπιον του οδυνηρού μεταίχμιου προσφέρει σαν διέξοδο μια ουτοπία, τόσο δύσκολη, τόσο συνταρακτική, τόσο επίκαιρη: την αγάπη και τη συγχώρεση, τη συμφιλίωση του έσω δαίμονα με τον έλλογο κοινό βίο.

Πόση γη χρειάζεται ένας άνθρωπος ?


Μια από τις ιστορίες του Λέων Τολστόι, είναι μικρή ιστορία αυτή έχει τον τίτλο «Πόση γη χρειάζεται ένας άνθρωπος;» Η ιστορία μιλάει για έναν αγρότη, τον Παχόμ που ο ίδιος απόκτησε περιουσία και τα υπάρχοντα του τα πολλά, άναψαν μέσα του μια επιθυμία να αποκτήσει όλο και πιο πολλά.
_____________________________________________
"Η τύχη το έφερε και συνάντησε ο Παχόμ έναν άλλο αγρότη που ήρθε από πάνω από τον Βόλγα και επίσης έναν πλανόδιο έμπορο που ταξίδευε από μέρος σε μέρος. Από αυτούς, λοιπόν, ο Παχόμ έμαθε για απέραντες εκτάσεις γης που μπορούσε να τις αποκτήσει καθένας για «ένα κομμάτι ψωμί» όπως λέμε, από κάποιους που έμεναν πολύ μακριά, και ήταν νομάδες, είχαν ζώα και μετακινούνταν από μέρος σε μέρος. Αυτούς τους έλεγαν «Μπασκίρς.»
Μια και δυο λοιπόν ο Παχόμ ξεκίνησε, ταξίδεψε και έφτασε σε εκείνη την μακρινή γη. Το έδαφος ήταν παρθένο και απαλό σαν την παλάμη του ανθρώπου και μαύρη όπως ο σπόρος της παπαρούνας, και το χορτάρι έφτανε ψηλά ως το στήθος.
«Και ποια είναι η τιμή;» ρώτησε ο Παχόμ.
«Η τιμή μας είναι πάντοτε η ίδια: χίλια ρούβλια την ημέρα» του απάντησαν
Ο Παχόμ δεν καταλάβαινε.
«Την ημέρα; Τι είδους τιμή είναι αυτή; Πόση έκταση είναι αυτό;»
«Δεν ξέρουμε να το υπολογίσουμε» είπε ο αρχηγός τους.
«Το πουλάμε με την ημέρα. Όσο μπορείς να περπατήσεις σε μια μέρα, όσο σε πηγαίνουν τα πόδια σου και αντέχεις για μια μέρα να πηγαίνεις, είναι δικό σου, και η τιμή είναι πάντα χίλια ρούβλια.»
Ο Παχόμ έχασε τη μιλιά του από την έκπληξη.
«Ναι,» είπε, «αλλά σε μια μέρα μπορώ να προλάβω να περπατήσω και να καλύψω ένα τεράστιο μέρος από γη.»
Ο αρχηγός τους γέλασε.
«Θα είναι όλο δικό σου!» του είπε. «Αλλά υπάρχει ένας όρος. Θα πρέπει την ίδια μέρα να επιστρέψεις στο μέρος από το οποίο ξεκίνησες. Αν δεν επιστρέψεις στο μέρος από όπου ξεκίνησες, τα λεφτά σου είναι χαμένα».
Εκείνο το βράδυ ο Παχόμ δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Όμως πριν χαράξει αποκοιμήθηκε και άρχισε να ονειρεύεται. Ονειρευόταν πως ήταν σε μια δικιά του σκηνή και πως άκουσε να γελούν απ’ έξω. Τόλμησε και βγήκε έξω και είδε τον αρχηγό των Μπασκίρς να κάθεται έξω από την σκηνή και να κρατά την κοιλιά του από τα γέλια και να κυλίεται γύρω-γύρω γελώντας. Καθώς πλησίασε πιο κοντά κατάλαβε πως δεν ήταν ο αρχηγός των Μπασκίρ αλλά εκείνος ο πλανόδιος έμπορος που είχε συναντήσει στην δική του γη, και σαν είδε ακόμη πιο καλά κατάλαβε πως ήταν ο αγρότης που είχε βρει, που είχε έρθει πάνω από τον Βόλγα. Αλλά τελικά δεν ήταν ούτε αυτός, ήταν ο διάβολος ο ίδιος με κέρατα και πόδια ζώου, με οπλές που τα κτυπούσε κάτω ελαφρά. Μπροστά από τον διάβολο ήταν ξαπλωμένος ένας ξυπόλυτος άνδρας που φορούσε μόνο παντελόνι και πουκάμισο.
Και καθώς ονειρευόταν ο Παχόμ, πήγε πιο κοντά να δει τι άνθρωπος ήταν αυτός, και διαπίστωσε πως ήταν νεκρός και πως ήταν… ο εαυτός του!
Τρομοκρατημένος ο Παχόμ πετάχτηκε επάνω. «Τι μπορεί να ονειρεύεται ο άνθρωπος!» σκέφτηκε.
Ο Παχόμ έφτασε στην πεδιάδα εκείνη που είχαν συμφωνήσει καθώς ο ουρανός άρχιζε να κοκκινίζει. Έβαλε τα χίλια ρούβλια στο γούνινο καπέλο του αρχηγού που το είχε βάλει στο χώμα, και ξεκίνησε. Το βήμα του δεν ήταν ούτε αργό, ούτε γρήγορο. Όσο όμως περπατούσε στην γη έκανε πιο μεγάλα βήματα γιατί η γη σε κάθε βήμα που έκανε φαίνονταν και πιο ωραία. Μάλιστα σε μια προσπάθεια να συμπεριλάβει μέσα ένα πολύ ωραίο λιβάδι, πήγε πολύ μακριά πριν να βάλει το σημάδι που είχε μαζί του, και να αρχίσει να γυρίζει πίσω. Έτσι κύλησε η μέρα και τώρα βιαζόταν και περπατούσε πραγματικά γρήγορα κάτω από τον καυτό ήλιο που όμως είχε αρχίσει να δύει.
Κατακουρασμένος αφού έκανε κύκλο τέτοια μεγάλη έκταση ο Παχόμ γύριζε πίσω στο λοφάκι από όπου είχε ξεκινήσει περπατώντας με δυσκολία, σέρνοντας τα πόδια του. Το στήθος του ανεβοκατέβαινε σαν των παλιών σιδεράδων το φυσερό, η καρδιά του χτυπούσε σαν σφυρί, τα πόδια του άρχιζαν σιγά-σιγά να τον εγκαταλείπουν. Σε λίγο έβλεπε ο Παχόμ τον λόφο και τους Μπασκίρς να του φωνάζουν.
Και ο Τολστόι κλείνει την ιστορία:
«Ο Παχόμ κοίταξε τον ήλιο που είχε αγγίξει την γη. Η μια πλευρά του είχε ήδη χαθεί. Με όση δύναμη του απέμενε βιάστηκε τόσο πολύ που έγερνε το κορμί του μπρος τα εμπρός ίσα-ίσα που τα πόδια του ακολουθούσαν ώστε να μην πέσει. Με το που άγγιξε τον λοφίσκο ξαφνικά σκοτείνιασε. Κοίταξε ψηλά, ο ήλιος είχε ήδη δύσει! Φώναξε με αγωνία: «όλος μου ο κόπος πήγε χαμένος,» και ενώ σκεφτόταν να σταματήσει άκουσε τους Μπασκίρς να του φωνάζουν και θυμήθηκε πως αν και για αυτόν που ήταν χαμηλά ο ήλιος είχε δύσει, για αυτούς όμως που ήταν στην κορυφή ο ήλιος ακόμη φαινόταν. Παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, ανέβηκε πάνω στον λόφο. Εκεί ήταν ακόμη φως. Και καθώς έφτασε στην κορυφή είδε τον σκούφο. Δίπλα από αυτόν καθόταν ο αρχηγός γελώντας και έχοντας τα χέρια στη μέση του. Πάλι ο Παχόμ θυμήθηκε το όνειρό του και έβγαλε μια κραυγή. Τα πόδια του τον εγκατέλειψαν, έπεσε μπροστά και άρπαξε το καπέλο (με τα ρούβλια) στα χέρια του…-πέθανε από την υπερβολική προσπάθεια.
Ο υπηρέτης του σήκωσε μια αξίνα και έσκαψε ένα λάκκο μακρύ αρκετά για να χωράει τον Παχόμ και τον έθαψε εκεί. Έξι πόδια, όσο από το κεφάλι στις πατούσες του, τόσο του έλειπε για να φτάσει στον στόχο του.»
________________________________________
"Πόση γη χρειάζεται ένας άνθρωπος;"  Mια ιστορία με μεγάλη δύναμη και παγκόσμια απήχηση γιατί η πλεονεξία, η απληστία είναι αρρώστια που μολύνει την ψυχή όλης της ανθρωπότητας.
Όλοι βέβαια απορρίπτουν την πλεονεξία και την απληστία. Αλλά η πραγματικότητα είναι πως κάθε μέρα κάποιος κήρυκας, ή ιερέας κάπου θα κάνει την κηδεία κάποιου που ξόδεψε την ζωή του, θυσίασε τα πάντα, ακόμη και την οικογένειά του για να φτάσει στην κορυφή του λόφου του Παχόμ, για να αποκτήσει όλο και πιο πολλά.

Η επανάσταση είναι για τους πολλούς, η ανάσταση είναι για τον έναν [Τολστόι ]


(Leo Tolstoy ) Λέων Τολστόι - Ανάσταση
Η ανάσταση, και ως λέξη, ακούγεται πολύ βαριά στη σύγχρονη εποχή, εκτός του ότι παραπέμπει στο φινάλε μιας θρησκευτικής πίστης, η οποία, όπως όλες, πήρε και αυτή το δικό της μερίδιο της αμφισβήτησης. Και ναι μεν η επανάσταση αφορά πλέον χώρες του Τρίτου Κόσμου, όμως στη διαδικασία της ανάστασης μπορεί να μπει οποιοσδήποτε, σύμφωνα με την άποψη του συγγραφέα. (Μια μορφή αναστάσεως μπορεί να είναι αυτό που λέμε σήμερα αποτοξίνωση, όχι από ουσίες, αλλά από έναν τρόπο ζωής και μια κατάσταση ψυχής.) Είναι εντυπωσιακό το πώς τα επιχειρήματα του Τολστόι άντεξαν στον χρόνο και μοιάζουν σήμερα τόσο επίκαιρα. Χρειάστηκε να γίνει ένα τεράστιο άλμα στο βιοτικό επίπεδο του σύγχρονου κόσμου, για να τα βρει μπροστά του. «Η οικοδομή -σημειώνει κάπου ο συγγραφέας- ήταν πραγματικά τεράστια...
Την ώρα που υπάρχουν παιδιά που αργοπεθαίνουν από υποσιτισμό, χτίζονται τέτοια ανόητα και άχρηστα σπίτια, για κάποιον ανόητο και άχρηστο άνθρωπο...». Ενας τέτοιος άνθρωπος έγινε και ο ήρωας του έργου, όταν, όπως λέει χαρακτηριστικά, έπαψε να πιστεύει στον εαυτό του, κι άρχισε να πιστεύει στους άλλους. Πιστεύοντας στον εαυτό του, έπρεπε να λύσει το κάθε πρόβλημα, τις περισσότερες φορές αντίθετα με το εγώ του. Πιστεύοντας στον εαυτό του, υπέκειτο πάντα τα σχόλια και τις επικρίσεις των άλλων. Που σημαίνει πως η πορεία προς την ανάσταση είναι μια πορεία εντελώς μοναχική. Είναι ένα σημείο μηδέν, όπου μπορεί να φτάσει κανείς μέσα από μια προσωπική εμπειρία, η οποία, στο συγκεκριμένο έργο, έχει ως αφετηρία της τον έρωτα, και ένα πρόσωπο που, εν αγνοία του, δείχνει τον δρόμο (καμιά φορά εγκαίρως, καμιά φορά, δυστυχώς, λίγο αργά). Στην περίπτωση του Τολστόι η πραγματικότητα φωνάζει κάθε στιγμή. Ο «λαός αργοσβήνει» - γράφει. «Η υπέρμετρη εργασία των γυναικών... Η πείνα για τους γέρους»... γίνονται φορτία συσβάσταχτα για τον ήρωα, που κάποτε τα θωρούσε αναπόφευκτα στοιχεία της καθημερινότητας, τότε που μετατράπηκε, χωρίς να το καταλάβει, σ' έναν «διεφθαρμένο, λεπταίσθητο εγωιστή». Γιατί ο δρόμος προς την ανάσταση, κατά τον Τολστόι, ξεκινάει από την αγνότητα και επιστρέφει σ' αυτήν, αφού περάσει μέσα από τη διαφθορά και την αλλοτρίωση. Είναι σαφέστατα θρησκευτικό το έργο του Τολστόι, όπως ήταν και η ζωή του ίδιου. Αυτό όμως δεν τον εμπόδισε να διατυπώσει μια τελική άποψη, ακραία όσο και πολύ απλή: «Ο πολλαπλασιασμός του ανθρώπινου γένους είναι μονάχα η κατώτερη λειτουργία του ανθρώπου. Η ανώτατη είναι η εξυπηρέτηση κάθε ζωντανού όντος...». [2]
(Leo Tolstoy ) Λέων Τολστόι - Ανάσταση | κοινωνία , ανθρωπότητα, θεολογία
[1] Στο επικό τούτο μυθιστόρημα του Τολστόϊ παρακολουθούμε την πορεία της πνευματικής εξέλιξης του γαιοκτήμονα Νεχλιούντοφ από την ανωριμότητα που χαρακτήριζε την πρόσφατη ζωή του στην πνευματική ενηλικίωση του που επιτυγχάνεται μέσω της συναναστροφής του με ανθρώπους, καταστάσεις και ιδέες τις οποίες γνώρισε από κοντά, συμμετέχοντας στα πάθη των κατατρεγμένων συνανθρώπων, ανακαλύπτοντας το νόημα της ύπαρξης μέσα από τις ευαγγελικές διδαχές.
Όλα ξεκίνησαν από την συμμετοχή του Νεχλιούντοφ σε ένα δικαστήριο ενόρκων. Εκεί θα κληθεί να δικάσει την όμορφη πόρνη Μάσλοβα που στα νιάτα του είχε ερωτευτεί όταν εκείνη ζούσε ως καμαριέρα μαζί με τις θείες του στο καλοκαιρινό του κτήμα. Συνεπαρμένος από την ομορφιά της νεαρής Κατιούσιας θα την ερωτευτεί, ωστόσο ο διάβολος με την μορφή της σαρκικής μίξης θα τον κυριεύσει και έτσι θα γίνει το κακό σημαδεύοντας αμφότερες τις ζωές τους. Για τον Νεχλιούντοφ της ανωριμότητας «η γυναίκα είναι ένα από τα καλύτερα μέσα απόλαυσης».
Ο Τολστόϊ περιγράφει με λεπτομέρειες την ψυχολογική αλλοίωση του βασικού του χαρακτήρα, επιμένει στην μετάλλαξη του από πνευματικό άνθρωπο σε άνθρωπο-κτήνος που δεν ορρωδεί πουθενά. Περιγράφει με ενάργεια που θυμίζει ασκητικά κείμενα την επίθεση των λογισμών (¨οι άσχημες σκέψεις γεννούν όλες τις άσχημες πράξεις») που γέννησαν το αφύσικο πάθος: «το βράδυ ήταν συνέχεια ανήσυχος, άλλοτε πήγαινε στις θείες του, άλλοτε τις άφηνε και γύριζε στο δωμάτιο του και στη βεράντα με μια και μοναδική σκέψη: πώς να την ξεμονάχιαζε».Αυτός ήταν ο Νεχλιούντοφ της πρώιμης εποχής της ανωριμότητας. Μετέχοντας στο δικαστήριο που θα κρίνει την ενοχή ή μη της Κατιούσα σε έναν αμφιλεγόμενο φόνο ενός πελάτη της στον οίκο ανοχής που δούλευε, ο Νεχλιούντοφ θα έρθει αντιμέτωπος με την αληθινή κοινωνία της εποχής και το διαβρωτικό όσο και απάνθρωπο δικανικό σύστημα.
Η καταδίκη της Κατιούσα είναι αποτέλεσμα κακής εκτίμησης εκ μέρους των ενόρκων, ένα γραφειοκρατικό σφάλμα, μια αβλεψία που ουδείς θεώρησε χρήσιμο να επισημάνει στους ενόρκους. Κατάληξη του σφάλματος αυτού είναι η καταδίκη της Κατιούσα στα κάτεργα της Σιβηρίας- ήδη, ο φθαρτός κόσμος του Νεχλιούντοφ αρχίζει να καταρρέει. Δικαίωμα στη μετάνοια έχει κάθε άνθρωπος και ο Θεός παρέχει άφθονες ευκαιρίες σε κάθε αμαρτωλό και αστοχούντα για να μετανοήσει: «παρακαλούσε τον Θεό να τον βοηθήσει, να ενθρονιστεί μέσα του και να τον εξαγνίσει….ο Θεός που ζούσε μέσα του ξύπνησε στη συνείδηση του. Ένιωσε τον εαυτό του ένα με τον Θεό κι έτσι ένιωσε όχι μόνο ελεύθερος, σφριγηλός και χαρούμενος, αλλά ένιωσε και την δύναμη του καλού».Από δω και στο εξής την ζωή του Νεχλιούντοφ την προσδιορίζει ο μετανοών βίος. Συντελείται μέσα του κοσμοϊστορική αλλαγή, ο νους του φωτίζεται από την υπερφυσική χάρη. Επιθυμεί να ζήσει την ολοκληρωτική μετάνοια προσφέροντας στην κοινωνία των απόκληρων όσα μπορεί από το χέρι. Από άτομο γίνεται πρόσωπο. Η μετάνοια του αποκτά κοινωνικά χαρακτηριστικά, γίνεται κριτής των κακώς κειμένων της ρωσικής κοινωνίας της εποχής του, των σάπιων θεσμών που εξευτελίζουν τον άνθρωπο.
Ο μετανοών Νεχλιούντοφ γίνεται διαπρύσιος κήρυκας της ηθικής. Αλλάζει όχι μόνο εσωτερικά αλλά και εξωτερικά, επιθυμεί να πουλήσει τα υπάρχοντα του, να πάψει να είναι γαιοκτήμονας που εκμεταλλεύεται τους φτωχούς χωρικούς, αλλά στην προσπάθεια του αυτή συναντά το παράδοξο: οι κινήσεις του αυτές κρίνονται με επιφύλαξη από τους εργάτες της γης που δεν πιστεύουν, δεν είναι δυνατό να πιστέψουν, πως κάποιος τόσο πλούσιος εγκαταλείπει την ατομική ιδιοκτησία της γης του. Αυτό το γεγονός αλλά και η επιφύλαξη, αν όχι εχθρότητα, που συναντά από την Κατιούσα στην επιθυμία του να την παντρευτεί προκειμένου να επανορθώσει αποδεικνύουν πως η μετάνοια ως κοινωνικό γεγονός είναι εξαιρετικά δύσκολο κατόρθωμα.Στην πορεία της μετανοίας του ο Νεχλιούντοφ θα συναντηθεί με πλήθος ανθρώπων.
Ο Τολστόϊ απεικονίζει δεσμοφύλακες, κρατικούς λειτουργούς, ολόκληρο το θεσμικό κατεστημένο της εποχής του ανελέητα. Όλοι τους είναι υπηρέτες ενός συστήματος που καταπιέζει τον συνάνθρωπο τους διότι απουσιάζει η αγάπη. Κριτήριο και νόμος αυτού του συστήματος είναι ο φόβος και η εξουσία, ενώ η αγάπη και η συμπόνοια έχουν εκλείψει: «όλα προέρχονται από το γεγονός ότι οι άνθρωποι αυτοί αναγνωρίζουν σα νόμο κείνο που δεν είναι νόμος, και δεν αναγνωρίζουν σα νόμο κείνο που είναι ο αιώνιος, ο αμετάβλητος, ανεξάλειπτος νόμος, γραμμένος από τον ίδιο τον Θεό στις καρδιές των ανθρώπων». Στο κάτεργο όπου θα πάει για να βοηθήσει τους κατατρεγμένους του συστήματος, ο Νεχλιούντοφ θα συναντήσει ανθρώπους που τάχθηκαν εθελούσια, ωθούμενοι είτε από σοσιαλιστικές είτε από αναρχικές ιδέες στην ανατροπή της υφιστάμενης τάξης πραγμάτων, άλλοι όντως κινούμενοι από αγνά ιδανικά και άλλοι από καθαρή ματαιοδοξία ή φιλαυτία ή μηδενισμό. Είναι εντυπωσιακές οι σελίδες του τρίτου μέρους του έργου όπου παρουσιάζει ο Τολστόϊ αυτήν την ιδιότυπη κοινωνία των φυλακισμένων επαναστατών. Πολιτικοί και ποινικοί κρατούμενοι συνιστούν μια κοινωνία αντιθέσεων, αντιφάσεων, παθών, ηρωικών μορφών.Το τέλος του μυθιστορήματος διαπνέεται από το πνεύμα του Ευαγγελίου. Ο Τολστόϊ δωρίζει την παρακαταθήκη του στις ερχόμενες γενιές θεωρώντας την Επί του Όρους Ομιλία ως τον άξονα επί του οποίου οφείλουν να προσδιορίζονται οι ανθρώπινες και οι κοινωνικές σχέσεις.
Ο λόγος του Χριστού, για τον Τολστόϊ, είναι τόσο οξύς και κατηγορηματικός που γκρεμίζει όλες τις ανθρώπινες ευαρέσκειες και συνιστά επαναστατική ομολογία αποτυχίας κάθε ανθρώπινης προσπάθειας που τελείται δίχως την παρουσία του θεϊκού πνεύματος: «διεφθαρμένοι άνθρωποι ήθελαν να διορθώσουν άλλους διεφθαρμένους….και είναι φανερό πως δεν είναι στο χέρι ενός ανθρώπου να διορθώνει έναν άλλο άνθρωπο». Η Βασιλεία του Θεού επί της γης: αυτό είναι το πνεύμα με το οποίο επιθυμεί να ερμηνεύσει τα λόγια του Χριστού ο Τολστόϊ. Να πράττουν όλοι οι άνθρωποι κατά τις ευαγγελικές διδαχές προκειμένου να έλθει η Βασιλεία του Θεού στον κόσμο.Αυτό, λέει τώρα ο Νεχλιούντοφ, είναι το έργο της ζωής μου.
Το ζητούμενο ωστόσο είναι, και ο μέγας πειρασμός συνάμα, να μην επιθυμήσουμε την Βασιλεία του Θεού στη γη προτού διορθώσουμε τον εαυτό μας, διαφορετικά οδηγούμαστε στον «Μέγα Ιεροεξεταστή» του άλλου μεγάλου Ρώσου λογοτέχνη Ντοστογέφσκυ και εξομοιούμαστε με όσους διεφθαρμένους καταδίκαζε στο βιβλίο του ο Τολστόϊ. [1]


Πηγές:  [1] http://kirigma.wordpress.com, [2] http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=282757 (Γιώργος Νοταράς)

Παρασκευή 3 Ιουλίου 2015

Ἤγγικεν ἡ ὥρα πού οἱ τοκογλύφοι θὰ στείλουν τοὺς «μπράβους» τους; Γράφει ὁ Δρ. Κωνσταντῖνος Βαρδάκας

Γράφει ὁ Δρ. Κωνσταντῖνος Βαρδάκας
Τὰ ψέματα τελείωσαν, ὁ κύβος ἐρρίφθει.
Ἀπὸ τὴν σφαίρα ἐπιρροῆς τῶν Γερμανῶν στὴν σφαίρα ἐπιρροῆς τῶν Ἀμερικάνων;
"Εἶναι ἀλήθεια ὅτι δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ ξεζουμίζει ἕναν λαό. Οἱ μεταρρυθμίσεις εἶναι ἀναγκαῖες, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἔχουν ἀποτέλεσμα θὰ πρέπει νὰ γίνουν μὲ μέτρο καὶ νὰ μὴν προκαλοῦν ἐθνικὴ ἀσφυξία. Η Ἑλλάδα, που πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ μείνει στὴν Εὐρωζώνη, χρειάζεται ἀναπτυξιακὴ προοπτικὴ καὶ ὄχι ἐκβιασμούς".  Τάδε ἔφη ὁ πρόεδρος τῆς Ἀμερικῆς Ὀμπάμα  defencenet.gr 01/02/2015
Στὶς 14 Ὀκτωβρίου τοῦ 2014 ἀρθρογραφούσαμε μὲ τὸν τίτλο Ποῦ εἶναι, «Schaeuble», τὸ κεντρί σου; Ποῦ εἶναι, «Μέρκελ» ἡ νίκη σου;
Καὶ σημειώναμε.¨ To πάρτι στὴν Γερμανία μὲ τὰ «other peoples money» ἢ καλύτερα «other nations money» τελείωσε!
¨Σὲ μία νέα, ἐξαιρετικὰ ἐπικίνδυνη, φάση εἰσέρχεται ἡ κρίση στὴν Εὐρωζώνη, καὶ κανεὶς δὲν ἐγγυᾶται ἕνα «happy end», προειδοποιεῖ μὲ σημερινό του δημοσίευμα...
ὁ Guardian. 1 Φεβρουαρίου 2015
Ἡ ἄποψη τῆς Γερμανίας, ὅμως, εἶναι διαφορετική, ἐξηγεῖ ἡ ἐφημερίδα, καθὼς θεωρεῖ ὅτι τὰ δημοσιονομικὰ πλεονάσματα θὰ ἐξοικονομήσουν κεφάλαια γιὰ τὰ κράτη προκειμένου νὰ μπορέσουν νὰ διαχειριστοῦν τὶς ἀπαιτήσεις τοῦ γερασμένου καὶ μειούμενου πληθυσμοῦ.
Αὐτό, σύμφωνα μὲ τὸν Guardian, σημαίνει ὅτι ἡ Merkel θὰ τηρήσει πολὺ σκληρὴ στάση στὶς διαπραγματεύσεις μὲ τὸν Τσίπρα, καθὼς ἡ γερμανικὴ πλευρὰ θὰ θελήσει νὰ καθυστερήσει τὴ δημοσιονομικὴ ἐνοποίηση τῆς Εὐρωζώνης.¨
Σὲ αὐτὸ τὸ ἀνατρεπτικὸ οἰκονομικὸ περιβάλλον βγαίνουν διάφοροι τύποι καὶ ὀμικοῦν γιὰ λογαριασμὸ τοῦ γερμανικοῦ ἀφεντικοῦ.
¨O κ. Liikanen ἀπέρριψε τὴν ἰδέα τῆς ὅποιας διαγραφῆς ἑλληνικοῦ χρέους
Ἡ Εὐρωπαϊκὴ Κεντρικὴ Τράπεζα δὲν θὰ μπορέσει νὰ συνεχίζει νὰ δανείζει τὶς ἑλληνικὲς τράπεζες, ἂν δὲν ὑπάρξει συμφωνία γιὰ παράταση τοῦ προγράμματος διάσωσης τῆς Ἑλλάδας μέχρι τὸν Φεβρουάριο.
Αὐτὸ δήλωσε στὸ δίκτυο YLE τὸ μέλος τοῦ συμβουλίου τῆς ΕΚΤ, Erkki Liikanen, ὅπως μεταδίδει τὸ Reuters.¨ 31/01/2015

Κυριακή 21 Ιουνίου 2015

"Να πάει να κρεμαστεί"

Ο διαβόητος killer Κώστας Πάσσαρης.

"Να πάει να κρεμαστεί"

«Αν έχει μετανοήσει ο Κώστας Πάσσαρης να μη γίνει μοναχός, αλλά να δέσει μια θηλιά στο λαιμό του να κρεμαστεί!» Οργή και αποστροφή προκαλεί στις οικογένειες των δύο αστυνομικών που το 2001 έπεσαν θύματα δολοφονίας του Κώστα Πάσσαρη μέσα στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Αθηνών -απ’ όπου και απέδρασε- η επιθυμία που εξεδήλωσε στον αρχιμανδρίτη Γερβάσιο Ιωάννη Ραπτόπουλο ο διαβόητος κακοποιός, ότι, δηλαδή, έχει μετανοήσει για τις εγκληματικές του πράξεις και επιθυμεί να ακολουθήσει το δρόμο του μοναχισμού στο Αγιο Ορος.

Μιλώντας στην «Espresso» οι οικογένειες των αδικοχαμένων αστυνομικών Αθανάσιου Δρακόπουλου και Διονύσιου Αλεβιζόπουλου, που στις 16 Φεβρουαρίου του 2001 ενώ συνόδευαν τον Κώστα Πάσσαρη στο νοσοκομείο δέχτηκαν τα δολοφονικά πυρά του, δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να πειστούν ότι αυτό το αγρίμι που σκότωσε άδικα τους ανθρώπους τους έχει μετανιώσει και βαδίζει στο δρόμο του Θεού. «Απλώς θέλει να βρει τρόπο για την έξοδό του από τη φυλακή ώστε να συνεχίσει την εγκληματική του δράση» λένε χαρακτηριστικά.

«Ο Πάσσαρης ψάχνει τρόπους να βγει έξω, δεν πρόκειται να μετανιώσει ποτέ, δεν μπορώ να πιστέψω ότι αυτό το κτήνος έχει μετανοήσει και έχει αφιερωθεί στον Θεό. Είναι δυνατόν να πιστέψω ότι ο αδίστακτος δολοφόνος του αδερφού μου και άλλων ανθρώπων νηστεύει και προσεύχεται; Αν λοιπόν έχει φιλότιμο και έχει μετανιώσει, να μη μονάσει, αλλά να κάνει κάτι άλλο: να κρεμαστεί!» λέει με έκδηλη οργή και δυσπιστία στην «Espresso» ο Νίκος Δρακόπουλος, αδερφός του Αθανάσιου Δρακόπουλου που δολοφονήθηκε στα 47 του χρόνια αφήνοντας πίσω του δύο παιδιά, τον 17χρονο σήμερα Κώστα και τη 19χρονη Μαρία. Οσον αφορά τις επισκέψεις του γέροντα Γερβάσιου στο σκοτεινό κελί του Κώστα Πάσσαρη και την πεποίθηση του αρχιμανδρίτη ότι ο Κώστας Πάσσαρης βαδίζει πλέον στο φωτεινό δρόμο του Θεού τονίζει: «Σε πολλές περιπτώσεις οι άνθρωποι της θρησκείας έχουν περιθάλψει και συγχωρήσει εγκληματίες. Αλλά αυτός επισκέπτεται τον Πάσσαρη; Γιατί δεν επισκέπτεται και τα ορφανά παιδιά του αδερφού μου, την ηλικιωμένη μητέρα μου και πάει στον εγκληματία; Εμείς δεν είμαστε πονεμένοι άνθρωποι;»

«Καλά θα κάνει ο γέροντας Γερβάσιος να μη συναντήσει ξανά τον Κώστα Πάσσαρη. Εμείς δεν είμαστε καλά, έχουμε περάσει πολλά» λέει στην «Espresso» η σύζυγος του δολοφονηθέντος αστυνομικού Βασιλική Δρακοπούλου και καταλήγει: «Δεν πιστεύω ότι αυτός ο άνθρωπος έχει μετανιώσει. Μάλλον ψάχνει να βρει τρόπο να βγει από τη φυλακή και να συνεχίσει την εγκληματική του δράση». Πριν από λίγα χρόνια, όταν είχε δώσει συνέντευξη ο Κώστας Πάσσαρης σε τηλεοπτική εκπομπή, ο Νίκος Δρακόπουλος είχε μιλήσει με τον κακοποιό στο τηλέφωνο: «Μου είχε ζητήσει συγγνώμη τότε λέγοντάς μου ότι δεν είχε τίποτα με τον αδερφό μου και ότι χτύπησε τη στολή του αστυνομικού. Ποια στολή, δηλαδή, χτύπησε σκοτώνοντας δύο ανθρώπους που δεν του έφταιγαν σε τίποτα;»

Υπενθυμίζεται ότι αν και οι οικογένειες των αδικοχαμένων αστυνομικών μέσω του συνηγόρου τους Ανδρέα Αναγνωστάκη έχουν διατυπώσει επανειλημμένως το αίτημα περί έκδοσης του Κώστα Πάσσαρη στη χώρα μας προς όλες τις αρμόδιες αρχές προκειμένου να δικαστεί για τα αδικήματα που διέπραξε εδώ προτού αυτά παραγραφούν (σήμερα εκτίει δις ισόβια κάθειρξη για τη διπλή δολοφονία που διέπραξε στο Βουκουρέστι όπου και συνελήφθη), κάτι τέτοιο δεν κατέστη εφικτό. «Δυστυχώς, δεν γίνεται η έκδοσή του στη χώρα μας, δεν ενδιαφέρεται κανείς. Δεν θέλουν να τον φέρουν εδώ γιατί αν μιλήσει αυτός υπάρχει περίπτωση να πει πολλά καθώς κρύβεται πολύς κόσμος πίσω από την απόδρασή του. Γιατί η απόδρασή του δεν ήταν τυχαίο γεγονός, ήταν φτιαγμένη από τους κρατικούς λειτουργούς» λέει ο Νίκος Δρακόπουλος και καταλήγει: «Η δική μας υπομονή και επιμονή είναι μεγάλη, αλλά δεν πιστεύουμε πλέον ότι θα εκδοθεί ποτέ στην Ελλάδα».


«Του αξίζει ο θάνατος»

«Είναι δυνατόν αυτό το κτήνος να είναι μετανιωμένο; Αυτός σκότωσε και θέλει να σκοτώσει ξανά! Η ποινή που του αξίζει είναι μία: θάνατος!» Με πόνο ψυχής μιλά η Γιώτα Αλεβιζοπούλου που πριν από εννέα χρόνια αντίκριζε τον αδερφό της να χαροπαλεύει και έπειτα να ξεψυχά, νικημένος από τις σφαίρες που έσπειρε στο σώμα του ο Κώστας Πάσσαρης. Ο Διονύσης Αλεβιζόπουλος άφησε πίσω του δύο αγόρια, ηλικίας σήμερα 18 και 19 ετών. Μάλιστα, ο μεγαλύτερος αποτελεί τη συνέχεια του πατέρα του αφού επέλεξε και εκείνος να ενταχθεί στους κόλπους της ΕΛ.ΑΣ. «Ο Πάσσαρης προσποιείται, όλα αυτά τα κάνει για να αποδράσει ξανά» λέει η κυρία Αλεβιζοπούλου και προσθέτει: «Αυτός έχει και συνεργάτες έξω, πιστεύω ότι εμπλέκονται και άλλοι στη διπλή δολοφονία. Γι' αυτό και δεν γίνεται η έκδοσή του στην Ελλάδα, επειδή αν μιλήσει αυτός θα βγουν και άλλα πράγματα στην επιφάνεια καθώς κάποια άτομα παραμένουν ασύλληπτα» λέει η αδερφή του δολοφονηθέντος και προσθέτει: «Το δικό μας αίτημα είναι να φέρουν εδώ τον Κώστα Πάσσαρη για να δικαστεί για τα αδικήματα που διέπραξε και να γίνει ξανά η μεταγωγή του στη Ρουμανία. Το βέβαιο είναι ότι αν αφεθεί ελεύθερος, ενώ βρίσκεται στη Ρουμανία, θα ξανασκοτώσει. Εμένα ο αδερφός μου “έφυγε”, αλλά είναι αμαρτία να “φύγουν” και άλλοι άνθρωποι».

Τέλος, αναφερόμενη στα δύο παιδιά που άφησε πίσω του ο αδερφός της δεν κρύβει την ανησυχία της για τον μεγαλύτερο, που επέλεξε να κάνει το ίδιο επικίνδυνο επάγγελμα με τον πατέρα του, που δυστυχώς στάθηκε μοιραίο για εκείνον: «Ο ανιψιός μου επέλεξε τη σχολή της αστυνομίας, συνεχίζει τη δουλειά του πατέρα του και δεν φοβάται, εν αντιθέσει με εμάς που ανησυχούμε. Μάταια προσπαθήσαμε ως οικογένεια να τον αποτρέψουμε. Εκείνος, αν και περνούσε και σε πανεπιστημιακές σχολές, δεν ήθελε να πάει. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί επέλεξε αυτό το συγκεκριμένο επάγγελμα, τα παιδιά αυτά έχουν περάσει πολλά, η ψυχή τους είναι πληγωμένη».


ΜΑΡΙΑ ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΟΥ

Ο εξομολόγος των διαβόητων κακοποιών (π. Μάρκος Μανώλης)

Ο εξομολόγος των διαβόητων κακοποιών
Γράφει η ΕΛΕΑΝΑ - ΖΩΗ ΡΟΥΣΟΥ
Η άσπρη γενειάδα του και τα ράσα του μπορεί να μην ταιριάζουν με τα στενά κελιά των φυλακών, εκείνος όμως δεν διστάζει να φτάσει μέχρις εκεί προκειμένου να επιτελέσει το θεάρεστο έργο του σώζοντας ανθρώπινες ψυχές. Διαβόητοι κακοποιοί τον θεωρούν τον πιο κοντινό τους άνθρωπο, τον εμπιστεύονται, του ανοίγουν την καρδιά τους, του εκμυστηρεύονται τους προβληματισμούς τους και επιζητούν να πάρουν άφεση αμαρτιών. Ο πατήρ Μάρκος, ο ιερέας που τα τελευταία 25 χρόνια έχει σταθεί στο πλευρό εκατοντάδων ανήλικων εγκλεισμένων και έχει γίνει ο προσωπικός εξομολόγος μερικών από τους ανθρώπους που με τις αποτρόπαιες πράξεις τους συγκλόνισαν το πανελλήνιο, μιλάει στην «Espresso της Κυριακής» για τις συναντήσεις του με τους διαβόητους κακοποιούς......
Ηταν το 1985, όταν ο 73χρονος σήμερα ιερέας Μάρκος Μανώλης, που λειτουργεί στον ιερό ναό Αγίου Διονυσίου, ξεκίνησε να επισκέπτεται σωφρονιστικά ιδρύματα και να αναπτύσσει στενή επικοινωνία με έγκλειστους. Η αρχή έγινε από τις στρατιωτικές φυλακές Αυλώνας, όπου ο πατέρας Μάρκος περνούσε ατελείωτες ώρες εξομολογώντας και δίνοντας συμβουλές σε νεαρούς στρατιώτες που είχαν παραστρατήσει. Εκεί συνάντησε για πρώτη φορά το «θεριό των Βαλκανίων», τον Κώστα Πάσσαρη, με τον οποίο ανέπτυξε μια πιο προσωπική σχέση. Στο πρόσωπο του ιερέα ο νεαρός τότε κακοποιός είδε τον άνθρωπο στον οποίο μπορούσε να εκμυστηρευτεί τα πάντα. Του μίλησε για τα μελλοντικά σχέδιά του, ενώ παράλληλα του ζήτησε τη βοήθειά του. Οι δρόμοι τους χάθηκαν για αρκετά χρόνια, μέχρι τη στιγμή που συναντήθηκαν και πάλι, ύστερα από παράκληση του διαβόητου κακοποιού, αυτήν τη φορά στη φυλακή της Ρουμανίας.
Εκτός από τον Πάσσαρη, έπειτα από περίπου δέκα χρόνια παρουσίας στα σωφρονιστικά καταστήματα της Ελλάδας, ο πατήρ Μάρκος Μανώλης ήρθε τετ α τετ και με δύo ανθρώπους που οι πράξεις τους προκάλεσαν ανατριχίλα στο πανελλήνιο, τα μέλη των σατανιστών της Παλλήνης Ασημάκη Κατσούλα και Μανώλη Δημητροκάλη...

Το «θεριό των Βαλκανίων» στον δρόμο του Θεού
Ο Κώστας Πάσσαρης, το αιματοβαμμένο βιογραφικό του οποίου περιλαμβάνει μεταξύ άλλων στυγνές δολοφονίες, αιματηρές ληστείες, ναρκωτικά και βιασμούς, ήταν ένας από τους έγκλειστους στρατευμένους που είχαν την τύχη να γνωρίσουν και να ανοίξουν την καρδιά τους στον πατέρα Μάρκο. Το 1995, σε ηλικία μόλις είκοσι ετών, ο Κώστας Πάσσαρης, που εκείνη την περίοδο υπηρετούσε τη θητεία του στην Κομοτηνή, συνελήφθη από άνδρες της Στρατονομίας κατηγορούμενος για τον βιασμό μιας ηλικιωμένης αλλά και για κλοπές. Λίγες ημέρες αργότερα, το «θεριό των Βαλκανίων» πέρασε τις πύλες των στρατιωτικών φυλακών Αυλώνα. Εκεί σημειώνεται η πρώτη επαφή του αδίστακτου κακοποιού με τον χριστιανισμό, καθώς συναντάει τον πατέρα Μάρκο, ακούει με προσοχή τα χριστιανικά διδάγματα και ουσιαστικά κάνει το πρώτο βήμα που τον οδήγησε στη σημερινή του επιθυμία να απαρνηθεί τα εγκόσμια -όταν και εφόσον αποφυλακιστεί- και να γίνει μοναχός στο Αγιον Ορος.
Ο ιερωμένος θυμάται: «Από τις πρώτες μας επαφές στην Αυλώνα, μου έκανε πολύ αληθινές εξομολογήσεις και δήλωνε μετανιωμένος. Μάλιστα, θυμάμαι που μου είχε πει μία φορά ότι ευχαριστεί τον Θεό που τον βοήθησε και δεν έφτασε στο έγκλημα. Ωστόσο, ύστερα από λίγο καιρό άλλαξαν όλα. Εχει ένα αγγελικό πρόσωπο και δεν μπορούσα να φανταστώ ποτέ ότι θα έφτανε μέχρις εκεί. Ομως, η αλήθεια είναι πως ο Κώστας μια ζωή έδινε μάχες με τον ίδιο του τον εαυτό».
Εναν χρόνο μετά τον εγκλεισμό του, ο Κώστας Πάσσαρης δραπέτευσε από τις φυλακές Αυλώνα και για μία ακόμη φορά παρασύρθηκε από τους «δαίμονές» του, αυτούς που τον βασάνιζαν από μωρό, καθώς ποτέ δεν έζησε χαρούμενες οικογενειακές στιγμές. Τα χρόνια πέρασαν και οι δρόμοι των δύο ανδρών χώρισαν, αφού από το 2001 μέχρι και σήμερα ο Κώστας Πάσσαρης βρίσκεται έγκλειστος στις περίφημες φυλακές υψίστης ασφαλείας Γκέρλας στη Ρουμανία καταδικασμένος για τις παράνομες πράξεις του σε δις ισόβια.
Ολα αυτά μέχρι πέρυσι το καλοκαίρι, όταν ο πατέρας Μάρκος επισκέφτηκε ξανά ύστερα από χρόνια τον διαβόητο κακοποιό στις φυλακές της Ρουμανίας. Η συνάντηση αυτή ήταν αποτέλεσμα της επιθυμίας του Πάσσαρη, που ζήτησε από την Αριστέα Κατσούλη -τη γυναίκα που όλα αυτά τα χρόνια βρίσκεται κοντά του κι έχει σχέση με την ενορία- να μεσολαβήσει προκειμένου να πραγματοποιηθεί.
Ο πατέρας Μάρκος μας εξομολογείται πως ο Πάσσαρης «ήταν πολύ ειλικρινής και ταπεινός. Η αλήθεια είναι πως χάρηκε πολύ που με είδε ξανά. Ο Κώστας είναι χαρισματικό παιδί και αν η ζωή δεν τον είχε οδηγήσει εκεί που είναι τώρα, θα μπορούσε να είναι ακόμη και καθηγητής πανεπιστημίου. Μου ζήταγε πάντα βιβλία και τα ρουφούσε σαν σφουγγάρι».
Το περασμένο Πάσχα, ο διαβόητος εντός και εκτός ελληνικών συνόρων κακοποιός εξέφρασε την επιθυμία του στον αρχιμανδρίτη Γερβάσιο ζητώντας του να μονάσει. Αυτήν τη σκέψη του την εξομολογήθηκε στον πατέρα Μάρκο, κάτι που όπως ο ίδιος δήλωσε στην «Espresso της Κυριακής», τον χαροποίησε ιδιαίτερα. «Μακάρι ο Θεός να τον αξιώσει και να καταφέρει να πραγματοποιήσει αυτό που επιθυμεί. Θα είναι μία αληθινή μετάνοια. Ετσι και αλλιώς η μόνη του έννοια είναι να ζήσει αληθινά στον δρόμο του Θεού».
Σύμφωνα με όσα δηλώνει ο ιερέας, τα τελευταία χρόνια ο Κώστας Πάσσαρης έχει αλλάξει πολύ. Τον ενοχλούν οι φωνές και αγριεύει όταν οι πάνοπλοι φρουροί των φυλακών Γκέρλας μιλάνε άσχημα στους συγκρατούμενούς του. Μάλιστα, ο πατέρας Μάρκος μας αποκάλυψε πως ο Πάσσαρης του εξομολογήθηκε ότι δεν είναι ένοχος και δεν έχει σχέση με όλα αυτά για τα οποία τον έχουν κατηγορήσει στη Ρουμανία. «Εγώ τον πιστεύω. Μου είπε ότι δεν ήθελε φασαρίες και πως όταν τον συνέλαβαν τους είπε “φορτώστε τα πάνω μου να τελειώνουμε αλλά να ξέρετε ότι δεν ευθύνομαι για όλα εγώ”».

Οι σατανιστές της Παλλήνης
Παραμονές Πρωτοχρονιάς του 1994 και η Ελλάδα συγκλονίζεται από την αποκάλυψη μίας από τις πιο σκοτεινές υποθέσεις που απασχόλησαν ποτέ τη χώρα, την εξάρθρωση των σατανιστών της Παλλήνης. Τα ονόματα Ασημάκης Κατσούλας, Μανώλης Δημητροκάλης και Δήμητρα Μαργέτη μένουν ανεξίτηλα χαραγμένα στις μνήμες των Ελλήνων και το άκουσμά τους προκαλεί τρόμο και ανατριχίλα. Τον Αύγουστο του 1992, οι τρεις νέοι ξεκίνησαν την παράνομη δράση τους αποπλανώντας νεαρά κορίτσια, πολλές φορές ακόμη και ανήλικα. Στη συνέχεια, τις παρέσυραν σε ομαδικά σεξουαλικά όργια και τελετές μαύρης μαγείας, ενώ δύο από τις ανυποψίαστες γυναίκες βρήκαν τραγικό θάνατο στα χέρια της σατανικής τριάδας.
Μετά την καταδίκη τους οι δύο άντρες της ομάδας οδηγήθηκαν στις φυλακές Κορυδαλλού. Ο πατέρας Μάρκος, που τότε τους είχε επισκεφτεί στο σωφρονιστικό κατάστημα για να τους γνωρίσει από κοντά και να μιλήσει μαζί τους, θυμάται: «Οταν τους πήγαν στις φυλακές, όλοι οι κρατούμενοι ήθελαν να πέσουν να τους φάνε. Πρώτα συνάντησα τον Δημητροκάλη. Ο Μανώλης από μικρός πίστευε πάρα πολύ στον Θεό. Δυστυχώς αργότερα έμπλεξε με κακές παρέες που τον παρασύρανε και άκουγε κι αυτή την πολύ σκληρή και άγρια μουσική, τη heavy metal. Ολα αυτά τον ώθησαν στο να κάνει στροφή 360 μοιρών. Οταν όμως μπήκε στη φυλακή, όλα άλλαξαν και πάλι μέσα του και θυμήθηκε τον παλιό του εαυτό. Ζήταγε συνεχώς να εξομολογηθεί και μάλιστα παρακινούσε και τους υπόλοιπους κρατουμένους να έρχονται σε μένα».
Ο πατέρας Μάρκος μας οδηγεί και στην κοντινή εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στον Διόνυσο και βγάζει από το Ιερό μία μεγάλη εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. «Αυτή μας της έχει χαρίσει ο Μανώλης. Παίρνει ξύλα και κολλάει πάνω τους εικόνες. Θυμάμαι πως μου ζήταγε συνεχώς θρησκευτικά βιβλία για να διαβάζει».
Οπως μας αποκαλύπτει ο ιερέας, όταν έφτασε η στιγμή να συναντήσει από κοντά τον αρχηγό και τελετάρχη της σατανικής ομάδας των τριών, τον 23χρονο τότε Ασημάκη Κατσούλα, ήταν λίγο διστακτικός. «Να φανταστείτε πήγα πρώτα από τον ψυχολόγο που τον παρακολουθούσε για να τον ρωτήσω πώς θα έπρεπε να τον αντιμετωπίσω και ο ίδιος ο ψυχολόγος του μου είπε πως όταν πάει στο κελί του Κατσούλα κάνει την προσευχή του πρώτα».
Τελικά, σύμφωνα με όσα μας αποκαλύπτει ο πατέρας Μάρκος, η επικοινωνία τους ήταν άριστη. «Πρόκειται για ένα πολύ ερευνητικό και έξυπνο παιδί. Οταν μας ζήτησε βιβλία, αποφασίσαμε να του δώσουμε τις εξομολογήσεις του Αγίου Αυγουστίνου που ήταν πιο φιλοσοφικό από άλλα θρησκευτικά βιβλία και τελικά πράξαμε σωστά, γιατί του άρεσε πολύ».
Ο πατέρας Μάρκος έχει ακόμη (έστω και αραιές) επαφές μαζί τους. Υποστηρίζει πως πρόκειται για παιδιά που είχαν παρασυρθεί, αν και σε όλη τους τη ζωή -ακόμα και μετά την αποκάλυψη των φρικιαστικών πράξεών τους- είχαν τη στήριξη και τη συμπαράσταση της οικογένειάς τους.

Κοντά στους νέουςΤα τελευταία χρόνια, ο πατέρας Μάρκος έρχεται σε επαφή με ανήλικους παραβάτες ηλικίας από 14-15 έως και το πολύ μέχρι 21 ετών, αφού οι φυλακές Αυλώνας μετατράπηκαν από στρατιωτικές σε φυλακές ανηλίκων. Μας εξομολογείται πως τα παιδιά πάντα τον περιμένουν με χαρά και συμπληρώνει: «Χαίρονται και μόνο που βλέπουν ότι υπάρχει κάποιος που νοιάζεται γι’ αυτούς. Μερικές φορές δεν χρειάζεται ούτε να τους μιλήσουμε. Η παρουσία μας και μόνο τους κάνει καλό».
Οπως μας λέει ο ιερέας, τα παιδιά έχουν ανάγκη επικοινωνίας και είναι πολύ ευχάριστο το γεγονός ότι μέχρι στιγμής δεν έχει συναντήσει «αγρίμια». «Ολοι θα μπορούσαμε να έχουμε κάνει άσχημες πράξεις, όμως όλα αιτιολογούνται, καθώς τα περισσότερα παιδιά που έχω γνωρίσει προέρχονταν από προβληματικές οικογένειες και έδειχναν την αντίδρασή τους μέσα από την παρανομία».
Τα παιδιά στις φυλακές είναι μόνα τους και χωρίς να τους το επιβάλλει κανείς νηστεύουν τις Αγιες Ημέρες του Πάσχα, ενώ δεν είναι λίγοι οι αλλοδαποί που έχουν βαφτιστεί και ζητάνε θρησκευτικά βιβλία μεταφρασμένα στη γλώσσα τους για να διαβάσουν.
«Προσπαθούμε να τους βοηθήσουμε και να τους στηρίξουμε γιατί ζητάνε τη μετάνοια. Δεν πρέπει να παραμελούμε τους συνανθρώπους μας και πόσω μάλλον τα νεαρά παιδιά που έχουν ανάγκη τη φροντίδα και την αγάπη περισσότερο απ’ όλους μας» μας λέει ο πατέρας Μάρκος και μας αποχαιρετά ευχόμενός μας «Καλό Πάσχα».
Μπορεί ο 73χρονος ιερέας να έχει συνομιλήσει επί ώρες με κάποιους από τους πιο διάσημους και στυγερούς εγκληματίες της χώρας μας, όμως δεν φάνηκε στιγμή να τους ξεχωρίζει από άλλους έγκλειστους που έχει γνωρίσει τα είκοσι χρόνια που επισκέπτεται τις φυλακές της χώρας. Πίσω από τα μάτια όλων είδε το ίδιο πράγμα... παιδιά που η ζωή τα έβγαλε σε λάθους δρόμους είτε από ανάγκη είτε επειδή παρασύρθηκαν, είτε επειδή κάποιος τα αμέλησε όταν είχαν την ανάγκη του.