Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2013

ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΛΑΜΑΡΗ – ΝΙΚΟΛΑΚΗ «Η Μαντώ Μαυρογέννους εξακολουθεί να ζει στον απεριόριστο χρόνο» 11:20 23 ΜΑΡ 2013

ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΛΑΜΑΡΗ – ΝΙΚΟΛΑΚΗ
«Η Μαντώ Μαυρογέννους εξακολουθεί να ζει στον απεριόριστο χρόνο»
11:20 23 ΜΑΡ 2013
Κάποιους μήνες πριν μοιραστήκαμε μια κοινή συντροφιά. Στην επίκαιρη κουβέντα του σήμερα η Ειρήνη Καλαμάρη – Νικολάκη εισχωρούσε διαρκώς παρεμβολές απ’ τη δράση της ηρωίδας Μαντώς Μαυρογέννους. Αρχικά φαντάστηκα πως οφείλεται στην απόλυτη ταύτιση του συγγραφέα με τον πρωταγωνιστή του βιβλίου του, επιχείρησα κάπως να λοξοδρομήσω τη συζήτηση. Όσο η επιμονή ξετύλιγε το κουβάρι της ζωής της Μ. Μαυρογέννους, τόσο ένοιωθα να παραδίδομαι στην πλοκή μιας ανθρώπινης ζωής δίκαια επιλεγμένης να στηθεί πάνω της ένα δυνατό μυθιστόρημα. Εμπνέει η Μαντώ Μαυρογέννους ακόμα και σήμερα κι αυτό υποδηλώνει πολλά από μόνο του.
«Μαντώ Μαυρογένους», έτσι, χωρίς διανθίσματα, θα είναι ο τίτλος του νέου βιβλίου της Ειρήνης Καλαμάρη – Νικολάκη. «Δίνει τη βαρύτητα που αξίζει στο έργο», εξηγεί την επιλογή του τίτλου η συγγραφέας. Στις προθήκες των βιβλιοπωλείων λογικά θα βρεθεί στις αρχές του 2014, ως τότε, βέβαια, και με την ευκαιρία της επετείου της εθνικής παλιγγενεσίας μια πρόγευση απ’ τις σελίδες του είναι η συζήτηση που ακολουθεί.

ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΛΑΜΑΡΗ – ΝΙΚΟΛΑΚΗ

«Η Μαντώ Μαυρογέννους εξακολουθεί να ζει στον απεριόριστο χρόνο»

Ερ.:  Τι εμπνέει μια σύγχρονη Χιώτισσα συγγραφέα να στραφεί σε μια λησμονημένη γυναικεία μορφή της ελληνικής επανάστασης και μάλιστα σε μια χρονική συγκυρία κατά την οποία το εθνικό συγχέεται έντονα με το εθνικιστικό;
Ε.Κ.: Ήταν επέτειος της 25ης Μαρτίου.  Οι εκπομπές στην τηλεόραση πολλές. «Η μηχανή του χρόνου» – νομίζω –  είχε αφιέρωμα στους ήρωες με άδοξο τέλος. Μεταξύ αυτών και στη Μαντώ Μαυρογένους. Τα λίγα λόγια που άκουσα με συγκλόνισαν και σκέφτηκα πόσοι από εμάς τους  νεότερους που λεγόμαστε Έλληνες, γνωρίζουμε τη δοξασμένη και δραματική πορεία της ηρωίδας. Αυτή η σκέψη με ώθησε να σκύψω με δέος και άπειρο σεβασμό πάνω απ’ τα χνάρια της ζωής της και να μελετήσω την ιστορία της, με σκοπό να γράψω ένα βιβλίο για κείνη. Πρέπει, όμως, να  πω ότι στο πίσω μέρος του νου μου υπήρχε η ιδέα για ένα ιστορικό μυθιστόρημα από τότε που ο αγαπημένος φίλος και εκδότης Αντώνης Παληός μου το είχε αναφέρει σε κάποια συζήτηση.
Μπορεί σε τούτη τη χρονική συγκυρία να συγχέεται το εθνικό με το εθνικιστικό, αλλά πρέπει να ξεκαθαρίζουμε τα πράγματα. Ο εθνικισμός είναι η προσπάθεια κάποιων ανθρώπων με επίμονη προσήλωση στα ιδανικά του έθνους, με σκοπό την επιβολή και την επικράτηση σε άλλα έθνη. Εχθρός της παραμικρής ελευθερίας με πλήρη υποταγή του νόμου. Οι ήρωες της επανάστασης του Εικοσιένα είχαν εθνική συνείδηση. Είχαν ένα και μόνο σκοπό. Την ελευθερία του υπόδουλου έθνους που στέναζε κάτω από τη σκλαβιά αιώνων.

Ερ.: Λατρεία για την ελευθερία και  την πατρίδα, θλίψη για έναν ανεκπλήρωτο έρωτα, απογοήτευση για τη λησμονιά της προσφοράς της όταν τα δεσμά του υπόδουλου ελληνικού έθνους έσπασαν. Τι σημάδεψε περισσότερο, κατά την άποψη σας, τη Μαντώ Μαυρογέννους;
Ε.Κ.: Πριν απαντήσω στην ερώτησή σας, επιβάλλεται να σας πω λίγα λόγια για την ηρωίδα. Η ωραία Μαντώ Μαυρογένους, απόγονος της μεγάλης και ένδοξης οικογένειας των Μαυρογένη, είναι από τις πιο αγνές και τραγικές μορφές του αγώνα. Μια λαμπρή προσωπικότητα, που δεν τιμήθηκε  όσο της έπρεπε.  Διεργασίες, πόσων γενεών άραγε αναρωτιέμαι έγιναν, για να δημιουργηθεί μια γυναίκα τέτοιας ομορφιάς, εξυπνάδας και δύναμης. Δε δίστασε να θυσιάσει την ύπαρξή της για να σταθεί όρθιος ένας σκλαβωμένος, βασανισμένος λαός, σε ώρες τραγικές. Λίγοι αγωνιστές του Εικοσιένα είχαν το πνεύμα της αυτοθυσίας, το πάθος και την ανιδιοτέλεια τη δική της. Δίκαια η μορφή της ακτινοβολεί πλάι σ’ έναν Κανάρη, σ’ έναν Κολοκοτρώνη, σ’ ένα Μπότσαρη. Μια μορφή που ανανεώνει την πίστη των βασανισμένων  και πολλαπλασιάζει την καρτερία. Η Μαντώ ήταν και είναι ένα κομμάτι ζωής απ’ τα βαθιά σπλάχνα της Ελλάδας. Μάγευε με το γοητευτικότερο τρόπο. Ήταν εκφραστική με λόγο πλουτισμένο, με εικόνες δυνατές και με συναίσθημα δυνατό. Ήταν λάτρης των μεγάλων αντρών της αρχαιότητας. Του Περικλή, του Αριστείδη, του Θεμιστοκλή. Η θλιβερή σκλαβιά των απογόνων τους τη λυπούσε βαθύτατα και συγχρόνως την εξάγνιζε, συγκόμιζε θησαυρούς.
Αν και η αγάπη ήταν για κείνη ύψιστο ιδανικό κι ερωτεύεται το Δημήτριο Υψηλάντη, όμως αυτό που τη σημάδεψε δεν ήταν ο έρωτας. Ήταν η φλογερή και ιερή αγάπη της για την πατρίδα και για κείνη αγωνίστηκε, έγινε ολοκαύτωμα. Τη σημάδεψε η ανείπωτη εξαθλίωση, η αβάσταχτη φτώχεια, η απαξίωση. Οι αναφορές της προς την κυβέρνηση δε συγκινούν απλώς. Ανατριχιάζουν, συγκλονίζουν.
 
Ερ.: Πόση ιστορική ακρίβεια μπορεί να περιλάβει ένα μυθιστόρημα, δομημένο στη ζωή μιας υπαρκτής προσωπικότητας;
Ε.Κ.: Μεγάλη ακρίβεια. Εφ’ όσον τα ιστορικά στοιχεία παραμένουν αναλλοίωτα  και ο μύθος δεν επεμβαίνει παρά μόνο για να φωτίσει τους χαρακτήρες και τις συνθήκες μιας άλλης εποχής.
 
Ερ.: Υποθέτω ότι σας πήρε χρόνο η μελέτη της ζωής της ηρωίδας… Πόσο εύκολη είναι η προσέγγιση σε ιστορικά αρχεία;
Ε.Κ.: Άρχισα περίπου πριν τρία χρόνια να ερευνώ αρχεία και βιβλιοθήκες, ιδιαίτερα την Εθνική Βιβλιοθήκη. Να διαβάζω όλες τις πηγές που ήταν δυνατόν να συγκεντρωθούν. Δεν είναι δύσκολη η προσέγγιση, αλλά απαιτεί χρόνο και αφοσίωση. Πολλά προσωπικά παραμένουν στην άκρη, ακόμα και ο ίδιος ο εαυτός σου μπαίνει σε δεύτερη μοίρα, καθώς αναγκαστικά πρέπει να εισχωρήσεις σε μια άλλη εποχή και να γίνεις κάποιος άλλος, για να μπορέσεις να μεταφέρεις στο χαρτί, όσο γίνεται πιο ζωντανά, τα γεγονότα και τη ζωή εκείνων των χρόνων. Είναι θέμα αγάπης για το έργο σου και πόθος να το δεις ολοκληρωμένο.
Ερ.: Τι ρόλο διαδραματίζει η γυναικεία φύση στον επαναστατικό αγώνα, ιδιαίτερα σε μια περίοδο με ανδροκρατούμενα πρότυπα;
Ε.Κ.: Σπουδαίο ρόλο. Είναι αναγκαίο να ειπωθεί ότι η Μαντώ δεν αγωνίστηκε μόνο για την ανεξαρτησία του έθνους αλλά και του φύλου της. Ήταν πρόδρομος των γυναικείων αγώνων για ισότητα. Πρωτοπόρα, χειραφετημένη, γλωσσομαθής, σπουδασμένη στην Τεργέστη και τη Βιέννη, ύψωσε το ανάστημά της ανάμεσα σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία, με ήθη της Ανατολής. Έσπασε κατεστημένα αιώνων και παραδόσεις. Ρίχτηκε μέσα στη φωτιά και το μπαρούτι, στην τρέλα ενός πολέμου με αμφίβολο αποτέλεσμα, ενώ μπορούσε να ζήσει στις προοδευμένες χώρες του εξωτερικού, να λάμψει στα ευρωπαϊκά σαλόνια και να κάνει ένα γάμο λαμπρό. Αυτή είναι και η διαφορά της από την άλλη μεγάλη ηρωίδα την Μπουμπουλίνα, η οποία δεν εξέπληξε κανένα, γιατί ήταν μια από κείνους. Να μην ξεχνούμε ότι στα νησιά, όπως και στη Χίο, οι γυναίκες ζούσαν πιο ελεύθερες από τα άλλα μέρη της Ελλάδας, αν και έχομε παραδείγματα ηρωισμού από τη Μόσχω Τζαβέλα, τη Δέσπω, τη Δόμνα Βισβίζη, τη Λένη Μπότσαρη.

Ερ.: Πόσο ο έρωτας για το Δημ. Υψηλάντη επηρεάζει τη γυναίκα Μαντώ να παραδοθεί στα ιδανικά της ελευθερίας;
Ε.Κ.: Όχι μόνο δεν την επηρέασε αλλά την όπλισε με πιο πολλή δύναμη, έχοντας πλάι της αυτή την ηρωική μορφή, έναν από τους σπουδαιότερους αρχηγούς της επανάστασης. Η κοινή τους λατρεία για το γένος ήταν η βασική αιτία αυτού του έρωτα. Τίποτα το ωραίο δεν είχε στην εμφάνιση ο Υψηλάντης για να τραβήξει μια γυναίκα, όπως ήταν η Μαντώ. Υστερούσε δραματικά πλάι της. Κι όταν θα έρθει η ώρα της απογοήτευσης θα του πει η ίδια. «Τίποτα το ωραίο δεν έχεις στη μορφή σου για να προσελκύσεις μια γυναίκα. Αγάπησα τη γενναία ψυχή σου, την ανδρεία σου. Τη φλογερή αγάπη σου για την πατρίδα».
 
Ερ.: Η κατάληξη της ηρωίδας, μόνης και λησμονημένης στην Πάρο, για να μην πω κυνηγημένης από τις εξουσίες, δεν στέλνει μήνυμα αποτροπής σε όποια ανάλογη περίπτωση εμφανίζεται τα επόμενα χρόνια;
Ε.Κ.: Η Μαντώ στέλνει ηχηρό μήνυμα νίκης στις επόμενες γενιές των Ελλήνων. Κατέκτησε την αθανασία. Ένα ποθούμενο που δεν μπορεί να αποκτηθεί χωρίς πόνο και θυσίες. Ήταν μια ηγέτιδα… Έζησε στιγμές δόξας και ύψιστης περηφάνιας. Έφυγε  από τούτο τον κόσμο ήρεμη κι αναπαυμένη. Είδε την πατρίδα της ελεύθερη. Συγχώρεσε τους πάντες. Μας το είπε η ίδια πριν φύγει από τη ζωή. Εγκαταλείφθηκε από μια νεοσύστατη κυβέρνηση που την καταδίκασε σε οικονομική εξαθλίωση, απογοητεύθηκε από μια αγάπη  αδύναμη εκ μέρους του Υψηλάντη. Δεν ήταν άξιος να μοιραστεί αυτό το ύψιστο ιδανικό μαζί της. Λοιδωρήθηκε από έναν κόσμο που παρέμενε πολύ πίσω από κείνη. Βιάστηκε να γεννηθεί.  Η Μαντώ είναι ένα σύμβολο εθνικής παλιγγενεσίας. Ήταν, είναι και θα παραμείνει πρότυπο. Θα μας κοιτάζει με το περήφανο, γλυκό της βλέμμα μέσα από τη λιθογραφία του Friedel και θα μας μιλά για την αξιοπρέπεια και την πίστη στα ιδανικά της φυλής μας. Μισόκορμη θα στέκεται και θ’ αγναντεύει το όνειρο της λευτεριάς. Η Μαντώ είναι μια εκλεκτή από κείνους που και νεκροί εξακολουθούν να ζουν στον απεριόριστο χρόνο, πέρα απ’ τη δική τους ή τη δική μας Ιστορία. Φεύγοντας μας άφησε κάτι πολύ ακριβό. Το πέρασμά της.
«Η ψυχή της Ελλάδας δεν έχει πεθάνει»

Αντόν Τσέχωφ - Το θαυμαστικό



 
Ο Αντόν Πάβλοβιτς Τσέχωφ(Ρωσικά: Анто́н Па́влович Че́хов) ήταν Ρώσος συγγραφέας πολλών διηγημάτων και θεατρικών έργων. Γεννήθηκε στις 29 Ιανουαρίου (17 Ιανουαρίου με το παλαιό ημερολόγιο) 1860 στην κωμόπολη Ταγκανρόγκ, στη νότια Ρωσία. Πέθανε στις 02 Ιουλίου 1904 στη γερμανική πόλη Μπαντενβέιλερ και τάφηκε στη Μόσχα στις 09 Ιουλίου 1904. Θεωρείται από τις πιο σημαντικές μορφές της παγκόσμιας δραματουργίας και άσκησε μεγάλη επίδραση στη θεατρική λογοτεχνία του 20ου αιώνα. Στα έργα του αποτυπώνεται η διαρκής φθορά της καθημερινής ζωής. Οι ήρωες του είναι άνθρωποι της ανώτερης κυρίως τάξης, που “ξοδεύουν” τη ζωή τους μέσα στην πνιγερή ατμόσφαιρα της ρώσικης επαρχίας. Παράλληλα με το επάγγελμα του γιατρού, αναπτύσσει μεγάλη και σημαντική συγγραφική δραστηριότητα. Το 1886 γράφει το πρώτο του μονόπρακτο με τίτλο "Κύκνειο άσμα". Το 1887 ανεβαίνει στη σκηνή του Θεάτρου Κορς στη Μόσχα το έργο του "Ιβάνοφ", το οποίο δέχεται αντικρουόμενες κριτικές. Γεγονός που τον οδήγησε να μην δώσει ποτέ σε επαγγελματικό θίασο το δεύτερο θεατρικό του έργο το “Δαίμονας του δάσους” (πρώτη μορφή του έργου “Θείος Βάνιας”). Το 1888 του απονέμεται το Βραβείο Πούσκιν. Το 1891 ταξιδεύει στην Ευρώπη. Επιστρέφοντας στη Ρωσία εργάζεται εντατικά ως γιατρός για την καταπολέμηση της χολέρας. Εγκαθίσταται στο Μελίχοβο της Ουκρανίας, όπου ως γιατρός εξυπηρετεί 26 χωριά και 7 εργοστάσια. Προηγουμένως, έχει επισκεφτεί τη νήσο Σαχαλίνη, μελετώντας τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης των καταδίκων. Το 1894 πραγματοποιεί το δεύτερο ταξίδι του στο εξωτερικό. Το 1896 ανεβαίνει ανεπιτυχώς στην Πετρούπολη, στο θέατρο Αλεξαντρίνσκι, το έργο του "Ο Γλάρος". Τη χρονιά εκείνη αντιμετωπίζει την πρώτη σοβαρή εκδήλωση της φυματίωσης. Επίσης, το 1896, με χρήματα που συγκεντρώνει από εράνους, φιλανθρωπίες και παραστάσεις, χτίζει ένα σχολείο στο Ταλέζ. Νέα κρίση της αρρώστιας του 1897, τον αναγκάζει να πάει στη Ριβιέρα της Νότιας Γαλλίας, ενώ ανεβαίνει στην ρωσική επαρχία "Ο θείος Βάνιας".
Το 1898 και 1899 παρουσιάζονται στο κοινό της Μόσχας από το Θέατρο Τέχνης, με πολύ μεγάλη επιτυχία, τα έργα του "Ο Γλάρος" και "Ο θείος Βάνιας”. Η συνεργασία του Τσέχοφ με το Θέατρο Τέχνης και τον Στανισλάβσκι στάθηκε καθοριστική στη διαμόρφωση της δραματουργίας τους. Την εποχή αυτή εγκαθίσταται μόνιμα στη Γιάλτα της Κριμαίας, λόγω της υγείας του. Το 1900 γίνεται μέλος της Ρωσικής Ακαδημίας και το 1901 παντρεύεται την ηθοποιό Όλγα Κνίππερ. Την ίδια χρονιά ανεβαίνουν στη Μόσχα "Οι τρεις αδερφές", πάλι από το Θέατρο Τέχνης. Το 1902 παραιτείται από τη Ρωσική Ακαδημία, ως ένδειξη διαμαρτυρίας για την μη αποδοχή ως μέλους της, του Γκόρκι. Το 1904 , λίγο πριν το θάνατο του, το Θέατρο Τέχνης παρουσιάζει το έργο του "Ο βυσσινόκηπος".
Πηγή: ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ
Αντόν  Τσέχωφ - Το θαυμαστικό

Τη νύχτα των Χριστουγέννων, ο Εφίμ Φόμιτς Περεκλάντιν, δημόσιος υπάλληλος, έπεσε να κοιμηθεί στενοχωρημένος, καταρρακωμένος, θα έλεγα.
«Παράτα με, διαβολεμένη!» μούγκρισε κακιωμένος στη γυναίκα του, όταν τον ρώτησε γιατί είναι έτσι μουτρωμένος.
Είχε μόλις επιστρέψει από μια επίσκεψη, όπου ειπώθηκαν πολλά δυσάρεστα και προσβλητικά πράγματα για το άτομό του. Στην αρχή, η συζήτηση περιστράφηκε γύρω από το όφελος της μόρφωσης γενικώς, κατόπιν πέρασαν στο μορφωτικό επίπεδο που απαιτούσε ο τομέας τους και εκφράστηκαν, εν προκειμένω, πολλές επικρίσεις, ακόμα και χλευασμοί, με αφορμή το χαμηλό αυτό επίπεδο. Κατόπιν, όπως συνηθίζεται σε όλες τις ρωσικές παρέες, από το γενικό πέρασαν στις προσωπικές περιπτώσεις.
«Ας πάρουμε, για παράδειγμα, εσάς, Εφίμ Φόμιτς», απευθύνθηκε στον Περεκλάντιν ένας νεαρός. «Κατέχετε μια σεβαστή θέση... αλλά τι μόρφωση έχετε;»
«Καμιά. Κι ούτε απαιτείται σε μας μόρφωση», απάντησε αμήχανα ο Περεκλάντιν. «Να γράφεις σωστά, αυτό αρκεί...»
«Και πού μάθατε να γράφετε σωστά;»
«Μα, συνήθισα... Στα σαράντα χρόνια υπηρεσίας έμαθα να κουνάω τα χέρια μου... Στην αρχή, βέβαια, ήταν δύσκολο, έκανα λάθη, αλλά μετά συνήθισα... κι εντάξει...»
«Και τα σημεία της στίξης;»
«Και τα σημεία της στίξης εντάξει... Σωστά τα βάζω».
«Χμ!...» μπερδεύτηκε κάπως ο νεαρός. «Η συνήθεια όμως είναι εντελώς άλλο πράγμα από τη μόρφωση. Δεν αρκεί το να χρησιμοποιείτε σωστά τα σημεία της στίξης... δεν αρκεί! Πρέπει να ξέρετε και γιατί τα χρησιμοποιείτε! Βάζετε ένα κόμμα, αλλά οφείλετε να καταλαβαίνετε για ποιο λόγο το βάζετε... ναι! Αυτή η ασύνειδη... αντανακλαστικά σωστή γραφή σας δεν αξίζει δεκάρα. Είναι μηχανική, τίποτα παραπάνω».
Ο Περεκλάντιν σιωπούσε, χαμογελώντας μάλιστα δειλά (ο νεαρός ήταν γιος ενός κρατικού συμβούλου και είχε δικαίωμα ο ίδιος σε μια θέση Χ βαθμού), αλλά τώρα, πέφτοντας για ύπνο, μετατράπηκε ολόκληρος σε αγανάκτηση και κακία.
«Σαράντα χρόνια υπηρέτησα», σκεφτόταν, «και κανένας δε με αποκάλεσε βλάκα, αλλά, για δες, ξάφνου άρχισαν οι κριτικές! "Ασύνειδα!... Αντανακλαστικά! Μηχανική αναπαραγωγή..." Μπα, που να με πάρει ο διάβολος! Μάλιστα, κύριε, μπορεί να σκαμπάζω περισσότερα από σένα, κι ας μην πήγα ποτέ στα πανεπιστήμιά σας!»
Αφού εκτόξευσε νοερά στον επικριτή του όλες τις γνωστές βρισιές, ζεσταμένος πια κάτω από τις κουβέρτες, ο Περεκλάντιν άρχισε να ηρεμεί.
«Ξέρω... καταλαβαίνω...» σκεφτόταν καθώς τον έπαιρνε ο ύπνος. «Δε θα βάλω άνω κάτω τελεία εκεί που χρειάζεται κόμμα, πράγμα που σημαίνει ότι καταλαβαίνω, συνειδητοποιώ. Μάλιστα... νεαρέ μου... Πρώτα πρέπει να ζήσεις λίγο, να δουλέψεις, και μετά να κρίνεις τους γέρους...»
Μπροστά στα κλειστά μάτια του λαγοκοιμισμένου Περεκλάντιν, μέσα από σκοτεινά, χαμογελαστά σύννεφα, ξεπετάχτηκε σαν μετεωρίτης ένα φλεγόμενο κόμμα. Κατόπιν δεύτερο, τρίτο, και σύντομα ο σκοτεινός, απεριόριστος ορίζοντας, που απλωνόταν στη φαντασία του, καλύφθηκε από πυκνά σμήνη ιπτάμενων κομμάτων...
«Ας πάρουμε αυτά τα κόμματα...» σκεφτόταν ο Περεκλάντιν, νιώθοντας τα μέλη του να παραλύουν γλυκά από τον επερχόμενο ύπνο. «Τα καταλαβαίνω θαυμάσια... Μπορώ να βρω θέση για το καθένα, αν χρειαστεί... και... και συνειδητά... όχι στην τύχη... Εξέτασέ με και θα δεις... Τα κόμματα μπαίνουν σε διάφορα σημεία, εκεί που χρειάζεται κι εκεί που δε χρειάζεται. Όσο πιο μπερδεμένο είναι το κείμενο, τόσο πιο πολλά κόμματα χρειάζονται. Μπαίνουν μπροστά από το "ο οποίος" και μπροστά από το "ότι". Αν πρέπει να απαριθμηθούν με τη σειρά οι υπάλληλοι, τότε πρέπει τον καθένα να τον ξεχωρίζεις με κόμμα... Ξέρω!»
Τα ολόχρυσα κόμματα στριφογύρισαν στον αέρα και απομακρύνθηκαν. Στη θέση τους εμφανίστηκαν οι φλογισμένες τελείες...
«Η τελεία μπαίνει στο τέλος του κειμένου... Εκεί όπου χρειάζεται να πάρεις μεγάλη ανάσα και να κοιτάξεις τον ακροατή, εκεί επίσης μπαίνει τελεία. Στο τέλος κάθε μεγάλης παραγράφου βάζουμε τελεία, ώστε να μην κολλήσει το στόμα του γραμματέα, όταν θα το διαβάζει. Πουθενά αλλού δεν μπαίνει τελεία... »
Τα κόμματα επιστρέφουν και πάλι... Ανακατεύονται με τις τελείες, στροβιλίζονται, και τότε ο Περεκλάντιν βλέπει ολόκληρο σχηματισμό από άνω τελείες και άνω και κάτω τελείες...
«Κι αυτά τα ξέρω...» σκέφτεται. «Εκεί που το κόμμα δεν είναι αρκετό, αλλά η τελεία πάει πολύ, εκεί βάζουμε άνω τελεία. Πριν από το "όμως" και το "επομένως" πάντα βάζω άνω τελεία... Και οι άνω κάτω τελείες; Οι άνω κάτω τελείες μπαίνουν μετά τις λέξεις "αποφασίσαμε", "ορίσαμε"... »
Οι άνω τελείες και οι άνω κάτω τελείες χάθηκαν. Ήρθε η σειρά των ερωτηματικών. Ξεπετάχτηκαν μέσα από τα σύννεφα και άρχισαν να χορεύουν κανκάν...
«Ερωτηματικό; Χαρά στο πράγμα! Για χιλιάδες αμέτρητες από αυτά μπορώ να βρω μια θέση. Μπαίνουν πάντα όταν πρέπει να γίνει ερώτηση, ή, ας υποθέσουμε, όταν πρέπει να μάθουμε σχετικά με κάποιο χαρτί: "Πού καταγράφεται ο ισολογισμός για το τάδε έτος;" ή: "Δε θεωρεί άραγε η αστυνομική διεύθυνση δυνατόν, αυτή την Ιβάνοβα και λοιπά;..."»
Τα ερωτηματικά συγκατένευσαν επιδοκιμαστικά με τους μικρούς γάντζους τους και αστραπιαία, σαν να τους δόθηκε κάποιο παράγγελμα, μετατράπηκαν σε θαυμαστικά...
«Χμ!... αυτό το σημείο της στίξης μπαίνει συχνά στις επιστολές. "Αξιότιμε κύριε!" ή "Εξοχότατε, πατέρα και ευεργέτη!..." Αλλά στα κείμενα, πότε μπαίνει;»
Τα θαυμαστικά τεντώθηκαν ακόμα περισσότερο και σταμάτησαν περιμένοντας...
«Στα κείμενα μπαίνουν όταν... αυτό... το... πώς το λένε; Χμ! Αλήθεια, πότε το βάζουμε στα υπηρεσιακά έγγραφα; Κάτσε... δε θυμάμαι... Χμ!...»
Ο Περεκλάντιν άνοιξε τα μάτια και άλλαξε πλευρό. Όμως δεν πρόλαβε να ξανακλείσει τα μάτια και στο μαύρο φόντο εμφανίστηκαν πάλι τα ερωτηματικά.
«Να πάρει ο διάβολος... Πότε μπαίνουνε», σκέφτηκε, προσπαθώντας να διώξει από τη φαντασία του τους απρόσκλητους επισκέπτες. «Έχει γούστο να ξέχασα! Ή ξέχασα, ή... δεν τα έβαζα ποτέ...»
Ο Περεκλάντιν άρχισε να φέρνει στη μνήμη του όλα τα έγγραφα που έγραψε στη διάρκεια των σαράντα χρόνων υπηρεσίας. Αλλά όσο κι αν σκεφτόταν, όσο κι αν έστυβε το μυαλό του, δεν ανακάλυψε στο παρελθόν του ούτε ένα θαυμαστικό!
«Τι περίπτωση κι αυτή! Έγραφα σαράντα χρόνια και δεν έβαλα ούτε μια φορά θαυμαστικό... Χμ!... Αλλά, πότε στο δαίμονα μπαίνει;»
Από τις σειρές των φλεγόμενων θαυμαστικών πρόβαλε σαν έχιδνα το γελαστό μουσούδι του νεαρού επικριτή. Τα θαυμαστικά γελούσαν επίσης καθώς συγχωνεύονταν σε ένα τεράστιο θαυμαστικό.
Ο Περεκλάντιν τίναξε το κεφάλι του και άνοιξε τα μάτια.
«Ένας θεός ξέρει...» σκέφτηκε. «Αύριο πρέπει να σηκωθώ για τον όρθρο, και τούτος ο σατανάς δε φεύγει από το μυαλό μου... Φτου! Μα... πότε το βάζουμε; Πού είναι λοιπόν η συνήθεια; Πού είναι η μάθηση; Σαράντα ολόκληρα χρόνια κι ούτε ένα θαυμαστικό! Ε;»
Ο Περεκλάντιν σταυροκοπήθηκε και έκλεισε τα μάτια, αλλά τα ξανάνοιξε πάραυτα. Στο μαύρο φόντο δέσποζε ακόμα το θαυμαστικό...
«Φτου! Πώς να κοιμηθείς έτσι; Μαρθάκι!» απευθύνθηκε στη γυναίκα του, η οποία συχνά παινευόταν ότι τέλειωσε εσωτερική σε κάποιο εκπαιδευτήριο. Μήπως, ξέρεις, ψυχούλα μου, πότε μπαίνει στα κείμενα το θαυμαστικό;»
«Αυτό έλειπε, να μην ξέρω! Τσάμπα σπούδασα εφτά χρόνια στο εκπαιδευτήριο; Θυμάμαι απ' έξω κι ανακατωτά όλη τη γραμματική. Το σημείο αυτό μπαίνει στις προσφωνήσεις, στα επιφωνήματα και στις εκφράσεις ενθουσιασμού, αγανάκτησης, χαράς, οργής και λοιπών συναισθημάτων».
«Μάλισταα...» σκέφτηκε ο Περεκλάντιν. Ενθουσιασμός, αγανάκτηση, οργή και λοιπά συναισθήματα...»
Ο δημόσιος υπάλληλος έπεσε σε βαθύ συλλογισμό... Σαράντα χρόνια έγραφε χαρτιά, χιλιάδες, δεκάδες χιλιάδες έγγραφα, και δε θυμάται ούτε μια αράδα που να εκφράζει ενθουσιασμό, αγανάκτηση ή κάτι παρόμοιο...
«Και λοιπά συναισθήματα...» σκεφτόταν. «Αλλά, σάμπως στα έγγραφα χρειάζονται συναισθήματα; Κι ένας αναίσθητος μπορεί να τα γράψει... »
Το μούτρο του νεαρού επικριτή ξεπρόβαλε και πάλι πίσω από το φλογισμένο σημείο στίξης και χαμογέλασε φαρμακερά. Ο Περεκλάντιν σηκώθηκε και κάθισε στο κρεβάτι. Το κεφάλι του πονούσε, στο μέτωπο εμφανίστηκε κρύος ιδρώτας... Στη γωνία φώτιζε απαλά το καντήλι, τα έπιπλα ήταν καθαρά, γιορτινά, τα πάντα απέπνεαν ζεστασιά και την παρουσία γυναικείων χεριών, αλλά ο δύστυχος υπαλληλάκος κρύωνε, ένιωθε απαίσια, ακριβώς σαν να είχε αρρωστήσει από τύφο. Το θαυμαστικό στεκόταν πια όχι πίσω από τα κλειστά του μάτια, αλλά μπροστά του, εδώ, στο δωμάτιο, κοντά στο κομοδίνο της γυναίκας του και του έκλεινε κοροϊδευτικά το μάτι...
«Γραφομηχανή! Μηχανή!» ψιθύριζε το φάντασμα, φυσώντας κι εκτοξεύοντας πάνω στο γραφιά ξερό αέρα. «Ξύλο απελέκητο!»
Ο υπαλληλάκος κρύφτηκε κάτω από την κουβέρτα, όμως και κάτω από αυτήν συνέχισε να βλέπει το φάντασμα. Κόλλησε το πρόσωπό του στον ώμο της γυναίκας του, αλλά πίσω από τον ώμο ξεφύτρωνε ο ίδιος πάντα εφιάλτης... Όλη τη νύχτα παιδεύτηκε ο δύστυχος ο Περεκλάντιν, κι όταν φώτισε η μέρα το φάντασμα ήταν ακόμα εκεί... Το έβλεπε παντού. Την ώρα που φορούσε τις μπότες του, στο πιατελάκι του τσαγιού, στο παράσημο τρίτου βαθμού, το «Στανισλάφ»...
«Και λοιπά συναισθήματα...» σκεφτόταν. «Η αλήθεια είναι ότι δεν υπήρχαν συναισθήματα... Θα πάω, ας πούμε, σε λίγο, στη διεύθυνση να υποβάλω τα σέβη και τις ευχές μου... σάμπως αυτό γίνεται με συναίσθημα; Λοιπόν, τι κρίμα... Είμαι απλώς μια ευχετήρια μηχανή...»
Ο Περεκλάντιν βγήκε στο δρόμο και σταμάτησε μια άμαξα, όμως του φάνηκε ότι στη θέση του αμαξά καθόταν ένα θαυμαστικό.
Μπαίνοντας στον προθάλαμο του σπιτιού του προϊσταμένου του, στη θέση του θυρωρού είδε το σημείο... Που του μιλούσε πάντα για ενθουσιασμό, αγανάκτηση, οργή... Ο κονδυλοφόρος είχε πάρει κι αυτός τη μορφή θαυμαστικού. Ο Περεκλάντιν τον έπιασε, βούτηξε την πένα στο μελάνι και υπέγραψε:
«Κρατικός υπάλληλος Εφίμ Φόμιτς Περεκλάντιν!!!»
Βάζοντας τα τρία θαυμαστικά ένιωσε ενθουσιασμό, αγανάκτηση, ικανοποίηση, κι έβραζε από οργή.
«Να, για να μάθεις! Να, για να μάθεις!» μουρμούρισε, πιέζοντας την πένα.
Το φωτεινό σημείο ικανοποιήθηκε κι αυτό και εξαφανίστηκε.
Αντόν  Τσέχωφ - Το θαυμαστικό  (από τα "Διηγήματα")
Δημοσιεύτηκε από τον χρήστη
Ετικέτες: Λογοτεχνία

Richard Bach (Ρίτσαρντ Ντέιβιντ Μπαχ) - Ο γλάρος Ιωνάθαν Λίβινγκστον (Jonathan Livingston Seagull) μέρος 2ο

Μέρος 2ο
Ὥστε λοιπὸν αὐτὸς εἶναι ὁ παράδεισος, σκέφτηκε καὶ χαμογέλασε μὲ τὸν ἑαυτό του. Δὲν ἦταν βέβαια πολὺ εὐλαβικὸ τὸ νὰ μελετᾷς τὸν παράδεισο τὴν ὥρα ἀκριβῶς ποὺ πετᾶς γιὰ νὰ τὸν φτάσεις.
Καθὼς ἐρχόταν ἀπ᾿ τὴ Γῆ, πάνω ἀπ᾿ τὰ σύννεφα καὶ σὲ στενὸ σχηματισμὸ μὲ τοὺς δυὸ λαμπεροὺς γλάρους, εἶδε πὼς καὶ τὸ δικό του σῶμα γινόταν φωτερὸ ὅπως τὸ δικό τους. Εἶναι ἀλήθεια πὼς βρισκόταν ἐκεῖ ὁ ἴδιος νέος Ἰωνάθαν Γλάρος, αὐτὸς ποὺ εἶχε πάντα ζήσει πίσω ἀπ᾿ τὰ χρυσαφένια μάτια του· ἡ ἐξωτερική του ὅμως ὄψη εἶχε ἀλλάξει.
Τὸ ἔνιωθε σὰ σῶμα γλάρου, ἀλλὰ πετοῦσε κιόλας πολὺ καλύτερα ἀπ᾿ ὅσο εἶχε ποτὲ πετάξει τὸ παλιό του σῶμα. Γιὰ φαντάσου, σκέφτηκε, μὲ τὴ μισὴ προσπάθεια, θὰ πετύχω διπλάσια ταχύτητα, θὰ διπλασιάσω τὴν ἐπίδοση τῆς καλύτερής μου μέρας στὴ γῆ.
Τὰ φτερά του λαμπύριζαν τώρα μὲ μιὰ φωτεινὴ λευκότητα, καὶ οἱ φτεροῦγες του ἦταν λεῖες καὶ τέλειες λὲς κι ἦταν φύλλα γυαλισμένο ἀσῆμι. Ἄρχισε, ὅλος χαρά, νὰ τὰ γνωρίζει, νὰ βάζει δύναμη στὰ καινούργια του φτερά.
Πετώντας διακόσια πενῆντα μίλια τὴν ὥρα ἔνιωσε πὼς πλησίαζε τὴ μέγιστη ταχύτητα πτήσης σὲ σταθερὸ ὕψος. Στὰ διακόσια ἑβδομῆντα τρία, νόμισε πὼς πετοῦσε ὅσο πιὸ γρήγορα μποροῦσε κι᾿ ἔνιωσε μιὰ λαφριὰ ἀπογοήτευση. Ὑπῆρχε κάποιο ὅριο στὸ τί μποροῦσε τὸ καινούργιο σῶμα, καὶ μολονότι ἦταν πολὺ ἀνώτερο ἀπ᾿ τὴν παλιά του ἐπίδοση πτήσης σταθεροῦ ὕψους, ἦταν καὶ πάλι ἕνα ὅριο, ποὺ θὰ χρειαζόταν μεγάλη προσπάθεια γιὰ νὰ τὸ ξεπεράσει. Στὸν παράδεισο, σκέφτηκε, δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάρχουν ὅρια.
Τὰ σύννεφα ξάνοιξαν, οἱ συνοδοί του φώναξαν, «Χαρούμενες προσγειώσεις, Ἰωνάθαν», καὶ χάθηκαν στὸν οὐρανό.
Πετοῦσε πάνω ἀπὸ μιὰ θάλασσα, πρὸς μιὰ δαντελωτὴ ἀκτή. Ἐλάχιστοι γλάροι ἔκαναν ἀσκήσεις μὲ τὰ ἀνοδικὰ ρεύματα στοὺς ἀπότομους βράχους. Πέρα μακριὰ στὰ βορεινά, στὴν ἄκρη τοῦ ὁρίζοντα, πετοῦσαν μερικοὶ ἀκόμα. Καινούργια θεάματα, καινούργιες σκέψεις, καινούργια ἐρωτήματα. Γιατί τόσοι λίγοι γλάροι; Ὁ παράδεισος θὰ ἔπρεπε νὰ μυρμηγκιάζει γλάρους! Καὶ γιατί εἶμαι, ξαφνικά, τόσο κουρασμένος; Ὑποτίθεται πὼς οἱ γλάροι στὸν παράδεισο δὲν κουράζονται καὶ δὲν κοιμοῦνται ποτέ.
Ποῦ τ᾿ ἄκουσε αὐτό; Ἡ ἀνάμνηση τῆς ζωῆς του στὴ Γῆ ἄρχισε νὰ σβήνει. Ἡ Γῆ ἦταν ἕνας τόπος ὅπου ἔμαθε πολλὰ πράγματα, εἶναι ἀλήθεια, ἀλλὰ οἱ λεπτομέρειες ἄρχιζαν νὰ θολώνουν— θυμόταν κάτι γιὰ τὸν ἀγῶνα γιὰ τὸ φαγητό, πὼς ἦταν Ἀπόκληρος.
Δώδεκα γλάροι ἀπ᾿ τὴν ἀκτή ἦρθαν νὰ τὸν συναντήσουν, δίχως κανένας τους ν᾿ ἀρθρώσει λέξη. Ἔνιωσε μόνο πὼς ἦταν εὐπρόσδεκτος καὶ πὼς ἦταν σὰν στὸ σπίτι του. Ἦταν μιὰ μεγάλη μέρα τῆς ζωῆς του, μιὰ μέρα ποὺ τὸ ξημέρωμά της δὲν μποροῦσε πιὰ νὰ τὸ θυμηθεῖ.
Γύρισε γιὰ νὰ προσγειωθεῖ στὴν παραλία, χτυπώντας τὰ φτερά του γιὰ νὰ σταματήσει λίγα ἑκατοστὰ στὸν ἀέρα, καὶ νὰ σταθεῖ ὕστερα ἁπαλὰ στὴν ἄμμο. Προσγειώθηκαν κι᾿ οἱ ἄλλοι γλάροι, ἀλλ᾿ οὔτε ἕνας τους δὲν φτερούγισε οὔτε τόσο δά. Πετιόντουσαν στὸν ἄνεμο, μὲ ὀρθάνοιχτές τὶς λαμπρὲς φτεροῦγες τους, κι᾿ ὕστερα μὲ κάποιο τρόπο ἄλλαζαν τὴν κλίση τῶν φτερῶν τους, ὥσπου νὰ σταματήσουν τὴν ἴδια στιγμὴ ποὺ τὰ πόδια τους ἄγγιζαν τὴ γῆ. Ἦταν μιὰ κίνηση μὲ θαυμάσιο ἔλεγχο, ὅμως ὁ Ἰωνάθαν ἦταν τώρα πολὺ κουρασμένος γιὰ νὰ τὴ δοκιμάσει. Ὄρθιος ἐκεῖ στὴν παραλία, πάντα δίχως νὰ λεχθεῖ τὸ παραμικρό, ἀποκοιμήθηκε.
Τὶς μέρες ποὺ ἀκολούθησαν, ὁ Ἰωνάθαν ἀντιλήφθηκε πὼς σ᾿ αὐτὸν τὸν τόπο μποροῦσε νὰ μάθει γιὰ τὸ πέταγμα τόσα, ὅσα εἶχε μάθει στὴν περασμένη τοῦ ζωή. Ἀλλὰ μὲ μιὰ διαφορά. Ὑπῆρχαν ἐδῶ γλάροι ποὺ σκέφτονταν ὅπως ἐκεῖνος. Γιὰ τὸν καθένα τους, τὸ πιὸ σημαντικὸ πρᾶγμα ἦταν νὰ προοδεύσουν καὶ νὰ φτάσουν τὴν τελειότητα σ᾿ ὅ,τι ἀγάπησαν περισσότερο στὴ ζωή, κι᾿ αὐτὸ ἦταν τὸ πέταγμα. Ἦταν ὑπέροχα πουλιὰ ὅλα τους, καὶ πραγματοποιοῦσαν τὶς ἀσκήσεις τους ὧρες ὁλόκληρες καθημερινά, δοκιμάζοντας τὴν πιὸ τολμηρὴ ἀεροναυτική.
Γιὰ πολὺ καιρό, ὁ Ἰωνάθαν ξέχασε τὸν κόσμο ἀπ᾿ ὅπου εἶχε ἔρθει, τὸν τόπο ἐκεῖνο ὅπου οἱ γλάροι στὸ Σμῆνος ζοῦσαν μὲ τὰ μάτια κλειστὰ μπροστὰ στὴ χαρὰ τῆς πτήσης, χρησιμοποιώντας τὰ φτερά τους μόνο σὰ μέσα με σκοπὸ νὰ βρίσκουν τροφὴ καὶ νὰ τσακώνωνται ποιὸς θὰ τὴν ἁρπάξει. Ὅμως ποῦ καὶ ποῦ, γιὰ μιὰ στιγμὴ μόλις, θυμόταν.
Τὸ θυμήθηκε μιὰ φορὰ ποὺ εἶχε βγεῖ μὲ τὸν ἐκπαιδευτή του, καθὼς ξαπόσταιναν στὴν παραλία ὑστερ᾿ ἀπὸ μιὰ σειρὰ περιστροφὲς μὲ διπλωμένα τὰ φτερά.
«Ποῦ εἶναι ὅλος ὁ κόσμος, Σάλλιβαν;» ρώτησε σιωπηλά, ἀπόλυτα ἐξοικειωμένος τώρα μὲ τὴν ἁπλὴ τηλεπάθεια ποὺ χρησιμοποιοῦσαν αὐτοὶ οἱ γλάροι ἀντὶ γιὰ στριγγλιὲς καὶ ρεκάσματα. «Γιατί δὲν εἴμαστε περισσότεροι ἐδῶ; Ἐκεῖ ἀπ᾿ ὅπου ᾖρθα ὑπῆρχαν...».
...«Χιλιάδες, πολλὲς χιλιάδες γλάροι. Τὸ ξέρω». Ὁ Σάλλιβαν κούνησε τὸ κεφάλι του. «Ἡ μόνη ἀπάντηση ποὺ βρίσκω, Ἰωνάθαν, εἶναι πὼς εἶσαι στ᾿ ἀλήθεια ἀπ᾿ τὰ πουλιὰ ποὺ ξεχωρίζουν, ἕνα στὸ ἑκατομμύριο. Οἱ περισσότεροι ἐρχόμαστε ἐδῶ πάρα πολὺ ἀργά. Περάσαμε ἀπὸ ἕναν κόσμο σὲ ἄλλο ποὺ ἦταν σχεδὸν ἀπαράλλαχτος, ξεχνώντας ἀμέσως ἀπὸ ποῦ εἴχαμε ἔρθει, δίχως νὰ νοιαζόμαστε γιὰ ποῦ πηγαίναμε, ζώντας στιγμὴ τὴ στιγμή. Φαντάστηκες ποτὲ πόσες ζωὲς πρέπει νὰ περάσαμε πρὶν κἂν νὰ διαβλέψουμε πρώτη φορὰ τὴ σκέψη πὼς ἡ ζωὴ προσφέρει πολλὰ περισσότερα ἀπ᾿ τὸ φαγητό, τοὺς τσακωμοὺς ἢ τὴ δύναμη στὸ Σμῆνος; Χίλιες ζωές, Ἴων, δέκα χιλιάδες ζωές! Κι᾿ ὕστερα ἄλλες ἑκατὸ ζωὲς ὥσπου ν᾿ ἀρχίσουμε νὰ μαθαίνουμε πὼς ὑπάρχει κάτι ποὺ λέγεται τελειότητα, κι᾿ ἄλλα ἑκατὸ χρόνια γιὰ νὰ καταλάβουμε πὼς σκοπὸς στὴ ζωή μας εἶναι ν᾿ ἀνακαλύψουμε αὐτὴ τὴν τελειότητα καὶ νὰ τὴν ἀναδείξουμε. Ὁ ἴδιος κανόνας ἰσχύει, φυσικά, καὶ γιὰ μᾶς τώρα: διαλέγουμε τὸν ἑπόμενό μας κόσμο μέσα ἀπὸ τὰ ὅσα μαθαίνουμε σὲ τοῦτον. Ἂν δὲ μάθεις κάτι, τότε ὁ ἑπόμενος θὰ εἶναι ὅμοιος μὲ τοῦτον, μὲ τοὺς ἴδιους φραγμοὺς καὶ τὰ ἴδια ἀσήκωτα βάρη ποὺ θὰ πρέπει νὰ ξεπεράσεις».
Ἅπλωσε τὰ φτερά του καὶ στράφηκε ἀπέναντι στὸν ἄνεμο. «Ἐσὺ ὅμως, Ἴων», εἶπε, «ἔμαθες τόσα πολλὰ μονομιᾶς, ὥστε δὲ χρειάστηκε νὰ περάσεις χίλιες ζωὲς γιὰ νὰ φτάσεις σὲ τούτη».
Σὲ μιὰ στιγμὴ βρέθηκαν πάλι σὲ πτήση, στὶς ἀσκήσεις τους. Οἱ περιστροφὲς σὲ σχηματισμὸ ἦταν δύσκολες, γιατί στὸ ἀντίστροφο μισὸ ὁ Ἰωνάθαν ἔπρεπε νὰ σκέφτεται ἀνάποδα, ἀντιστρέφοντας τὴν κλίση τῶν φτερῶν του σὲ ἀπόλυτα ἁρμονικὴ ἀκρίβεια μὲ τὸν ἐκπαιδευτή του.
«Ἄλλη μιὰ δοκιμή» εἶπε ὁ Σάλλιβαν ξανὰ καὶ ξανά: «Ἄλλη μιὰ δοκιμή». Καὶ τελικὰ «Αὐτὸ εἶναι». Κι᾿ ἄρχισαν ἐξάσκηση στὶς ἐξωτερικὲς περιστροφές.
Ἕνα βράδυ, οἱ γλάροι ποὺ δὲν εἶχαν βραδυνὴ πτήση στέκονταν μαζὶ στὴν ἄμμο βουτηγμένοι στὶς σκέψεις τους. Ὁ Ἰωνάθαν μάζεψε ὅλο του τὸ θάρρος καὶ περπάτησε κοντὰ στὸ Γέροντα γλάρο πού, καθὼς ἔλεγαν, θὰ ἔφευγε σύντομα ἀπὸ τοῦτον τὸν κόσμο. «Τσιάνκ» εἶπε, λίγο νευρικά. Ὁ γερογλάρος τὸν κοίταξε μὲ καλοσύνη. «Ναί, γιέ μου;». Ἀντὶ τὰ χρόνια νὰ ἔχουν ἐξασθενήσει τὸ Γέροντα, τοῦ εἶχαν προσδώσει δύναμη· μποροῦσε νὰ παραβγεῖ στὸ πέταγμα κάθε γλάρο στὸ Σμῆνος, κι εἶχε μάθει τεχνικὲς ποὺ οἱ ἄλλοι μόνο σιγά‐σιγὰ τὶς ἀνακάλυπταν.
«Τσιάνκ, ὁ κόσμος τοῦτος δὲν μπορεῖ νά ῾ναι ὁ παράδεισος, ἔτσι δὲν εἶναι;».
Ὁ Γέροντας χαμογέλασε στὸ φεγγαρόφωτο. «Μαθαίνεις πάλι, Ἰωνάθαν Γλάρε», εἶπε.
«Μὰ τότε τί συμβαίνει ἀπὸ δῶ καὶ πέρα; Ποῦ πηγαίνουμε; Δὲν ὑπάρχει τόπος ποὺ νά ῾ναι παράδεισος;». «Ὄχι, Ἰωνάθαν, δὲν ὑπάρχει τέτοιος τόπος. Ὁ παράδεισος δὲν εἶναι τόπος καὶ δὲν εἶναι χρόνος. Παράδεισος εἶναι τὸ νὰ εἶσαι τέλειος». Ἔμεινε γιὰ λίγο σιωπηλός. «Εἶσαι πολὺ γρήγορος γλάρος, ἔτσι δὲν εἶναι;».
«Ναί... μ᾿ ἀρέσει ἡ ταχύτητα», εἶπε ὁ Ἰωνάθαν ἔκπληκτος ἀλλὰ καὶ περήφανος ποὺ ὁ Γέροντας τὸ εἶχε προσέξει.
«Θ᾿ ἀρχίσεις νὰ πλησιάζεις τὸν παράδεισο, Ἰωνάθαν, τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ πλησιάσεις τὴν τέλεια ταχύτητα. Κι᾿ αὐτὸ δὲν σημαίνει νὰ πετᾶς χίλια μίλια τὴν ὥρα, ἢ ἕνα ἑκατομμύριο, ἢ νὰ πετᾶς μὲ τὴν ταχύτητα τοῦ φωτός. Γιατί ὁ κάθε ἀριθμὸς εἶναι ἕνα ὅριο καὶ ἡ τελειότητα δὲν ἔχει ὅρια. Ἡ τέλεια ταχύτητα, γιέ μου, εἶναι τὸ νὰ βρίσκεσαι ἐκεῖ».
Δίχως καμμιὰ προειδοποίηση ὁ Τσιὰνκ ἐξαφανίστηκε καὶ ξαναφάνηκε σ᾿ ἕνα κλάσμα τῆς στιγμῆς στὴν ἄκρη τοῦ νεροῦ πενῆντα πόδια πιὸ πέρα. Ὕστερα ἐξαφανίστηκε καὶ πάλι καὶ στάθηκε, στὸ ἴδιο χιλιοστό τοῦ δευτερολέπτου, στὸν ὦμο τοῦ Ἰωνάθαν. «Εἶναι πολὺ διασκεδαστικό», εἶπε.
Ὁ Ἰωνάθαν σάστισε. Ξέχασε νὰ ρωτήσει γιὰ τὸν παράδεισο. «Πῶς τὸ καταφέρνεις αὐτό; Πῶς νιώθεις; Πόσο μακριὰ μπορεῖς νὰ πᾶς;».
«Μπορεῖς νὰ πᾶς σ᾿ ὅποιο τόπο καὶ σ᾿ ὅποιο χρόνο θέλεις», εἶπε ὁ Γέροντας. «Ἐγὼ πῆγα σ᾿ ὅποιο τόπο καὶ σ᾿ ὅποιο χρόνο μπόρεσα νὰ σκεφτῶ». Κοίταξε πέρα στὴ θάλασσα. «Εἶναι παράξενο. Οἱ γλάροι ποὺ περιφρονοῦν τὴν τελειότητα γιὰ χάρη τοῦ ταξιδιοῦ πηγαίνουν... πουθενά, μὲ καθυστέρηση. Ὅσοι ἐγκαταλείπουν τὰ ταξίδια γιὰ χάρη τῆς τελειότητας πηγαίνουν παντοῦ, στὴ στιγμή. Θυμήσου, Ἰωνάθαν, ὁ παράδεισος δὲν εἶναι ἕνας τόπος ἢ ἕνας χρόνος, γιατί ὁ τόπος καὶ ὁ χρόνος εἶναι πράγματα δίχως κανένα νόημα. Ὁ παράδεισος εἶναι...».
«Μπορεῖς νὰ μοῦ μάθεις νὰ πετάω ἔτσι;», Ὁ Ἰωνάθαν Γλάρος ριγοῦσε μὲ τὴ σκέψη πὼς θὰ κατακτοῦσε ἕνα καινούργιο ἄγνωστο.
«Φυσικά, ἂν θέλεις νὰ μάθεις».
«Θέλω. Πότε μποροῦμε ν᾿ ἀρχίσουμε;».
«Θὰ μπορούσαμε ν᾿ ἀρχίσουμε τώρα, ἂν θέλεις».
«Θέλω νὰ μάθω νὰ πετάω ἔτσι», εἶπε ὁ Ἰωνάθαν, κι᾿ ἕνα παράξενο φῶς γυάλισε στὰ μάτια του. «Πές μου τί νὰ κάνω».
Ὁ Τσιὰνκ μίλησε ἀργὰ καὶ παρακολουθοῦσε τὸν νεώτερο γλάρο μὲ ἔντονη προσήλωση. «Γιὰ νὰ πετάξεις μὲ τὴν ταχύτητα τῆς σκέψης, δηλαδὴ ὁπουδήποτε», εἶπε, «πρέπει ν᾿ ἀρχίσεις γνωρίζοντας πὼς ἔχεις κιόλας φτάσει...».
Τὸ κόλπο, σύμφωνά με τὸν Τσιάνκ, ἦταν νὰ πάψει ὁ Ἰωνάθαν νὰ βλέπει τὸν ἑαυτό του φυλακισμένο σ᾿ ἕνα περιορισμένο σῶμα μὲ ἄνοιγμα φτερῶν ἕνα μέτρο καὶ ἐπίδοση ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ προγραμματιστεῖ σὲ διάγραμμα. Τὸ κόλπο ἦταν νὰ ξέρει πὼς ἡ πραγματική του φύση ζοῦσε, μὲ τὴν τελειότητα ἑνὸς ἄγραφου ἀριθμοῦ, παντοῦ καὶ ταυτόχρονα, πέρ᾿ ἀπ᾿ τὸ χῶρο καὶ τὸ χρόνο.
Ὁ Ἰωνάθαν δούλευε ἐντατικά, σκληρά, κάθε μέρα, ἀρχίζοντας πρὶν ἀκόμα βγεῖ ὁ ἥλιος καὶ τελειώνοντας μετὰ τὰ μεσάνυχτα. Καὶ παρ᾿ ὅλες τὶς προσπάθειές του δὲ μετακινήθηκε οὔτε ἕνα φτερὸ μακριὰ ἀπὸ τὴ θέση του.
«Ξέχνα τὴν πίστη!». Ὁ Τσιὰνκ τοῦ τὸ ʹλεγε ξανὰ καὶ ξανά. «Δὲν σοῦ χρειάστηκε πίστη γιὰ νὰ πετάξεις, χρειάστηκε νὰ καταλάβεις τὸ πέταγμα. Τὸ ἴδιο καὶ τώρα... γιὰ ξαναπροσπάθησε...».
Καὶ τότε μιὰ μέρα ὁ Ἰωνάθαν, καθὼς στεκόταν στὴν ἀκτή, μὲ κλειστὰ τὰ μάτια, συγκεντρωμένος, ἀντιλήφθηκε ἀστραπιαῖα γιὰ τί πρᾶγμα τοῦ μιλοῦσε ὁ Τσιάνκ. «Μά, εἶναι ἀλήθεια! Εἶμαι ἕνας τέλειος, ἀπεριόριστος γλάρος!». Ἔνιωσε ἕνα μεγάλο ξάφνιασμα χαρᾶς.
«Αὐτὸ εἶναι!», εἶπε ὁ Τσιάνκ, καὶ ἡ φωνή του σήμαινε νίκη.
Ὁ Ἰωνάθαν ἄνοιξε τὰ μάτια του. Στεκόταν μόνος με τὸ Γέροντα σὲ μιὰ ὁλότελα διαφορετικὴ ἀκτή ‐ μὲ δέντρα ὡς κάτω στὴν ἄκρη τῆς θάλασσας καὶ δυὸ κίτρινους ἥλιους νὰ τριγυρίζουν πάνω ἀπ᾿ τὸ κεφάλι του.
«Ἐπιτέλους, τὸ βρῆκες», εἶπε ὁ Τσιάνκ, «ὁ χειρισμὸς ὅμως πρέπει ἀκόμα νὰ δουλευτεῖ λίγο...».
Ὁ Ἰωνάθαν τὰ ῾χε χαμένα. «Ποῦ βρισκόμαστε;».
Ὁ Γέροντας δὲν εἶχε ἐντυπωσιαστεῖ ἀπ᾿ τὸ παράξενο περιβάλλον καὶ δὲν ἔδωσε σημασία στὴν ἐρώτηση. «Βρισκόμαστε σὲ κάποιο πλανήτη —εἶναι φῶς φανάρι — ποὺ ἔχει πράσινο οὐρανὸ κι ἕνὰ διπλὸ ἀστέρι γιὰ ἥλιο».
Ὁ Ἰωνάθαν ἔβγαλε μιὰ κραυγὴ χαρᾶς, κι᾿ ἦταν ἡ πρώτη του φωνὴ ἀπὸ τότε ποὺ εἶχε ἀφήσει τὴ Γῆ.
«ΓΙΝΕΤΑΙ!»
«Μὰ φυσικά, γίνεται, Ἴων», εἶπε ὁ Τσιάνκ. «Πὰντα γίνεται ὅταν ξέρεις τί κάνεις. Ἂς δοῦμε τώρα τὸ χειρισμό...».
Ὅταν ἐπέστρεψαν, ἦταν πιὰ νύχτα. Οἱ ἄλλοι γλάροι κοίταζαν τὸν Ἰωνάθαν μὲ σεβασμὸ στὰ χρυσαφένια μάτια τους, γιατί τὸν εἶχαν δεῖ νὰ ἐξαφανίζεται ἀπ᾿ τὸ σημεῖο ὅπου ἦταν ριζωμένος τόσην ὥρα.
Δὲν ἄντεξε τὰ συγχαρητήριά τους οὔτε λεπτό. «Ἐγὼ εἶμαι νεοφερμένος ἐδῶ! Τώρα μόλις ἀρχίζω! Ἐγὼ ἔχω νὰ μάθω ἀπὸ σᾶς!».
«Ἔχω κάποιες ἀμφιβολίες γι᾿ αὐτό, Ἴων», εἶπε ὁ Σάλλιβαν, ποὺ στεκόταν πλάι. «Νιώθεις λιγότερο φόβο νὰ μάθεις ἀπ᾿ ὅσους γλάρους εἶδα τὰ τελευταῖα δέκα χιλιάδες χρόνια». Τὸ Σμῆνος ἔμεινε σιωπηλό, καὶ ὁ Ἰωνάθαν κουνήθηκε στὴ θέση του ἀμήχανα. «Μποροῦμε ν᾿ ἀρχίσουμε δουλειὰ μὲ τὸ χρόνο, ἂν θέλεις», εἶπε ὁ Τσιάνκ, «ὥσπου νὰ μπορέσεις νὰ πετάξεις στὸ παρελθὸν καὶ στὸ μέλλον. Καὶ τότε θὰ ʹσαι ἕτοιμος ν᾿ ἀρχίσεις τὸ πιὸ δύσκολο, τὸ πιὸ δυνατό, τὸ πιὸ διασκεδαστικὸ ἀπ᾿ ὅλα. Θὰ ʹσαι ἕτοιμος ν᾿ ἀρχίσεις νὰ πετᾶς ψηλὰ καὶ νὰ ξέρεις τὸ νόημα τῆς καλοσύνης καὶ τῆς ἀγάπης».
Πέρασε ἕνας μῆνας, ἢ κάτι ποὺ φάνηκε περίπου σὰ μῆνας, κι᾿ ὁ Ἰωνάθαν ἔμαθε μὲ τρομαχτικὸ ρυθμό. Πάντα μάθαινε γρήγορα ἀπ᾿ τὴν καθημερινὴ ἐμπειρία, καὶ τώρα ὄντας ὁ ξεχωριστὸς μαθητὴς τοῦ ἴδιου τοῦ Γέροντα, ἀφομοίωνε καινούργιες ἰδέες λὲς κι ἦταν ἕνας ἀεροδυναμικὸς φτερωτὸς ὑπολογιστής. Μὰ τότε ᾖρθε ἡ μέρα ποὺ ἐξαφανίστηκε ὁ Τσιάνκ. Μιλοῦσε ἥσυχα μὲ ὅλους, προτρέποντας τοὺς γλάρους νὰ μὴν πάψουν ποτὲ νὰ μαθαίνουν καὶ νὰ ἐξασκοῦνται καὶ νὰ πασχίζουν νὰ καταλάβουν περισσότερα πράγματα γιὰ τὴν τέλεια ἀόρατη ἀρχὴ ὅλης τῆς ζωῆς. Καὶ τότε, καθὼς μιλοῦσε, τὰ φτερά του ἔγιναν ὅλο καὶ πιὸ φωτερὰ καὶ τελικὰ ἔγιναν τόσο λαμπερὰ ποὺ κανένας γλάρος δὲν μποροῦσε πιὰ νὰ τὸν κοιτάξει.
«Ἰωνάθαν» εἶπε, κι᾿ αὐτὰ ἦταν τὰ τελευταῖα του λόγια «μὴ πάψεις νὰ δουλεύεις πάνω στὴν ἀγάπη».
Ὅταν μπόρεσαν νὰ ξανακοιτάξουν, ὁ Τσιὰνκ εἶχε χαθεῖ.
Καθὼς οἱ μέρες περνοῦσαν, ὁ Ἰωνάθαν πρόσεξε πὼς συχνὰ ἡ σκέψη του πήγαινε πίσω στὴ Γῆ ἀπ᾿ ὅπου εἶχε ἔρθει. Ἂν γνώριζε ὅταν βρισκόταν ἐκεῖ ἕνα δέκατο μόλις, ἕνα ἑκατοστὸ ἔστω, ἀπ᾿ ὅσα γνώριζε ἐδῶ, πόσο περισσότερο νόημα θά ῾χε ἡ ζωή. Στάθηκε στὴν ἄμμο κι᾿ ἄρχισε ν᾿ ἀναρωτιέται μήπως ὑπῆρχε κανένας γλάρος ἐκεῖ κάτω ποὺ ἴσως ἀγωνιζόταν νὰ ξεφύγει ἀπ᾿ τοὺς φραγμούς, νὰ δεῖ τὸ νόημα τῆς πτήσης πέρα ἀπ᾿ τὸν ἁπλὸ τρόπο μετακίνησης γιὰ νὰ βουτήξει ἕνα ξεροκόμματο ἀπὸ μιὰ βάρκα μὲ κουπιά. Ἴσως μάλιστα νὰ ὑπῆρχε κάποιος ποὺ θὰ τὸν εἶχαν κηρύξει Ἀπόβλητο, ἂν εἶχε πεῖ κατάμουτρα στὸ Σμῆνος τὴν ἀλήθεια. Κι᾿ ὅσο ὁ Ἰωνάθαν συνέχιζε νὰ ἀσκεῖται στὰ μαθήματά του καλοσύνης, κι᾿ ὅσο δούλευε γιὰ νὰ μάθει τὴν φύση τῆς ἀγάπης, ὅλο καὶ περισσότερο ἤθελε νὰ γυρίσει πίσω στὴ Γῆ. Γιατί, παρ᾿ ὅλο τὸ μοναχικό του παρελθόν, ὁ Ἰωνάθαν Γλάρος ἦταν γεννημένος νὰ γίνει ἐκπαιδευτής, κι᾿ ὁ δικός του τρόπος νὰ δείξει τὴν ἀγάπη ἦταν νὰ δίνει κάτι ἀπ᾿ τὴν ἀλήθεια ποὺ εἶχε ἀνακαλύψει σ᾿ ἕνα γλάρο ποὺ ἀναζητοῦσε μόνο νὰ τοῦ δοθεῖ ἡ εὐκαιρία νὰ δεῖ μόνος του τὴν ἀλήθεια.
Ὁ Σάλλιβαν, μὲ πεῖρα τώρα σὲ πτήσεις μὲ ταχύτητα σκέψης καὶ ποὺ βοηθοῦσε τοὺς ἄλλους νὰ μάθουν, παρέμεινε σκεφτικός.
«Ἴων, ἤσουν Ἀπόβλητος μιὰ φορά. Γιατί πιστεύεις πὼς ἕνας ἀπ᾿ τοὺς γλάρους τοῦ καιροῦ σου θὰ σ᾿ ἀκούσει τώρα; Ξέρεις τὴν παροιμία, κι᾿ εἶναι ἀληθινή: «Βλέπει μακρύτερα κεῖνος ὁ γλάρος ποὺ πετάει ψηλότερα». Οἱ γλάροι ἀπ᾿ ὅπου ἔρχεσαι στέκονται πάνω στὸ χῶμα, καὶ κρώζουν καὶ τσακώνονται μεταξύ τους. Βρίσκονται χίλια μίλια μακριὰ ἀπ᾿ τὸν παράδεισο — καὶ λὲς πὼς θέλεις νὰ τοὺς δείξης τὸν παράδεισο ἀπὸ κεῖ ποὺ στέκονται! Ἴων, δὲν μποροῦν νὰ δοῦν οὔτε τὶς ἄκρες ἀπ᾿ τὶς φτεροῦγες τους! Μεῖνε ῾δῶ. Βοήθησε τοὺς νέους γλάρους ἐδῶ, αὐτοὺς ποὺ βρίσκονται ἀρκετὰ ψηλὰ γιὰ νὰ καταλάβουν τί ἔχεις νὰ τοὺς πεῖς». Ἔμεινε γιὰ λίγο σιωπηλός, κι ὑστέρα εἶπε: «Σκέψου ἂν ὁ Τσιὰνκ εἶχε γυρίσει πίσω στοὺς δικούς του παλιοὺς κόσμους! Ποῦ θὰ βρισκόσουν σήμερα;».
Τὸ τελευταῖο ἐπιχείρημα ἦταν τὸ ἀποφασιστικὸ κι ὁ Σάλλιβαν εἶχε δίκιο. Βλέπει μακρύτερα κεῖνος ὁ γλάρος ποὺ πετάει ψηλότερα.
Ὁ Ἰωνάθαν ἔμεινε καὶ δούλεψε μὲ τὰ καινούργια πουλιὰ ποὺ κατέφθασαν, κι᾿ ἦταν ὅλα πολὺ ἔξυπνα μὲ γρήγορη ἀντίληψη στὰ μαθήματά τους. Ὅμως, ἡ παλιὰ αὐτὴ ἔγνοια τοῦ ξανάρθε καὶ δὲν μποροῦσε νὰ μὴ σκέφτεται πὼς ἴσως ὑπῆρχαν ἕνα‐δυὸ γλάροι πίσω στὴ Γῆ ποὺ θὰ μποροῦσαν, κι᾿ αὐτοί, νὰ μάθουν. Πόσα περισσότερα δὲ θὰ ἤξερε τώρα ἂν ὁ Τσιὰνκ εἶχε ἔρθει κοντά του τὴ μέρα ποὺ τὸν κήρυξαν Ἀπόβλητο.
«Σάλλι, πρέπει νὰ γυρίσω πίσω», εἶπε στὸ τέλος. «Οἱ μαθητές σου τὰ καταφέρνουν καλά. Μποροῦν νὰ σὲ βοηθήσουν νὰ προχωρήσεις τοὺς νεοφερμένους».
Ὁ Σάλλιβαν ἀναστέναξε, ἀλλὰ δὲν ἀντιμίλησε. Εἶπε μόνο: «Νομίζω πὼς θὰ μοῦ λείψεις, Ἰωνάθαν».
«Σάλλι, ντροπή!», τοῦ εἶπε ὁ Ἰωνάθαν ἐπιτιμητικά, «μὴν εἶσαι κουτός! Τί προσπαθοῦμε νὰ μάθουμε κάθε μέρα; Ἂν ἡ φιλία μας ἐξαρτᾶται ἀπὸ πράγματα σὰν τὸ χῶρο καὶ τὸ χρόνο, τότε ὅταν τελικὰ ξεπεράσουμε τὸ χῶρο καὶ τὸ χρόνο, θά ῾χουμε κατάστρεψει τὴν ἴδια τὴν ἀδελφοσύνη! Ὅμως ἂν ξεπεράσουμε τὸ χῶρο, δὲ θὰ μᾶς ἀπομένει παρὰ τὸ Ἐδῶ. Ἂν ξεπεράσουμε τὸ χρόνο, δὲ θὰ μᾶς ἀπομένει παρὰ τὸ Τώρα. Καὶ καταμεσῆς στὸ Ἐδῶ, καὶ στὸ Τώρα δὲ νομίζεις πὼς θὰ βλεπόμαστε οἱ δυό μας ποῦ καὶ ποῦ;».
Ὁ Σάλλιβαν Γλάρος γέλασε ἄθελά του. «Τρελὸ πουλί» εἶπε μὲ καλοσύνη. «Ἂν ὑπάρχει κάποιος ποὺ μπορεῖ νὰ δείξει σὲ κάποιον στὴ Γῆ πῶς νὰ βλέπει χίλια μίλια μακριά, αὐτὸς θά ῾ναι ὁ Ἰωνάθαν Λίβινγκστον Γλάρος». Κοίταξε τὴν ἄμμο. «Γεια χαρά, φίλε μου, Ἴων».
«Γεια χαρά, Σάλλι, θὰ ξανασυναντηθοῦμε». Καὶ μ᾿ αὐτὰ τὰ λόγια ὁ Ἰωνάθαν κράτησε στὴ σκέψη του μιὰ εἰκόνα ἀπὸ τὰ μεγάλα Σμήνη γλάρων στὴν ἀμμουδιὰ μιᾶς ἄλλης ἐποχῆς, καὶ ἤξερε μὲ ἀσκημένη ἄνεση πὼς δὲν ἦταν φτερὸ καὶ κόκκαλο ἀλλὰ μιὰ τέλεια ἰδέα τῆς λευτεριᾶς καὶ τῆς πτήσης, ποὺ τίποτα δὲν τὴν περιόριζε.
Ὁ Φλέτσερ Λὺντ Γλάρος ἦταν ἀκόμα ἀρκετὰ νέος, ἀλλὰ ἤξερε κιόλας πὼς σὲ κανένα πουλὶ δὲν εἶχε ποτὲ φερθεῖ τόσο σκληρὰ ἕνα Σμῆνος οὔτε μὲ τόση ἀδικία.
«Δὲ μὲ νοιάζει τί λένε», σκέφτηκε μὲ θυμὸ καὶ ἡ ματιά του ἄναψε καθὼς πέταξε πρὸς τοὺς Πέρα Βράχους. «Τὸ πέταγμα κρύβει τόσα ἄλλα πράγματα ἔξω ἀπὸ τὸ φτερούγισμα ἀπὸ τόπο σὲ τόπο! Ἀκόμα κι ἕνα... ἕνα... κουνούπι τὸ καταφέρνει αὐτό! Ἀρκεῖ μιὰ μικρὴ περιστροφὴ γύρω ἀπ᾿ τὸ Γέροντα, γιὰ χάζι, καὶ νά... γίνομαι Ἀπόβλητος! Εἶναι λοιπὸν τυφλοί; Δὲ σκέφτονται τὴ δόξα μας, ὅταν θὰ μάθουμε πραγματικὰ νὰ πετοῦμε;
»Δὲ μὲ νοιάζει τί λένε. Θὰ τοὺς δείξω ἐγὼ τί σημαίνει πέταγμα! Θὰ γίνω πραγματικὰ Ἀπόβλητος, ἂν ἔτσι τοὺς ἀρέσει. Καὶ θὰ τοὺς κάνω νὰ μετανοιώσουν...».
Ἡ φωνὴ μπῆκε μέσα στὸ ἴδιο του τὸ κεφάλι, καὶ μολονότι ἦταν φωνὴ πολὺ ἁπαλή, τὸν ξάφνιασε τόσο, ποὺ ἔχασε τὴν ἰσορροπία του καὶ σκόνταψε στὸν ἀέρα.
«Μὴ γίνεσαι τόσο σκληρὸς μαζί τους, Φλέτσερ Γλάρε. Ὅταν σὲ διώχνουν οἱ ἄλλοι γλάροι κάνουν κακὸ μόνο στὸν ἑαυτό τους, καὶ κάποια μέρα θὰ τὸ καταλάβουν καὶ κάποια μέρα θὰ δοῦν ὅ,τι βλέπεις ἐσύ. Συγχώρα τους καὶ βοήθα τους νὰ καταλάβουν».
Πλάι του, δυὸ ἑκατοστὰ ἀπ᾿ τὴ δεξιὰ ἄκρη τῆς φτερούγας του πετοῦσε ὁ πιὸ λαμπερὸς ἄσπρος γλάρος στὸν κόσμο, γλιστρώντας δίχως κόπο, δίχως νὰ κουνάει ἕνα φτεράκι του, μὲ ταχύτητα ποὺ ἦταν ἡ ἀνώτατη ἐπίδοση τοῦ Φλέτσερ.
Γιὰ μιὰ στιγμὴ ὁ νεαρὸς γλάρος ἔνιωσε τὸ χάος μέσα του.
«Τί συμβαίνει; Μήπως τρελάθηκα; Μήπως πέθανα; Τί ῾ναι αὐτό;».
Χαμηλὴ καὶ γαλήνια, ἡ φωνὴ συνέχισε μέσα στὴ σκέψη του, γυρεύοντας μίαν ἀπάντηση.
«Φλέτσερ Λὺντ Γλάρε. Θέλεις νὰ πετάξεις;».
«ΝΑΙ, ΘΕΛΩ ΝΑ ΠΕΤΑΞΩ!».
«Φλέτσερ Λὺντ Γλάρε, θέλεις τόσο πολὺ νὰ πετάξεις, ὥστε νὰ συγχωρέσεις τὸ Σμῆνος καὶ νὰ μάθεις, καὶ νὰ γυρίσεις πίσω κάποια μέρα καὶ νὰ δουλέψεις γιὰ νὰ τοὺς βοηθήσεις νὰ μάθουν;».
Ἦταν ἀδύνατο νὰ πεῖς ψέματα σ᾿ αὐτὸ τὸ ὑπέροχο ἄξιο πλάσμα, ὅσο κι ἂν ὁ Φλέτσερ Λὺντ ἦταν ἕνα πολὺ περήφανο καὶ βαθιὰ πληγωμένο πουλί.
«Θέλω», εἶπε ἀπαλά.
«Τότε Φλέτς», τοῦ εἶπε τὸ λαμπερὸ πλάσμα, κι ἡ φωνὴ ἦταν γεμάτη καλοσύνη, «ἂς ἀρχίσουμε μὲ τὴν πτήση σταθεροῦ ὕψους...».

Richard Bach (Ρίτσαρντ Ντέιβιντ Μπαχ) - Ο γλάρος Ιωνάθαν Λίβινγκστον (Jonathan Livingston Seagull) μέρος 2ο

Εκδόσεις: ΔΙΟΠΤΡΑ
Δημοσιεύτηκε από τον χρήστη
Ετικέτες: Λογοτεχνία

Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2013

Οι μεγαλύτεροι ζωγράφοι υποκλίνονται στον Ιησού (pics)

Οι μεγαλύτεροι ζωγράφοι υποκλίνονται στον Ιησού (pics)

Το νεκρό σώμα του Χριστού στα χέρια της τραγικής φιγούρας της Παναγίας και των πιστών, λίγο πριν από την ταφή του, αποτελεί ένα θέμα μεγαλειώδες για την τέχνη. Οι σημαντικότεροι ζωγράφοι το αποτύπωσαν και σήμερα τα έργα αυτά φιλοξενούνται στα μεγαλύτερα μουσεία του κόσμου προσελκύοντας εκατοντάδες χιλιάδες επισκέπτες
<a href="http://gazzetta.adman.gr/click?webspace=97&id=89172" target="_top"><img alt="" src="http://gazzetta.adman.gr/banner?webspace=97&id=89172&js=yes&sc=1920x1080x24&ref=undefined&p1=&p2=&p3=&p4=&p5=&p6=&p7=&p8=&kw=" border="0" width="300" height="250" /></a><br />
El Greco

Titian

Caravaggio
Raffael

Luca Giordano
Botticelli
Πηγή: iefimerida.gr

Ό, τι να πεις, είναι επικίνδυνο. Γιάννης Τσαρούχης

Ό, τι να πεις, είναι επικίνδυνο. Γιάννης Τσαρούχης

tvxs.gr/node/80518
Δεν ξέρω γιατί έγραψα αυτά τα κείμενα. Ίσως νόμιζα ότι η αδύνατή μου φωνή θα υπερνικήσει το θορυβώδες τραίνο που περνάει χωρίς να σταματά..."
Γιάννης Τσαρούχης
(1910-1989)

"... Έχοντας αποθέσει όλες μου τις ελπίδες στην ζωγραφική, είχα τύψεις
όταν ασχολιόμουν με κάτι άλλο.
Δεν έχω ταλέντο συγγραφέα, αλλά έχω ιδέες. Να μου συχωρέσουν αυτή την αδυναμία να το νομίζω. Με τη ζωγραφική μόνο δεν θα μπορούσα να βγάλω το άχτι μου για ένα σωρό πράγματα με τα οποία διαφωνούσα στην καθημερινή μου ζωή.
Ότι έγραψα, κατά το αρχαίο ελληνικό σύστημα, είναι ελαφρώς ρετουσαρισμένο. Αν οι Αιγύπτιοι εφεύραν την μεγέθυνση με τα τετράγωνα, οι αρχαίοι Έλληνες, μ’ όλη την αυθορμησία τους, βρήκαν το ρετουσάρισμα. Πολύ αργότερα το απεδέχθησαν οι φωτογράφοι. Το ρετουσάρισμα έχει δύο όψεις: είναι το χονδροειδές μακιγιάζ που δείχνει αυτό που θέλεις να κρύψεις, η μια του όψη, και η άλλη είναι το ρετουσάρισμα που κάνουμε για να έχουμε το πράγμα που αξίζει τον κόπο χωρίς τα περιττά του. «Μια φορά μας μίλησε η σελήνη, μια φορά μας μίλησε ο έρωτας, η άνοιξη, όλα τα άλλα είναι βαρετά διαλείμματα», λέει ο φιλόσοφος.
Το κακό με μένα είναι ότι θέλω να πω κάτι μ’ αυτά που γράφω και δεν έχω το χάρισμα που έχουν οι αληθινοί λογοτέχνες να γράφουν σελίδες πολλές χωρίς να λένε τίποτε.
Ό, τι να πεις, είναι επικίνδυνο. Καλύτερα θα ήταν να μην γράφει κανείς καθόλου, ιδίως όταν είναι ελεύθερος.
Και όταν έχει καταλάβει πως η διόρθωση των ατόμων είναι βιασμός της ιδιοτροπίας της φύσεως. Το αρχαίο ιδεώδες να είσαι ένας καλός υπηρέτης του πλησίον σου και ν’ αγαπάς συγχρόνως τον εαυτό σου καθίσταται μέρα με τη μέρα αδύνατον. Και καταντάει τέλος να κάνεις όλο τον κόσμο για την ασφάλειά του να είναι «όνος δορά λέοντος επενδυθείς». Ο Χριστός θέλοντας να βρει τη δυνατότερη μορφή αγάπης την οποία πρέπει να δίνεις στον πλησίον σου, θεώρησε την αγάπη προς τον εαυτό μας ως την πιο ισχυρή, φυσική και τέλεια.
Αυτοί όλοι που δεν αγαπούν τον εαυτό τους πώς μπορεί να είναι χριστιανοί;
Η αστική υπεροψία σπρώχνει πάντοτε τους ανθρώπους να κάνουν κάτι το κακό ή το αξιοθαύμαστο. Αυτή ευθύνεται για τα ναρκωτικά, αυτή για τα εγκλήματα, αυτή για ό,τι μας αηδιάζει στον άνθρωπο. Απ’ αυτή βγαίνουν όλες οι επαναστάσεις για ν’ αποφύγουμε τη χειρότερη δικτατορία που είναι της οικογένειας.
Οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν εκτιμούν τους καλλιτέχνες. Μόνο αυτοί που ξέρουν να παρακαλούνε γονατιστοί θεωρούνται άξιοι να ενισχυθούν από το Κράτος.
Είναι τραγικό για τη σημερινή νεολαία που ζητά μόνο διορισμό. Κανείς δεν θέλει να κερδίσει από μια τίμια εξυπηρέτηση του πλησίον που μόνο με μια εξυπηρέτηση και ολοκλήρωση του πάθους του μπορεί να συνδυαστεί. Κάποτε νόμιζα ότι όλη αυτή την κατάσταση του μικρού και του μεγάλου αστού εύκολα μπορώ να την αλλάξω. Αδύνατον όμως.
Όση αηδία κι αν προκαλεί ο σημερινός άνθρωπος,  αστικός άνθρωπος της πόλεως, δεν είναι εύκολο να τον μετατρέψεις όσα κι αν του δίνεις.
Πολλά πράγματα έρχονται από την Ευρώπη με τα βιβλία και τα περιοδικά.
Δεν είναι δυνατόν όμως να βρεθεί ο χαρακτήρας της Ελλάδος αν δεν έχουμε τη δυνατότητα αυτή την αυστηρή πραγματικότητα του υποκειμένου να την απαλλάξουμε από την πλήρη ταυτότητα με τον εαυτό μας.
Πάω σχεδόν να μαρτυρήσω γιατί έγραψα αυτά τα κείμενα. «Ο νοών νοήτω» τι θέλω να πω. Αλλά εγώ πρέπει να έχω μια μάσκα να προφυλάγομαι από τις επικίνδυνες και ποικιλόμορφες τιμωρίες της κοινωνίας.
Ανακατεύομαι με τον κόσμο που αντιπροσωπεύει η εφημερίδα μη μπορώντας ν’ αντέξω τη μοναξιά αυτή που δεν κάνει ό,τι κάνει όλος ο κόσμος.
Μ’ αρέσει η μοναξιά αλλά φοβάμαι μήπως με κλείσουν σε τείχη ανεπαισθήτως.
Οι φρόνιμοι καλλιτέχνες που κρατούν τη θέση τους, που ξέρουν να κάνουν ένα αφηρημένο ταμπλώ άρτιο, που σκοπό τους έχουν να κάνουν μια καριέρα, δεν μπορούν να καταλάβουν πως η ζωγραφική μου δεν είναι τόσο ανειδοποίητη από τα ζωγραφικά προβλήματα.
Αλλά μ’ ενδιαφέρει να πολιορκήσω επιτυχώς τα θέματα που μ’ απασχολούν, που είναι και σύμβολα ελευθερίας."
Γιάννης Τσαρούχης, Μαρούσι, Σεπτέμβρης ‘86

(Εισαγωγή του βιβλίου «Αγαθόν το εξομολογείσθαι», εκδ. Καστανιώτη, 1989)

-------------------
"Καλότυχοι όσοι είναι διχασμένοι…"
"... Αγαπώ την Κάλας και τη Σωτηρία Μπέλου. Και δεν αισθάνομαι διχασμένος. Ας κοπιάσουν όσοι σκανδαλίζονται γι’ αυτό να καταλάβουν τι μου συμβαίνει.
Εγώ πάντως κοπίασα και κοπιάζω για να βρω μια τάξη και μια ισορροπία. Θέλω συνεχώς να γνωρίζω και να ξεκαθαρίζω. Για να είμαι ελεύθερος ν’ αγαπήσω απόλυτα.
Δεν μ’ ενδιαφέρουν οι προηγούμενες επιτυχίες. Είναι φυσικό να θέλω να κάνω ελληνικό ό,τι μ’ αρέσει στην Αναγέννηση. Αλλά ποτέ δεν θέλησα να γίνω Ιταλός.
Τελικά, θέλω να αισθανθώ τη μεγάλη χαρά του να μπορώ να κάνω εγώ ο ίδιος έργα τέλεια, σχεδόν αχειροποίητα, όπως οι χρωμολιθογραφίες που θαύμαζα στις ταβέρνες και στις λατέρνες, ξεκινώντας από πρόσωπα υπαρκτά και σύγχρονα που με συγκινούν.
Ο γραφισμός του Καραγκιόζη και της Κεραμεικής είναι κάτι το έμφυτο στη μεσογειακή ράτσα και το αγαλματώδες και φωτοσκιασμένο είναι η μεγάλη και επίσημη παράδοσή μας, από την αρχαιότητα ως τις εικόνες.
Μού ‘ρχεται να πω: Καλότυχοι όσοι είναι διχασμένοι…
Θα ήθελα να υπάρχουν και άλλοι τρόποι για ν’ αποδώσουν ακόμη πιο πιστά την πραγματικότητα. Η μοντέρνα τέχνη και οι ελευθερίες της μ’ ενδιαφέρουν ως πιθανότητες τελειοποιήσεως της πειστικής αναπαραστάσεως και όχι ως φυγές απ’ αυτήν.
Τι είναι πραγματικότης; Δεν ξέρω, αλλά είναι κάτι σχετικό με την ικανότητα του ανθρώπου να δημιουργεί θεωρήματα."
Γιάννης Τσαρούχης, Μαρούσι, Σεπτέμβρης ‘86

(Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου «Αγαθόν το εξομολογείσθαι», εκδ. Καστανιώτη, 1989)

(Φωτογραφία πορτραίτου: Γιώργος Τουρκοβασίλης 1970)

Ρέμπραντ με ερωτηματικά...

Ρέμπραντ με ερωτηματικά...

Text Size Μεγαλύτερα Γράμματα Μικρότερα Γράμματα mail to Εκτυπώστε το Αρθρο
ρεμπραντ
Μια σημαντική έκθεση με έργα του ολλανδού ζωγράφου και χαράκτη Ρέμπραντ (1606-1669) εγκαινιάστηκε στη Βιέννη αναζωπυρώνοντας τη γνωστή διαμάχη για την αυθεντικότητα κάποιων έργων που σύμφωνα με ορισμένους ειδικούς, δεν αποδίδονται στον δάσκαλο αλλά στους μαθητές του. ''Βεβαίως οι γνώμες ποικίλλουν. Είναι αδύνατο να παρουσιάσουμε μια έκθεση Ρέμπραντ χωρίς να τεθεί το θέμα αυτό. Στόχος μας όμως δεν είναι να συζητούμε για μια πιθανή εκ νέου απόδοση του έργου'' όσον αφορά την πατρότητα των αμφισβητούμενων έργων, δήλωσε ο διευθυντής του Μουσείου Αλμπερτίνα, Κλάους Αλμπερτ Σρέντερ.


Τα μουσεία του Λούβρου στο Παρίσι, του Πράδο της Μαδρίτης, του Μετροπόλιταν της Νέας Υόρκης (Met) όπως και μουσεία του Αμστερνταμ, της Βουδαπέστης και του Λονδίνου έχουν δανείσει πίνακες για την έκθεση αυτή που θα διαρκέσει έως τις 27 Ιουνίου. Ανάμεσα στους 180 πίνακες ζωγραφικής που εκτίθενται είναι και προσωπογραφίες όπως το Portait de Gerald de Lairesse, δανεισμένο από το Μet, του οποίου η γνησιότητα δεν αμφισβητείται. Ωστόσο αυτό δεν συμβαίνει με όλους τους πίνακες.

Η διαμάχη δημοσιοποιήθηκε το 1995 με μια έκθεση στο Met υπό τον τίτλο "Ρέμπραντ/Οχι Ρέμπραντ". Στους 41 πίνακες της έκθεσης, μόνο οι 15 θεωρήθηκαν από τους εμπειρογνώμονες αδιαμφισβήτητα έργα του δημιουργού του 17ου αιώνα. Τα υπόλοιπα, κατά πολλούς ερευνητές, ήταν πιθανώς έργα μαθητών του που είχαν υπογράψει ως Ρέμπραντ. Και το Μουσείο Αλμπερτίνα στο οποίο ανήκει σημαντική συλλογή με έργα Ρέμπραντ, έχει εκφράσει την εκτίμηση ότι από τα 141 σκίτσα και έργα χαρακτικής που διαθέτει μόνο τα 40 είναι αυθεντικά.

μεγάλοι ζωγράφοι εξυμνούν τον Ελληνισμό!...

 μεγάλοι ζωγράφοι εξυμνούν τον Ελληνισμό!...

Οι μεγάλοι ζωγράφοι εξυμνούν τον Ελληνισμό!... (1)

Δείτε τι έγραφαν στο παρελθόν ορισμένα έντυπα για μία Έκθεση του Ρούμπεν και του Ρέμπραντ στην Ελλάδα, για να μάθουν κάποιοι Γερμανοί, που θέλουν να πουλήσουμε τα νησιά και τον Παρθενώνα για να … ξεχρεωθούμε, αλλά και όποιοι άλλοι πολεμούν τον Ελληνισμό, ότι υπεράνω όλων είναι η αγάπη για έναν τόπο που χάραξε τον δρόμο προς τη δημοκρατία και τον πολιτισμό!...

Π. Π. Ρούμπενς «Η αρπαγή του Γανυμήδη» («Θεοί και ήρωες» στην Πινακοθήκη)
Με εξαιρετικά δείγματα φλαμανδικής και ολλανδικής ζωγραφικής του 16ου και 17ου αιώνα, που αντλούν την έμπνευσή τους από τη μυθολογία και την ιστορία της αρχαίας Ελλάδας, ξεκινά η Εθνική Πινακοθήκη τον φθινοπωρινό κύκλο εκδηλώσεών της. Πρόκειται για την έκθεση «Ελληνες θεοί και ήρωες την εποχή του Ρούμπενς και του Ρέμπραντ», που θα εγκαινιαστεί στις 28 του Σεπτέμβρη (8.30μμ) από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνο Στεφανόπουλο. Πραγματοποιείται σε συνεργασία με το Ολλανδικό Ινστιτούτο Αθηνών και το Μουσείο Dorbrecht της Ολλανδίας. Οπως αναφέρθηκε στη χτεσινή συνέντευξη Τύπου, «η έκθεση αποτελεί ένα μοναδικό εικαστικό γεγονός, που φιλοδοξεί να "συστήσει" στο ελληνικό κοινό τη ζωγραφική του 16ου και 17ου αιώνα, μέσα από την επιρροή που άσκησε σ' αυτές τις δύο σχολές η αρχαιοελληνική μυθολογία και ιστορία».
Οι ογδόντα περίπου πίνακες, που θα εκτεθούν, προέρχονται από κρατικές και ιδιωτικές συλλογές από όλον τον κόσμο (Λονδίνο, Παρίσι, Αμβέρσα, Βουδαπέστη, Μαδρίτη, Βιέννη, Νέα Υόρκη, Ουάσιγκτον κ.α.) και πολλοί από αυτούς σπάνια ταξιδεύουν σε άλλες χώρες. Ανάμεσά τους δύο έργα του Ρέμπραντ («Αθηνά» και «Φιλήμων και Βακχίς») και έξι έργα του Ρούμπενς («Το λουτρό της Αρτεμης», «Η αρπαγή του Γανυμήδη», «Ο Αλέξανδρος στέφει τη Ρωξάνη», «Μέδουσα», «Η πτώση του Φαέθοντος», «Το συμπόσιο του Αχελώου»). Ακόμη, θα εκτεθούν δημιουργίες των: Βαν Ντάικ, Μπρίγκελ, Γιόρντανς, Τενχάχελ κ.ά. Επιμελήτρια της έκθεσης από ελληνικής πλευράς είναι η επιμελήτρια της Εθνικής Πινακοθήκης, Αγγέλα Ταμβάκη.
Την έκθεση της Πινακοθήκης συμπληρώνουν 50 χαρακτικά, αλλά και βιβλία της εποχής, τα οποία θα εκτίθενται από τις 29 του Σεπτέμβρη στο Ολλανδικό Ινστιτούτο Αθηνών (Μακρή 11, Μακρυγιάννη). (Εφημερίδα «Ριζοσπάστης», Τρίτης 26 Σεπτεμβρίου 2000).
Έργα Ολλανδών και Φλαμανδών καλλιτεχνών του 16ου και 17ου αιώνα έως τις 8 Ιανουαρίου στην Εθνική Πινακοθήκη
«Ο Αλέξανδρος στέφει τη Ρωξάνη», δημιουργία του Ρούμπενς
Μια μοναδική ευκαιρία να γνωρίσει το ελληνικό κοινό τη μυθολογία του, αλλά και το νόημα και την αλληγορική διάσταση που έδωσαν στα αρχαία θέματα οι Ολλανδοί και Φλαμανδοί καλλιτέχνες του 16ου και 17ου αιώνα, προσφέρει η έκθεση που εγκαινιάστηκε πριν λίγες μέρες στην Εθνική Πινακοθήκη. «Ελληνες θεοί και ήρωες την εποχή του Ρούμπενς και του Ρέμπραντ», είναι ο τίτλος της και πραγματοποιείται σε συνεργασία με το Ολλανδικό Ινστιτούτο Αθηνών και το Μουσείο Ντόρντρεχτ της Ολλανδίας.
Είναι η πρώτη φορά που παρουσιάζονται μαζί έργα Φλαμανδών και Ολλανδών ζωγράφων του 16ου και 17ου αιώνα, που πραγματεύονται θέματα από τη μυθολογία και την ιστορία της αρχαίας Ελλάδας. Είναι σημαντικό για τους επισκέπτες να δουν μαζί έργα των δύο αυτών σχολών, οι οποίες είναι διαφορετικές μεταξύ τους. Οι θεατές έχουν την ευκαιρία να ανακαλύψουν τις εντυπωσιακές ομοιότητες, αλλά και τις ουσιαστικές διαφορές των έργων, οι οποίες συνδέονται με τις κοινωνικοοικονομικές αλλαγές που σημειώθηκαν μετά το 1580, όταν χωρίστηκαν οι Κάτω Χώρες. Η μεν Φλάνδρα εξακολούθησε να επηρεάζεται από την Ισπανία, ενώ η Ολλανδία απομακρύνθηκε από την επιρροή της.
Οι περιπέτειες του Οδυσσέα και του Αχιλλέα, οι έρωτες του Δία και των άλλων θεών του Ολύμπου, οι άθλοι του Ηρακλή, τα κατορθώματα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, τα ονόματα και οι ιστορίες των μεγάλων πρωταγωνιστών της ιστορίας και της μυθολογίας, ενέπνευσαν τους καλλιτέχνες που αντιπροσωπεύονται στην έκθεση. Συγκεκριμένα, εκτίθενται δημιουργίες των: Ρέμπραντ, Ρούμπενς, Βαν Ντάικ, Μπρέγκελ, Γιόρντανς, Τενχάχελ, Ιαν Στιν, Φέρντιναντ Μπολ κ.ά.
Οι 74 παρουσιαζόμενοι πίνακες, προέρχονται από κρατικές και ιδιωτικές συλλογές από όλον τον κόσμο (Λονδίνο, Παρίσι, Αμβέρσα, Βουδαπέστη, Μαδρίτη, Βιέννη, Νέα Υόρκη, Ουάσιγκτον κ.ά.) και πολλοί από αυτούς σπάνια ταξιδεύουν σε άλλες χώρες. Ανάμεσά τους τα έργα του Ρέμπραντ: «Αθηνά» και «Φιλήμων και Βακχίς», δύο από τα ελάχιστα - επτά στο σύνολο - δείγματα της «ζωγραφικής της ιστορίας» με μυθολογικά θέματα του μεγάλου καλλιτέχνη. Αντίθετα, για τον Πέτερ Πάουλ Ρούμπενς, η μυθολογία ήταν βασική πηγή εικονογραφίας για την τέχνη της αυλής της καθολικής Φλάνδρας, που τελούσε κάτω από τον έλεγχο των Ισπανών αντιβασιλέων. Στην Εθνική Πινακοθήκη εκτίθενται έξι έργα του Ρούμπενς: «Το λουτρό της Αρτεμης», «Η αρπαγή του Γανυμήδη», «Ο Αλέξανδρος στέφει τη Ρωξάνη», «Η κεφαλή της Μέδουσας» (μαζί με τον Φρανς Σνάιντερς), «Η πτώση του Φαέθοντος», «Το συμπόσιο του Αχελώου» (μαζί με τον Γιαν Μπρέγκελ).
«Αθηνά», έργο του Ρέμπραντ
Στην έκθεση «Ελληνες θεοί και ήρωες την εποχή του Ρούμπενς και του Ρέμπραντ», τα περισσότερα έργα είναι δείγματα «ζωγραφικής της ιστορίας» με μυθολογικά και ιστορικά θέματα. Τα δημοφιλέστερα μυθολογικά θέματα, όπως είναι η Αφροδίτη και ο Αδωνις, η Κρίση του Πάριδος ή η Αρτεμις και ο Ακταίων αντιπροσωπεύονται από πολλά παραδείγματα, χωρίς να παραλείπονται και κάποια άλλα που απεικονίστηκαν σπάνια. Τα πορτρέτα με μυθολογική μεταμφίεση αποτελούν μια ιδιαίτερη κατηγορία: πρόκειται για προσωπογραφίες μελών των ανώτερων κοινωνικών τάξεων και ευγενών που παίζουν το ρόλο μυθολογικών μορφών. Η έκθεση περιλαμβάνει ακόμη μια ομάδα έργων όπου το κύριο θέμα είναι το τοπίο, ενώ η μυθολογική σκηνή αποτελεί ένα απλό συμπλήρωμα. Οι πίνακες παρουσιάζονται λίγο - πολύ με χρονολογική σειρά, αν και σε πολλές περιπτώσεις επιχειρείται μια αντιπαράθεση παρόμοιων ή σχετικών θεμάτων.
Το κύριο μέρος της έκθεσης, που φιλοξενείται στην Πινακοθήκη, συμπληρώνουν και 50 χαρακτικά ανάλογης θεματολογίας, τα οποία εκτίθενται στο Ολλανδικό Ινστιτούτο (Μακρή 11, Μακρυγιάννη). Επιμελητές της έκθεσης στο σύνολό της είναι, από ολλανδικής πλευράς ο αναπληρωτής διευθυντής του Μουσείου Ντόρντρεχτ, Πέτερ Σχουν, ο ειδικός ερευνητής Σάντερ Πάαρλμπεργκ και από ελληνικής πλευράς, η επιμελήτρια της Πινακοθήκης, Αγγέλα Ταμβάκη. Η έκθεση, που στις 3 Φεβρουαρίου θα παρουσιαστεί στο Μουσείο Ντόρντρεχτ στην Ολλανδία, συνοδεύεται από κατάλογο - σε τρεις εκδόσεις: αγγλικά, ολλανδικά και ελληνικά - με κείμενα ειδικών που διαφωτίζουν τη συγκεκριμένη περίοδο. Μπορείτε να την επισκεφτείτε καθημερινά (και Σάββατο) από 9π.μ. έως 3μμ, εκτός Τρίτης. Επίσης, θα είναι ανοιχτή τα απογεύματα της Δευτέρας και της Τετάρτης (6μ.μ. - 9μ.μ.), αλλά και την Κυριακή (10π.μ. - 2μ.μ). (Εφημερίδα «Ριζοσπάστης» Κυριακής 1ης Οκτωβρίου 2000).
ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΖΩΓΡΑΦΟΥΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ ΑΥΤΟΥ
Ο Ερμής αποκοιμίζει με το φλάουτό του τον Άργο τον Πανόπτη, που φυλάει την Ιώ, η οποία είναι μεταμορφωμένη σε αγελάδα. (Έργο του Ρούμπενς)
Ο Ρούμπενς, Πέτερ Πάουλ (1577-1640). Φλαμανδός ζωγράφος. Γεννήθηκε στο Ζίγκεν της Βεστφαλίας και ανήκε σε εύπορη οικογένεια. Μετακόμισαν με την οικογένειά του στην Αμβέρσα το 1587. Το 1591 ο Ρούμπενς μαθήτευσε για ένα εξάμηνο δίπλα στο Βεράεχτ, μετά στο Βαν Νοόρτ και τέλος στον Ότο Βένιους, άνθρωπο με πλατιά μόρφωση. Κοντά του έμεινε ο Ρούμπενς οχτώ χρόνια και εικοσιτριών χρόνων πια ταξίδεψε στην Ιταλία, όπου ορίστηκε ζωγράφος της αυλής του δούκα της Μάντοβα. Τα ταξίδια του στην Ιταλία διάρκεσαν ως το 1602. Το 1603 συνόδεψε μια διπλωματική αποστολή του δούκα προς το Φίλιππο Γ’ στη Μαδρίτη, όπου θαύμασε και μελέτησε τα έργα του Τιτσιάνο και του Ραφαήλ στη Βασιλική Πινακοθήκη. Γύρισε στην Αμβέρσα, όταν πέθανε η μητέρα του, και διορίστηκε ζωγράφος στην αυλή του Ισπανού κυβερνήτη των Κάτω Χωρών. Παντρεύτηκε το 1609 και άρχισε μια λαμπρή καριέρα, που τον καθιέρωσε ως το σημαντικότερο ζωγράφο της Βόρειας Ευρώπης και το μεγαλύτερο εκπρόσωπο του μπαρόκ στο βορρά. Μετά την επιτυχία των έργων του «Η ύψωση του Σταυρού» (1610) και «Η αποκαθήλωση» (1611-1614), τα οποία βρίσκονται στον καθεδρικό ναό της Αμβέρσας, οι παραγγελίες υπήρξαν τόσο πολλές, ώστε ο Ρούμπενς αναγκάστηκε να μαζέψει γύρω του πλήθος άλλων ζωγράφων, οι οποίοι περισσότερο ή λιγότερο συμπλήρωναν τους πίνακες. Ο ίδιος περιοριζόταν συνήθως στη σχεδίαση των μορφών. Μερικοί από αυτούς τους βοηθούς εξελίχτηκαν σε σημαντικούς ζωγράφους, όπως ο Μπρίγκελ, ο Ζαν Βίλντενς, ο Πολ ντε Βος, ο Φρανς Σνίτερς κ.ά. Οι σημαντικότερες παραγγελίες που ανέλαβε ο Ρούμπενς ήταν η διακόσμηση της Ιησουίτικης Εκκλησίας στην Αμβέρσα, η εικονογράφηση της ιστορίας των Μεδίκων στο παλάτι του Λουξεμβούργου στη Γαλλία, η εικονογράφηση της οροφής του Χουάιτχολ στο Λονδίνο κ.ά. Εκτός από αυτά ζωγράφισε αμέτρητα πορτρέτα, εικόνες από κυνήγια, τοπία, θρησκευτικές εικόνες, σκηνές από την κλασική μυθολογία και ιστορία, αλληγορίες, σχέδια για χαλιά, εικονογράφησε βιβλία κ.ά. Από τον κυβερνήτη της Φλάνδρας χρησιμοποιήθηκε σε διπλωματικές αποστολές προς την Ολλανδία (1624), όπου γνώρισε το Φρανς Χαλς, στην Ισπανία (1628), όπου αντέγραψε τα έργα του Τιτσιάνο και γνώρισε το Βελάσκεθ, στην Αγγλία, όπου ο Κάρολος ο Α' τον έχρισε ιππότη. Το 1627 πέθανε η γυναίκα του και σε ηλικία 53 ετών ξαναπαντρεύτηκε τη δεκαεξάχρονη Ελένη Φουρμέντ, μοντέλο των τελευταίων πινάκων του και θέμα πολλών προσωπογραφιών. Το 1635 ο Ρούμπενς προσβλήθηκε από αρθρίτιδα, συνέχισε όμως να εργάζεται ως το 1639. Πέθανε 63 χρονών αφήνοντας πίσω του μεγάλο αριθμό έργων. Υπήρξε ο κυριότερος εκπρόσωπος του μπαρόκ με το αισθησιακό του χρώμα, την έντονη κίνηση, την πλούσια φαντασία και τη διακόσμηση. Μερικά από τα γνωστά έργα του είναι: «Οι Ευαγγελιστές», «Η Σταύρωση», «Η Δεύτερη Παρουσία», «Αυτοπροσωπογραφία», «Η Ισαβέλα», «Οι τρεις Χάριτες», «Η κρίση του Πάρη», «Η Προσκύνηση των Μάγων», «Το χτύπημα της Λόγχης», «Αλβέρτος και Ισαβέλα» κ.ά.
Ρέμπραντ, Χάρμενσον βαν Ρέιν (1606-1669). Ολλανδός ζωγράφος και χαράκτης. Γεννήθηκε στο Λέιντεν και ήταν γιος εύπορου μυλωνά. Μετά από ένα χρόνο φοίτησης στο πανεπιστήμιο του Λέιντεν, πήρε μαθήματα ζωγραφικής από ένα μάλλον άσημο ζωγράφο και στη συνέχεια για έξι μήνες σπούδασε δίπλα στον Λάστμαν, στο Άμστερνταμ. Στα 1625 επέστρεψε στο Λέιντεν, όπου μαζί με το Γιαν Λιέβενς άνοιξαν εργαστήριο. Τα έργα του Ρέμπραντ αυτής της περιόδου δείχνουν ιδιαίτερη προσοχή στη φωτοσκίαση και έχουν ως θέμα επιστήμονες μέσα σε τεράστια δωμάτια ή είναι σπουδές σε γεροντικά πρόσωπα. Στα τέλη του 1631 επέστρεψε στο Άμστερνταμ και ζωγράφισε τον πίνακα που τον έκανε γνωστό στους συγχρόνους του, «Το μάθημα ανατομίας του καθηγητή Τουλπ». Τα επόμενα δέκα χρόνια ήταν χρόνια ευημερίας. Ζωγράφισε πολλά πορτρέτα, παντρεύτηκε τη Σάσκια βαν Ίλεμπουρχ, πλούσια κληρονόμο, και ξόδευε περισσότερα απ' όσα κέρδιζε. Το 1642 πέθανε η γυναίκα του αφήνοντάς του ένα γιο, τον Τίτο. Το 1656 κήρυξε πτώχευση, τα έργα του βγήκαν σε δημοπρασία και ο ίδιος βρήκε καταφύγιο στο εβραϊκό γκέτο του Άμστερνταμ. Ήταν ένα βαθιά θρησκευτικό πνεύμα και πιστός προτεστάντης. Τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του συντηρήθηκε από το γιο του και την ερωμένη του, πρώην υπηρέτρια και μοντέλο του. Ζωγράφιζε θέματα παρμένα από τη Βίβλο, καθώς και γέρικες μορφές του γκέτο. Ο θάνατός του δεν τάραξε κανέναν ούτε αντιλήφθηκαν ποτέ οι σύγχρονοί του τη σημασία του έργου του. Τα έργα του Ρέμπραντ υπολογίζονται σε 300 χαρακτικά, 2.000 σχέδια και 650 πίνακες. Τα πιο γνωστά είναι οι αυτοπροσωπογραφίες του, 60 περίπου πίνακες, το πορτρέτο του πατέρα του ως αργυραμοιβού, τα πορτρέτα της μητέρας του, του γιου του και της γυναίκας του κ.ά. Επίσης η περίφημη «Νυχτερινή σκοπιά», «Η Συντεχνία των υφασματοποιών», «Ο Πολωνός ιππέας», «Η κεφαλή γέροντα», «Η επιστροφή του ασώτου», «Η Εβραία νύφη», «Ο Άγιος Ματθαίος» κ.ά. (Πηγή Βιογραφιών: Εγκυκλοπαίδεια "Μαλλιάρης-παιδεία").