Παρασκευή 17 Απριλίου 2015

Λέων Τολστόι: Κήρυκας της Αγάπης και της «παθητικής αντίστασης»

Ένας άνθρωπος μπορεί να ζήσει και να είναι υγιής χωρίς να σκοτώνει ζώα για τροφή. Επομένως, αν τρώει κρέας, συμμετέχει στην αφαίρεση της ζωής ενός ζώου μερικώς για χάρη της όρεξής του. Και η πράξη αυτή είναι ανήθικη.
Writings on Civil Disobedience and Nonviolence (1886)
Λέων Τολστόι (ρωσ. Лев Никола́евич Толсто́й)
Ο Λέων Νικολάγιεβιτς Τολστόι θεωρείται -και δικαίως- ένας από τους κορυφαίους συγγραφείς όλων των εποχών, ο άνθρωπος που επέδρασε καταλυτικά στον ευρωπαϊκό, αλλά και αμερικάνικο λογοτεχνικό ρεαλισμό, ο ουμανιστής, ο οποίος αποτέλεσε το πνευματικό σημείο αναφοράς της «αφρόκρεμας» της παγκόσμιας διανόησης του καιρού του, από τη μια, αλλά και του λαού του, από την άλλη. Ο Ρομέν Ρολάν, ο Ερνεστ Χέμινγουέι, ο Μπέρναρντ Σω, ο Ρίλκε, ο Στρίνμπεργκ, ακόμη και ο Γκάντι, είναι μερικά από τα μεγάλα ονόματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, φιλοσοφίας καιπολιτικής, τα οποία δέχτηκαν την επίδραση του Ρώσου διανοητή. Τα έργα του διασκευάστηκαν πάμπολλες φορές για την τηλεόραση και τον κινηματογράφο, ενώ τα θεατρικά του ανεβάστηκαν και ανεβάζονται σε όλα τα θέατρα του κόσμου. Όσο για τα βιβλία του, μπορούμε να πούμε πως αποτελούν από τις λίγες, δυστυχώς, περιπτώσεις, όπου το επιχείρημα, ότι η επικής έκτασης και περιεχομένου λογοτεχνία δεν «ταιριάζει» στους σύγχρονους ρυθμούς, καταρρίπτεται. Η δε λογοτεχνική κριτική, ασχολήθηκε μαζί του ενώ ακόμη ζούσε, με σημαντικούς σταθμούς για την ανάλυση του έργου του, τα γραπτά του Γ. Β. Πλεχάνοφ και τη μελέτη του Γκόρκι του 1919.

Μεγάλος εκφραστής της εποχής του
Ο ίδιος ο Λένιν ασχολήθηκε με τον Τολστόι ήδη από το 1908, προσδίδοντάς του την πραγματική, όσο και σημαντική διάσταση του έργου του: «… οι αντιφάσεις στις απόψεις και στις θεωρίες του Τολστόι δεν είναι τυχαίες, αλλά είναι έκφραση των αντιφατικών συνθηκών που επικρατούσαν στη ρωσική ζωή το τελευταίο τρίτο του 19ου αιώνα… Ο Τολστόι είναι μεγάλος ως εκφραστής εκείνων των ιδεών και εκείνων των διαθέσεων που διαμορφώθηκαν στα εκατομμύρια της ρώσικης αγροτιάς τον καιρό του ερχομού της αστικής επανάστασης στη Ρωσία».
Πράγματι, η αντιφατικότητα της ιδεολογίας του μεγάλου συγγραφέα ήταν η αιτία να δεχτεί από τη μια, τη μαρξιστική κριτική και από την άλλη να αφορίζεται από την εκκλησία, ενώ, ακόμη και σήμερα, τον διεκδικούν ως πνευματικό τους πρόγονο, ένα ευρύ, όσο και ανομοιογενές φάσμα διαφόρων ιδεολογιών, από τους μεταφυσικούς έως τους αναρχικούς. Όπως και να έχουν όμως τα πράγματα, για τους Ρώσους θα μείνει για πάντα κάτι σαν τον συλλογικό «παππού» τους, η ασκητική μορφή του οποίου ρίχνει ακόμη τη βαριά της σκιά – ως μέτρο σύγκρισης – στη λογοτεχνική περιπέτεια του καιρού μας. Ο Τολστόι γεννήθηκε στις 28 Αυγούστου (9 Σεπτέμβρη με το νέο ημερολόγιο) του 1828 στη Γιάσναγια Πολιάνα, περιοχή Τούλας, δυτικά της Μόσχας, στο κτήμα της αριστοκρατικής του οικογένειας, η οποία του κληρονόμησε και τον τίτλο του κόμη. Τίτλο, που μαζί και με την άλλη κληρονομιά, ο συγγραφέας θα αρνούνταν στην πράξη. Ο πατέρας του είχε πάρει μέρος στον πόλεμο κατά του Ναπολέοντα το 1812, όταν ο τελευταίος είχε επιχειρήσει την, αποτυχημένη τελικά, εισβολή στη Ρωσία.
Φοίτησε για τρία χρόνια στο Πανεπιστήμιο του Καζάν, χωρίς να το τελειώσει και το 1851 ταξιδεύει στον Καύκασο, όπου υπηρετούσε στο στρατό ο αδερφός του. Στο ημερολόγιο εκείνης της χρονιάς εμφανίζονται τα πρώτα λογοτεχνικά του στοιχεία («Ιστορίες της χτεσινής μέρας» κ.ά.), ενώ συμμετέχει (αρχικά ως εθελοντής και αργότερα ως αξιωματικός) σε πολεμικές επιχειρήσεις στην περιοχή. Το 1854 στέλνεται στη στρατιά του Δούναβη και στον Κριμαϊκό πόλεμο υπερασπίζεται την πολιορκημένη Σεβαστούπολη. Εμπειρίες οι οποίες θα μετατραπούν σε διηγήματα.
Στα 1862 ο Τολστόι παντρεύτηκε τη Σοφία Αντρέγιεβνα Μπερς. Το 1863 τέλειωσε το διήγημά του «Οι Κοζάκοι», στο οποίο απεικόνισε τους ανθρώπους και τη φύση του Καυκάσου. Από το 1863 ως το 1869 ασχολήθηκε με τη συγγραφή του μυθιστορήματος «Πόλεμος και Ειρήνη». Το έργο αυτό αποτελεί έξοχη απεικόνιση της ζωής και των συνθηκών της Ρωσίας στην περίοδο των ναπολεόντειων πολέμων. Το βάθος της ψυχολογικής ανάλυσης, η αριστοτεχνική απεικόνιση ανθρώπινων μορφών και τοπίων και ο πλούτος της γλώσσας, κάνουν το «Πόλεμος και Ειρήνη» ένα από τα κορυφαία επιτεύγματα της ρεαλιστικής πεζογραφίας του 19ου αιώνα. Στο άλλο του μεγαλειώδες μυθιστόρημα, την «Άννα Καρένινα» (1873), αντικατοπτρίζεται ανάμεσα στα άλλα η τραγωδία μιας γυναίκας που έπεσε θύμα της ψεύτικης και απάνθρωπης ηθικής της κοινωνίας. Η δύναμη του κριτικού ρεαλισμού του Τολστόι εκδηλώθηκε στις σελίδες του μυθιστορήματός του «Ανάσταση» (1889). Ο Τολστόι έγραψε και θεατρικά έργα όπως «Το κράτος της ζόφου», «Το ζωντανό πτώμα», «Οι καρποί της Παιδείας» (κωμωδία). Άλλα έργα του στα οποία εκφράζεται η ιδιότυπη θρησκευτικότητά του είναι «Ο θάνατος του Ιβάν Ιλίτς» (1884), «Αφέντης και δούλος» (1895), «Τι πιστεύω», «Τι να κάνουμε λοιπόν» και η περίφημη πραγματεία του «Τι είναι τέχνη».
Πνευματική αναζήτηση
Αν και καταγόταν από πλούσια οικογένεια, αφοσιώθηκε με μεγάλη αγάπη στους μουζίκους, βοηθώντας τους και μελετώντας τη ζωή τους. Γεμάτος θρησκευτική έξαρση και δεμένος με τα προβλήματα της εποχής του, προσπάθησε να βρει γιατί υποφέρουν οι άνθρωποι και προσπάθησε να απελευθερώσει τον άνθρωπο και να αποκαταστήσει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Ως καλλιτέχνης ο Τολστόι διακρίνεται για τη βαθιά γνώση των κρυφών πτυχών της ψυχής και την άμεση καθαρότητα του αισθήματος. Το έργο του είχε τεράστια σημασία και άσκησε γόνιμη επίδραση στη ρωσική και στην παγκόσμια λογοτεχνία.Το 1855 πηγαίνει στην Πετρούπολη, όπου συνεργάζεται με το περιοδικό «Σύγχρονη Επιθεώρηση» και γνωρίζεται με τον Νεκράσοφ, τον Τουργκένιεφ, τον Τσερνισέφσκι κ.ά. Είναι μια περίοδος λογοτεχνικών πειραμάτων και ιδεολογικών αναζητήσεων, ενώ ήδη, στα διηγήματά του εκείνης της περιόδου, εμφανίζεται η απέχθειά του προς την κοινωνική αδικία και την αστική υποκρισία. Το 1860, θεωρώντας μάλλον ότι οι κοσμικοί κύκλοι της μεγαλούπολης δεν είναι γι’ αυτόν και τις πνευματικές ανάγκες του, επιστρέφει στη γενέτειρά του, στη Γιάσναγια Πολιάνα, όπου επιδίδεται σε έντονη κοινωνική δραστηριότητα. Ανάμεσα σε άλλα θα ιδρύσει ένα σχολείο για τα παιδιά των χωρικών, θα εκδώσει ένα παιδαγωγικό περιοδικό και, εμπνευσμένος από τον Ρουσώ, θα εφαρμόσει ένα σύστημα μόρφωσης απαλλαγμένο από τη στείρα πειθαρχία και τον εκπαιδευτικό καταναγκασμό. Το 1862 παντρεύτηκε τη Σοφία Αντρέγιεβνα Μπερς και αρχίζει το αριθμητικό μεγάλωμα της οικογένειάς του.
Οι ιδεολογικές του αναζητήσεις, η αριστοκρατική, πατριαρχική διαπαιδαγώγησή του και η επαφή με το λαό και τις ανάγκες του, δημιούργησαν ένα αντιφατικό ιδεολογικό κράμα, το οποίο όμως ενισχύθηκε σημαντικά προς την κατεύθυνση της υπεράσπισης των λαϊκών συμφερόντων, ιδιαίτερα κατά τη δεύτερη, ώριμη εγκατάστασή του στη Γιάσναγια Πολιάνα. Παράλληλα, αυτές οι αναζητήσεις, σε λογοτεχνικό επίπεδο, θα οδηγούσαν σε ένα από τα σπουδαιότερα μνημεία της παγκόσμιας λογοτεχνίας, του επικού μυθιστορήματος, «Πόλεμος και Ειρήνη». Το έργο άρχισε να γράφεται το 1863, ολοκληρώθηκε το 1869 και άρχισε να δημοσιεύεται από το 1865.
Αξεπέραστα έργα
Με επίκεντρο την εποποιία του 1812, οπότε και αναδεικνύεται η ιστορική δύναμη του ενωμένου και αποφασισμένου λαού, ξεδιπλώνεται μια πολύπτυχη λογοτεχνική προβληματική με ψυχολογικό βάθος, σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Παράλληλα, το μυθιστόρημα, αποτελεί και μια ψυχογραφία πιο ειδικά του ρώσικου λαού, ο οποίος εν τέλει αναδεικνύεται στον πραγματικό ήρωα του πολέμου, τον οποίο ο Τολστόι χαρακτηρίζει ως «λαϊκό πόλεμο».
Η δεκαετία του 1870 είναι για τον Τολστόι η περίοδος της «αποκάλυψης» της αδυναμίας του να συγχρονίσει το ηθικό και φιλοσοφικό του οικοδόμημα (το οποίο κατέχει τη δική του θέση στη φιλοσοφική σκέψη με το όνομα «τολστοϊσμός») με το πέρασμα της Ρωσίας στην αστική ανάπτυξη. Το μυθιστόρημα «Άννα Καρένινα» (1873 -’77) αποτυπώνει αυτό το πέρασμα (ανησυχητικό για τον Τολστόι όπου βλέπει το πατριαρχικό τοπίο της παιδικής του ηλικίας να μετατρέπεται σε ανταλλάξιμη αξία), ενώ θα αποτελέσει και την καμπή της ιδεολογικής μετάβασης του συγγραφέα σε θέσεις κατά του κράτους και της εκκλησίας, ως γραφειοκρατικού θεσμού που καταπιέζει τα λαϊκά στρώματα. Ο Τολστόι θα επιχειρήσει να «καθαρίσει» τον χριστιανισμό από την εκκλησιαστική παραμόρφωση, να κηρύξει την ένωση των ανθρώπων με βάση την αγάπη, αλλά και την τακτική της «παθητικής αντίστασης» (η οποία θα μετατραπεί σε κύριο όπλο του Γκάντι κατά των Βρετανών ιμπεριαλιστών), ενώ θα συνεχίζει πάντα να ασκεί την έντονη κοινωνική του κριτική. Στη θέση του οργανωμένου πολιτικού αγώνα για την πρόοδο της ανθρωπότητας, έβαζε την προσωπική πνευματική και ηθική τελείωση.
Το 1863 τέλειωσε το διήγημά του «Οι Κοζάκοι», στο οποίο απεικόνισε τους ανθρώπους και τη φύση του Καυκάσου. Από το 1863 ως το 1869 ασχολήθηκε με τη συγγραφή του μυθιστορήματος «Πόλεμος και Ειρήνη». Το έργο αυτό αποτελεί έξοχη απεικόνιση της ζωής και των συνθηκών της Ρωσίας στην περίοδο των ναπολεόντειων πολέμων. Το βάθος της ψυχολογικής ανάλυσης, η αριστοτεχνική απεικόνιση ανθρώπινων μορφών και τοπίων και ο πλούτος της γλώσσας, κάνουν το «Πόλεμος και Ειρήνη» ένα από τα κορυφαία επιτεύγματα της ρεαλιστικής πεζογραφίας του 19ου αιώνα. Στο άλλο του μεγαλειώδες μυθιστόρημα, την «Άννα Καρένινα» (1873), αντικατοπτρίζεται ανάμεσα στα άλλα η τραγωδία μιας γυναίκας που έπεσε θύμα της ψεύτικης και απάνθρωπης ηθικής της κοινωνίας. Η δύναμη του κριτικού ρεαλισμού του Τολστόι εκδηλώθηκε στις σελίδες του μυθιστορήματός του «Ανάσταση» (1889). Ο Τολστόι έγραψε και θεατρικά έργα όπως «Το κράτος της ζόφου», «Το ζωντανό πτώμα», «Οι καρποί της Παιδείας» (κωμωδία). Άλλα έργα του στα οποία εκφράζεται η ιδιότυπη θρησκευτικότητά του είναι «Ο θάνατος του Ιβάν Ιλίτς» (1884), «Αφέντης και δούλος» (1895), «Τι πιστεύω», «Τι να κάνουμε λοιπόν» και η περίφημη πραγματεία του «Τι είναι τέχνη».
Από το 1880 και μετά, ο Τολστόι θα αδιαφορήσει για τη λογοτεχνία, θα υποτιμήσει τα προηγούμενα έργα του και θα αρχίσει μια φυσική ζωή με δουλειά στα χωράφια, με φυσική διατροφή, με το να φτιάχνει τα ρούχα και τα παπούτσια του μόνος του. Δραστηριότητες οι οποίες επίσης επέδρασαν σημαντικά στον Γκάντι. Ωστόσο, φυσικά, επιστρέφει στη συγγραφή και μάλιστα δίνει τα πρώτα του δραματουργικά δείγματα. Τη δεκαετία του 1890 επιχειρεί να κωδικοποιήσει τις απόψεις του για την τέχνη, ενώ, κύριο λογοτεχνικό γεγονός αυτής της περιόδου είναι το μυθιστόρημα «Ανάσταση», που στηρίχτηκε σε μια πραγματική δικαστική υπόθεση. Στο μυθιστόρημα αυτό ο Τολστόι θα εκφράσει ό,τι σκέφτεται για την Εκκλησία και την εξουσία της, με αποτέλεσμα η τελευταία να απαντήσει αφορίζοντάς τον.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, αν και είναι αναγνωρισμένος λογοτεχνικός και πνευματικός ηγέτης εντός και εκτός της Ρωσίας, σημαδεύονται από τις άθλιες σχέσεις με τη σύζυγό του. Προσπαθώντας να αποδράσει από αυτή τη ζωή και από την αδυναμία του να ζήσει όπως ήθελε, φεύγει από τη Γιάσναγια Πολιάνα στις 28 Οκτωβρίου 1910, κρυολογεί και αφήνει την τελευταία του πνοή στο σιδηροδρομικό σταθμό Αστάποβο, βυθίζοντας το λαό του σε απέραντη θλίψη.
ΠΗΓΕΣ: wikipedia.org / rizospastis.gr
Νεολόγου Εβδομαδιαία Επιθεώρησις, Τόμ. 3, Αρ. 28 (1894)
Ο κόμης Λέων Τολστόϊ
Nicolas Zagoskine
Πλήρες Κείμενο: [PDF]
http://xantho.lis.upatras.gr/test2_pleias.php?art=54088

ΛΕΩΝ ΤΟΛΣΤΟΪ 
Του Λ. Τρότσκι
Ο Τολστόϊ γιορτάζει τα ογδοντάχρονά του και μας φαίνεται σήμερα ίδιος γέρικος βράχος σκεπασμένος με μούσκλα, άνθρωπος μιας εποχής ξεγραμμένης.
Πράγμα παράξενο! Όχι μόνο ο Καρλ Μαρξ, μα ακόμα κι ο Ερρίκος Χάινε –για να πάρουμε ένα παράδειγμα από μια περιοχή οικεία στον Τολστόϊ– μοιάζουν να ζουν ακόμα σήμερα ανάμεσα μας. Κιόλας ο ανυπέρβλητος χείμαρρος του χρόνου μας χωρίζει τώρα από το μεγάλο σύγχρονο της Γιάσναγια Πολιάνα. Ο Τολστόϊ είταν 33 χρόνων όταν καταργήθηκε η δουλοπαροικία στη Ρωσία. Είχε μεγαλώσει και είχε αναπτυχθεί σαν απόγονος από «δέκα γενιές που η εργασία δεν τις είχε ταπεινώσει», μέσα στην ατμόσφαιρα της παλιάς ρωσικής αγροτοευγένειας, με τη χωροδεσποτική της βούλα, ανάμεσα στα πατρογονικά χωράφια, μέσα στο πελώριο φεουδαρχικό σπίτι, κάτω από τις όμορφες δεντροστοιχίες των φλαμουριών με τον ειρηνικό τους ίσκιο. Τις παραδόσεις της αγροτοευγένειας, το ρομαντικό της χαρακτήρα, την ποίηση της, όλο το στυλ της ζωής της τέλος, ο Τολστόι τα είχε αφομοιώσει σε τέτοιο σημείο ώστε έγιναν μέρος αναπόσπαστο, οργανικό, της προσωπικότητας του. Αριστοκράτης είταν τη στιγμή της αφύπνισης της συνείδησής του, αριστοκράτης ως τα νύχια έχει μείνει σήμερα, στις πιο βαθιές πήγες της δημιουργικής του εργασίας, παρ’ όλη την κατοπινή εξέλιξη του πνεύματος του.
Ο ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΗΣ ΤΟΛΣΤΟΪ
Στο χωροδεσποτικό πύργο των πριγκίπων Βολκόνσκι, που πέρασε έπειτα στην οικογένεια των Τολστόϊ, ο ποιητής του Πόλεμος και Ειρήνη, μένει σ’ ένα δωμάτιο πολύ απλά επιπλωμένο. Στον τοίχο είναι κρεμασμένο ένα πριόνι και στη γωνία, ακουμπισμένα πάνω στον τοίχο, ένα δρεπάνι κι ένας μπαλτάς. Στο πάνω πάτωμα, ίδιοι πετρωμένοι φύλακες των παλιών παραδόσεων, είναι κρεμασμένα τα πορτραίτα ολόκληρης σειράς από γενιές προγόνων. Τι σύμβολο! Μέσα στην ψυχή του σπιτονοικοκύρη βρίσκουμε όμοια αυτά τα δυο πατώματα, σ’ αντίστροφη τάξη. Ενώ στις ανώτερες περιοχές της συνείδησης η φιλοσοφία της απλότητας και της συγχώνευσης με το λαό έχει χτίσει τη φωλιά της, από κάτω, εκεί όπου βυθίζονται οι ρίζες των αισθημάτων, των παθών και της θέλησης, μας χαιρετάει ολόκληρη πινακοθήκη φεουδαλικοί πρόγονοι.
Μέσα στην οργή του μετανιωμού ο Τολστόϊ γυρίζει τις πλάτες στην ψεύτρα και μάταιη τέχνη, που πέφτει στην ειδωλολατρία με τις τεχνητά αναπτυγμένες συμπάθειες των κυρίαρχων τάξεων και καλλιεργεί τις καστικές προλήψεις τους με τη βοήθεια της ψευτοκαλοσύνης. Τί βλέπουμε έπειτα; Στο τελευταίο μεγάλο έργο του, Ανάσταση, στο κέντρο της προσοχής του τοποθετεί ίσα - ίσα το ρώσο γαιοκτήμονα, πλούσιο σε χρήμα και προγόνους, περιβάλλοντάς τον φροντισμένα με το χρυσόν ιστό των αριστοκρατικών σχέσεων, συνηθειών και αναμνήσεων, σα να μην υπήρχε στη γη τίποτα ωραίο και σπουδαίο έξω από κείνον το «μάταιο» και «ψεύτικο» κόσμο.
Ένας ίσιος και μικρός δρόμος οδηγεί από το αρχοντικό κτήμα στο σπίτι του χωρικού. Αυτό το δρόμο ο Τολστόι, ο ποιητής, τον διέτρεξε με αγάπη προτού ο ηθικολόγος Τολστόι τον κάνει δρόμο της σωτηρίας. Ακόμα κι ύστερα από την κατάργηση της δουλοπαροικίας θεωρεί το χωρικό σαν κάτι που του ανήκει, σαν αναπόσπαστο μέρος του εξωτερικού περιβάλλοντος του και του εσώτερου είναι του. Πίσω από την «αδιαφιλονίκητη αγάπη του για τον αληθινό εργαζόμενο λαό» βλέπουμε να προβάλει το ίδιο αδιαφιλονίκητα ο περιληπτικός φεουδαλικός προγονός του, όμως μεταμορφωμένος από το καλλιτεχνικό του δαιμόνιο.
Ο γαιοκτήμονας και ο χωρικός, αυτοί είναι, σε τελευταία ανάλυση, οι μόνοι τύποι που ο Τολστόϊ δέχτηκε μέσα στο ιερό της δημιουργικής του εργασίας. Ποτέ, ούτε πριν ούτε ύστερα απ’ την κρίση του, δεν απαλλάχτηκε μήτε δοκίμασε ν’ απαλλαχτεί από την αληθινά φεουδαλική περιφρόνηση για όλα τα πρόσωπα που παρεμβάλλονται ανάμεσα στο γαιοκτήμονα και το χωρικό ή πιάνουν οποιαδήποτε θέση έξω απ’ αυτούς τους δυο ιερούς πόλους της παλιάς τάξης πραγμάτων: ο γερμανός επιστάτης, ο έμπορος, ο γάλλος παιδαγωγός, ο γιατρός, ο «διανοούμενος» και τέλος ο εργοστασιακός εργάτης, με το ρολόι του και την αλυσίδα του. Δε δοκιμάζει ποτέ την ανάγκη να μελετήσει αυτούς τους τύπους, να κοιτάξει στο βάθος της ψυχής τους, να τους ρωτήσει για τις πεποιθήσεις τους, και περνάνε μπροστά από τα μάτια του καλλιτέχνη σαν πρόσωπα χωρίς καμιά σημασία και τον περισσότερο καιρό κωμικά. Όταν του συμβαίνει να αναπαρασταίνει επαναστάτες των χρόνων 70 ή 80, όπως στην Ανάσταση, περιορίζεται να ποικίλει μέσα στο καινούργιο περιβάλλον τους παλιούς τύπους, τους ευγενείς και χωρικούς, ή μας δίνει σκίτσα ξώπετσα και κωμικά. Ο Ναβοντβόροβ του μπορεί το ίδιο να αξιώνει ότι αντιπροσωπεύει τον τύπο του ρώσου επαναστάτη όσο και ο Ρικώ ντε λα Μαρλινιέρ, του Λέσσινγκ, τον τύπο του γάλλου αξιωματικού.
Η ΕΧΘΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΤΟΛΣΤΟΪ ΣΤΗΝ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΖΩΗ
Στις αρχές των χρόνων ’60, όταν η Ρωσία καταποντίστηκε κάτω από το κύμα των νέων ιδεών και, που είναι ακόμα πιο σπουδαίο, των νέων κοινωνικών όρων, ο Τολστόϊ είχε κιόλας πίσω του, τόχουμε δει, ένα τρίτο αιώνα. Από άποψη ψυχολογική και ηθική είταν λοιπόν ολότελα σχηματισμένος. Δεν είναι ανάγκη να πούμε εδώ ότι ο Τολστόι δεν υπήρξε ποτέ υπερασπιστής της δουλοπαροικίας όπως είταν ο στενός φίλος του Φετ (Σένσιν) αριστοκράτης και λεπτός λυρικός που μέσα στην ψυχή του η αγάπη της Φύσης ήξερε να γειτονεύει με τη λατρεία του βούρδουλα. Το σίγουρο είναι ότι ο Τολστόϊ δοκίμαζε βαθύ μίσος για τους καινούργιους όρους που πήγαιναν να αντικαταστήσουν τους παλιούς: «Προσωπικά, έγραφε στα 1861, δε διαπιστώνω γύρω μου καμιά εξημέρωση των ηθών και δεν το κρίνω απαραίτητο να πιστεύω στο λόγο εκείνων που λένε το αντίθετο. Δε μου φαίνεται, λόγου χάρη, ότι οι σχέσεις ανάμεσα στους βιομήχανους και τους εργάτες είναι πιο ανθρώπινες απ’ ότι οι σχέσεις ανάμεσα στους ευγενείς και τους δουλοπάροικους».
Η αναταραχή και το χάος παντού και σ’ όλα, η παρακμή της παλιάς ευγένειας, η παρακμή της αγροτιάς, η γενική σύγχυση, οι στάχτες και ο κουρνιαχτός της καταστροφής, η σύγχυση και η αντάρα της πολιτικής ζωής, η ταβέρνα και το τσιγάρο στο χωριό, το χυδαίο τραγούδι του εργάτη της φάμπρικας στη θέση του ευγενικού λαϊκού τραγουδιού, όλα αυτά τον αποκάρδιωναν σαν αριστοκράτη μαζί και σαν καλλιτέχνη. Να γιατί αποστράφηκε ηθικά κείνο το τρομακτικό προτσέσο και του αρνήθηκε μια για πάντα την επιδοκιμασία του σαν καλλιτέχνης. Δεν είχε ανάγκη να ποζάρει για υπερασπιστής της δουλοπαροικίας για νάναι ολόψυχα οπαδός της επιστροφής σε κείνους τους κοινωνικούς όρους όπου έβλεπε τη σοφή απλότητα κι έβρισκε την καλλιτεχνική τελείωση. Εκεί η ζωή αναπαράγεται από γενιά σε γενιά, από αιώνα σε αιώνα μέσα σε μια διαρκή ακινησία και βασιλεύει παντοδύναμη η άγια αναγκαιότητα. Όλες οι πράξεις της ζωής καθορίζονται εκεί από τον ήλιο, τη βροχή, τον αγέρα, τη βλάστηση. Μέσα σ’ αυτή την τάξη πραγμάτων δεν υπάρχει θέση για το λογικό ή την προσωπική θέληση και κατά συνέπεια ούτε και για την προσωπική ευθύνη. Τα πάντα εκεί είναι κανονισμένα, δικαιωμένα, εξαγιασμένα από τα πριν. Χωρίς καμιά ξέχωρη ευθύνη μήτε θέληση, ο άνθρωπος ζει εκεί απλά μέσα στην υπακοή, λέει ο αξιόλογος ποιητής της Δύναμης της Γης, Γκλιέμπ Ουσπένσκι και ίσα - ίσα αυτή η διαρκής υπακοή, μεταμορφωμένη σε διαρκείς προσπάθειες, αποτελεί όλη τη ζωή, η οποία δεν οδηγεί, φαινομενικά, σε κανένα αποτέλεσμα, μα έχει ωστόσο μέσα της το αποτέλεσμα της... Και –να το θαύμα!– αυτή η δουλική εξάρτηση, δίχως σκέψη και δίχως εκλογή, δίχως πλάνες και, κατά συνέπεια, δίχως τύψεις, είναι ίσα - ίσα κείνο που δημιουργεί την ηθική «ευκολία» της ύπαρξης κάτω από τη σκληρή κηδεμονία των «σταχυών της σίκαλης». Ο Μικούλα Σελυάνοβιτς, ο χωριάτης ήρωας του παλιού λαϊκού θρύλου, λέει για τον εαυτό του: «Η μάνα Γη μ’ αγαπάει». Πρόκειται για το θρησκευτικό μύθο του «ρωσικού ναροντνιτσέστβο», του λαϊκισμού, που εξουσίασε για μακριές δεκαετίες την ψυχή της ρωσικής «ιντελλιγκέντσιας». Ολότελα αντίπαλος αυτών των ριζοσπαστικών τάσεων, ο Τολστόϊ έμεινε πάντα πιστός στον εαυτό του και μέσα στους κόλπους του «ναροντνιτσέστβο» αντιπροσώπευε την αριστοκρατική συντηρητική πτέρυγα. Για να μπορεί λοιπόν να ζωγραφίσει καλλιτεχνικά τη ρωσική ζωή, τέτοια που την γνώριζε, την καταλάβαινε και την αγαπούσε, ο Τολστόϊ έπρεπε να καταφύγει στο παρελθόν, στις απαρχές του 19ου αιώνα. Το Πόλεμος και Ειρήνη (1867-1869) είναι μ’ αυτή την έννοια το καλύτερο έργο του, που έμεινε αξεπέραστο.
Αυτό το μαζικό, τον απρόσωπο χαρακτήρα της ζωής και την άγια ανευθυνότητα της ο Τολστόϊ τα ενσάρκωσε στο πρόσωπο του Καρατάγιεβ, του λιγότερου κατανοητού τύπου για τον ευρωπαίο αναγνώστη και, όπως και νάναι, κείνου που του φαίνεται περισσότερο ξένος. Η ζωή του Καρατάγιεβ, όπως την αντιλαμβανόταν ο ίδιος, δεν είχε κανένα νόημα σαν ατομική ζωή. Είχε νόημα μόνο σαν μέρος ενός όλου, που τόνοιωθε πάντα σαν τέτοιο. Κλίσεις, φιλίες, έρωτα, όπως τα καταλάβαινε ο Πιερ, ο Καρατάγιεβ τ’ αγνοούσε ολότελα, όμως αγαπούσε και ζούσε μέσα στην αγάπη για το κάθετι που συναντούσε στη ζωή και ιδιαίτερα των ανθρώπων... Ο Πιερ (κόμητας Μπεζούχοβ) ένιωθε πως ο Καρατάγιεβ, παρ’ όλη τη φιλική στοργή του γι’ αυτόν, δε θα θλιβόταν ούτε για ένα λεφτό αν χρειαζότανε να τον αποχωριστεί. Είναι το στάδιο όπου το πνεύμα, για να μεταχειριστούμε τη γλώσσα του Χέγκελ, δεν έχει ακόμα αποκτήσει την εσώτερη φύση του και παρουσιάζεται κατά συνέπεια μόνο σαν φυσική πνευματικότητα. Παρά τον επεισοδιακό χαρακτήρα των εμφανίσεών του, ο Καρατάγιεβ αποτελεί το φιλοσοφικό, αν όχι τον καλλιτεχνικό άξονα όλου του βιβλίου. Ο Κουτούζοφ, που ο Τολστόϊ τον κάνει εθνικό ήρωα, είναι ο Καρατάγιεβ στο ρόλο αρχιστράτηγου. Αντίθετα από το Ναπολέοντα, ο Κουτούζοφ δεν έχει ούτε προσωπικά σχέδια, ούτε προσωπικές φιλοδοξίες. Στη μισοσυνειδητή ταχτική του και γι’ αυτό ψυχοσώστρα, δεν αφήνει να καθοδηγηθεί από το λογικό, μα από κάτι που είναι πάνω από το λογικό, το βουβό ένστικτο των φυσικών όρων και των εμπνεύσεων του λαϊκού πνεύματος. Ο τσάρος Αλέξαντρος στις καλύτερες στιγμές του, όπως και ο τελευταίος από τους στρατιώτες του, υπακούνε αδιάκριτα και με τον ίδιο τρόπο στη βαθιά επίδραση της γης. Σ’ αυτή την ηθική ενότητα έγκειται ίσα - ίσα όλο το πάθος του έργου.
Ο ΤΟΛΣΤΟΪ, ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΤΗΣ ΠΑΛΙΑΣ ΡΩΣΙΑΣ
Πόσο άθλια είναι, στο βάθος, αυτή η παλιά Ρωσία, με την ευγένεια της την τόσο σκληρά μεταχειρισμένη από την ιστορία, χωρίς περήφανο καστικό παρελθόν, χωρίς σταυροφορίες, χωρίς ιπποτικούς έρωτες και κονταροχτυπήματα κι ακόμα χωρίς ρομαντικές ληστρικές επιδρομές στους μεγάλους δρόμους. Πόσο είναι φτωχιά σε εσωτερική ομορφιά, πόσο βαθιά ξεπεσμένη είναι η προβατίσια και μισοζωική ύπαρξη των χωρικών μαζών της!
Όμως τι θαύματα μεταμόρφωσης δε δημιουργεί η μεγαλοφυΐα! Από την ανεπεξέργαστη ύλη κείνης της άχρωμης χαμοζωής, βγάζει στο φως της μέρας όλη την κρυφή ομορφιά της. Με γαλήνη ολύμπια, μιαν πραγματική ομηρική αγάπη για τα πνευματικά του τέκνα, αφιερώνει σε όλους και σε όλα την προσοχή του: ο αρχιστράτηγος, οι υπηρέτες του αρχοντικού κτήματος, το άλογο του απλού στρατιώτη, η κορούλα του κόμητα, ο μουζίκος, ο τσάρος, η ψείρα μέσα στο πουκάμισο του στρατιώτη, ο παλιός φραμασόνος, κανένας τους δεν έχει προνόμιο μπροστά του και καθένας παίρνει το μερτικό του. Βήμα το βήμα, πινελιά την πινελιά, φτιάχνει ένα τεράστιο πίνακα, που όλα τα μέρη του συνδέονται μαζί από έναν εσωτερικό, αδιάλυτο δεσμό. Ο Τολστόϊ δημιουργεί χωρίς να βιάζεται, όπως η ίδια η ζωή που ξετυλίγει μπροστά μας. Εφτά φορές ξαναδουλεύει απ’ την αρχή ολόκληρο το βιβλίο του! Κείνο που ξαφνιάζει πιο πολύ σ’ αυτή την τιτάνια δημιουργική εργασία είναι ίσως το γεγονός ότι ο καλλιτέχνης δεν επιτρέπει ούτε στον εαυτό του ούτε στον αναγνώστη να δόσει τη συμπάθεια του σ’ αυτό ή σε εκείνο από τα πρόσωπα του. Ποτέ δε μας επιδείχνει τους ήρωες του, όπως το κάνει ο Τουργκένιεβ, που δεν αγαπάει άλλωστε, μέσα σ’ ένα φωτισμό από βεγγαλικά ή στην αστραψιά του μαγνησίου, ποτέ δεν αναζητά γι’ αυτούς πλεονεκτική πόζα. Δεν κρύβει τίποτα και δεν αποσιωπά τίποτα. Τον ανήσυχο ερευνητή της αλήθειας, Πιερ, μας τον δείχνει στο τέλος του έργου με την όψη ενός οικογενειάρχη ήσυχου και ευχαριστημένου. Τη μικρή Νατάσα Ροστόβ, τόσο συγκινητική στη σχεδόν παιδιάστικη ευαισθησία της, τη μεταμορφώνει, χωρίς τον παραμικρό οίκτο, σε περιορισμένη γυναικούλα, με τα χέρια γεμάτα βρώμικες φασκιές. Μα ίσα ίσα αυτή η παθιασμένη προσοχή για όλα τα απομονωμένα μέρη είναι που δημιουργεί το ισχυρό πάθος του συνόλου. Μπορεί να πει κανείς γι’ αυτό το έργο πως είναι ολότελα διαπερασμένο από αισθητικό πανθεϊσμό, που δε γνωρίζει ούτε ομορφιά ούτε ασκήμια, ούτε μεγαλοσύνη ούτε μικρότητα, γιατί γι’ αυτόν μόνο η ζωή, γενικά, είναι μεγάλη κι όμορφη, μέσα στην αιώνια διαδοχή των ποικίλων εκδηλώσεων της. Αυτή είναι η αληθινή αγροτική αισθητική, ανελέητα συντηρητική από τη φύση της και η οποία φέρνει κοντά το επικό έργο του Τολστόϊ με την Πεντάτευχο και την Ιλιάδα.
Δυο κατοπινές απόπειρες του Τολστόϊ να τοποθετήσει τους αγαπητούς του ψυχολογικούς τύπους στο πλαίσιο του παρελθόντος και ιδίως στην εποχή του Πέτρου Ι και των δεκεμβριστών, ναυαγήσαν εξαιτίας της εχθρότητας του ποιητή απέναντι στις ξένες επιδράσεις που δίνουν στις δυο αυτές εποχές τόσο καθαρό χαρακτήρα. Ακόμα και κει όπου ο Τολστόϊ πλησιάζει περισσότερο στην εποχή μας, όπως στην Άννα Καρένινα (1873), μένει ολότελα ξένος στην αναταραχή που έχει εισχωρήσει στην κοινωνία και, ανελέητα πιστός στον καλλιτεχνικό συντηρητισμό του, περιορίζει το άνοιγμα του πετάγματος του και το μόνο που ξεχωρίζει μέσα στη μάζα της ρωσικής ζωής είναι οι φεουδαλικές οάσεις που έμειναν άθιχτες, με τον παλιό χωροδεσποτικό πύργο τους τα πορτραίτα των προγόνων και τις όμορφες δεντροστοιχίες των φλαμουριών που στη σκιά τους ξετυλίγεται, από γενιά σε γενιά, ο αιώνιος κύκλος της γέννησης, της ζωής και του θανάτου.
Ο Τολστόϊ περιγράφει την πνευματική ζωή των ηρώων του το ίδιο όπως και τον τρόπο της διαβίωσης τους: ήρεμα, αβίαστα, χωρίς να επισπεύδει την εσωτερική ροή των αισθημάτων τους, των σκέψεων τους και των συζητήσεων τους. Δε βιάζεται ποτέ και δε φτάνει ποτέ πάρα πολύ αργά. Κρατάει στα χέρια του τα νήματα όπου είναι δεμένη η τύχη μεγάλου αριθμού προσώπων και δε χάνει από τα μάτια του κανένα απ’ αυτά. Ίδιος άγρυπνος κι ακούραστος αφέντης κρατάει μέσα στο κεφάλι του μια τέλεια λογιστική όλων των τμημάτων της τεραστίας περιούσιας του. Θάλεγες πως περιορίζεται μόνο να παρατηρεί και πως είναι η Φύση που κάνει όλη τη δουλειά. Ρίχνει το σπόρο στο χωράφι και περιμένει ήσυχα, σαν φρόνιμος καλλιεργητής, να πεταχτεί το κοτσάνι και το στάχυ έξω από το χώμα, από μια φυσική διεργασία. Θα μπορούσε σχεδόν να πει κανείς πως είναι ένας δαιμόνιος Καρατάγιεβ με τη βουβή εγκαρτέρησή του απέναντι στους φυσικούς νόμους. Δε θα βάλει ποτέ το χέρι πάνω στο βλαστάρι για να ξεδιπλώσει βίαια τα φύλλα του. Περιμένει ώσπου να τα ξεδιπλώσει μόνο του, κάτω από την επενέργεια της ηλιακής θερμότητας. Γιατί μισεί βαθιά την αισθητική των μεγαλουπόλεων που, από απληστία που καταβροχθίζει η ίδια τον εαυτό της, βιάζει και τυραννάει τη Φύση, ζητώντας απ’ αυτήν μόνο εκχυλίσματα και αποστάγματα και γυρεύοντας πάνω στην παλέτα, με δάχτυλο σπασμωδικό, χρώματα που δεν υπάρχουνε στο ηλιακό φάσμα
Η γλώσσα του Τολστόϊ είναι όπως η ίδια η μεγαλοφυΐα του: γαλήνια, σοβαρή, λακωνική, αν και χωρίς να φτάνει στην τσιγγουνιά, νευρώδικη, καμιά φορά μάλιστα βαριά και τραχιά, πάντα όμως απλή και ασύγκριτη στο αποτέλεσμα της. Ξεχωρίζει τόσο απ’ το λυρικό, παιχνιδιάρικο, λαμπερό και ωραιόπαθο στυλ του Τουργκένιεβ, όσο και από το ρογχαστικό, ασθματικό και απότομο ύφος του Ντοστογιέβσκι.
Σ’ ένα μυθιστόρημα του ο κάτοικος της πόλης Ντοστογιέβσκι, αυτή η μεγαλοφυΐα με την αθεράπευτα τραυματισμένη καρδιά, ο τρυφηλός ποιητής της σκληρότητας και της συμπόνιας, αντιπαραθέτει ο ίδιος τον εαυτό του, με τρόπο πολύ βαθύ και πολύ χτυπητό, σαν καλλιτέχνη της «ρωσικής οικογενειακής νουβέλας», με τον κόμητα Τολστόϊ, τον ποιητή των ξεγραμμένων μορφών ενός αριστοκρατικού παρελθόντος:
«Αν ήμουνα ρώσος μυθιστοριογράφος και είχα ταλέντο, λέει με το στόμα ενός από τα πρόσωπα του, θα διάλεγα πάντα τους ήρωες μου ανάμεσα στους ρώσους ευγενείς, γιατί μόνο μέσα σ’ αυτό το καλλιεργημένο περιβάλλον βρίσκει κανείς τουλάχιστο την εξωτερική επίφαση μιας ωραίας πειθαρχίας και ευγενικών κίνητρων... Μιλάω ολότελα σοβαρά, αν και δεν είμαι ο ίδιος ευγενής, όπως ξέρετε... Γιατί, πιστέψτε με, μέσα σ’ αυτούς τους κύκλους συναντάει κανείς ότι ωραίο υπάρχει σε μας, τουλάχιστο ότι είναι, κατά κάποιον τρόπο, ομορφιά αποτελειωμένη, πλήρης. Δεν τα λέω αυτά επειδή είμαι απόλυτα πεπεισμένος για την τελειότητα και τη δικαίωση αυτής της ομορφιάς, μα αυτή μας έχει κιόλας δόσει, λόγου χάρη, σταθερές μορφές τιμής και χρέους, που δεν τις βρίσκεις πουθενά στη Ρωσία έξω από τους ευγενείς... Ο δρόμος που θάπρεπε να ακολουθήσει αυτός ο μυθιστοριογράφος, συνεχίζει ο Ντοστογιέβσκι, που σκέφτεται αναμφισβήτητα τον Τολστόϊ, αν και χωρίς να τον κατονομάζει, θάτανε ξεκάθαρος· δε θα μπορούσε να διαλέξει παρά το ιστορικό είδος γιατί δεν υπάρχουν πια στην εποχή μας ωραίες κι ευγενικές σιλουέτες και κείνες που διατηρούνται ακόμα στις μέρες μας έχουν ήδη, σύμφωνα με την τωρινή γνώμη, χάσει την παλιά ομορφιά τους».
Η ΗΘΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΤΟΛΣΤΟΪ
Καθώς εξαφανίζονταν οι «ωραίες σιλουέτες» του παρελθόντος, όχι μόνο εξαφανιζόταν το άμεσο αντικείμενο της καλλιτεχνικής δημιουργίας, μα κ’ οι ίδιες οι βάσεις του ηθικού φαταλισμού του Τολστόϊ και του αισθητικού πανθεϊσμού του άρχισαν να ταλαντεύονται: ο άγιος «καραταγιεβισμός» της τολστοϊκής ψυχής γινόταν ερείπια. Ό,τι αποτελούσε ως τότε συστατικό μέρος ενός ολοκληρωμένου και αδιάσπαστου συνόλου μετατράπηκε σε χωριστά κομάτια και κατά συνέπεια κατάντησε προβληματικό. Το λογικό έγινε μωρία. Κι όπως πάντα, ακριβώς τη στιγμή όπου η ζωή έχανε το παλιό της νόημα, ο Τολστόϊ αναρωτήθηκε για το νόημα της ζωής γενικά. Είναι τότε (μέσα στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’70) που αρχίζει η μεγάλη ηθική κρίση, όχι στη ζωή ενός έφηβου Τολστόϊ μα ενός Τολστόϊ πενηντάρη! Ξαναγυρίζει στο Θεό, αποδέχεται τη διδασκαλία του Χριστού, απορίχνει τον καταμερισμό της εργασίας, την απλότητα και την αρχή της «μη αντίστασης στο κακό».
Όσο βαθύτερη είταν η εσωτερική κρίση –ξέρουμε ότι, σύμφωνα με την ίδια την ομολογία του, ο πενηντάρης ποιητής έφερνε μέσα του την ιδέα της αυτοκτονίας– τόσο πιο καταπληκτικό πρέπει να φαίνεται ότι ο Τολστόϊ ξαναγύρισε, στο τέλος του λογαριασμού, στο σημείο απ’ όπου είχε ξεκινήσει. Η αγροτική εργασία δεν είναι εδώ η βάση πάνω στην οποία ξετυλίγεται η εποποιία του Πόλεμος και Ειρήνη; Επιστροφή στην απλότητα, στην αρχή της εσώτερης συγχώνευσης με τη λαϊκή ψυχή, σ’ αυτό δε συνίσταται όλη η δύναμη του Κουτούζοφ; Η αρχή της μη αντίστασης στο κακό δε βρίσκεται στη βάση της μοιρολατρικής εγκαρτέρησης του Καρατάγιεβ; Αν είναι έτσι, σε τί συνίσταται τότε η κρίση του Τολστόϊ; Σε τούτο, ότι κείνο πούμενε ως τότε μυστικό και κρυμένο κάτω απ’ τη γη, βγαίνει πια στο μεγάλο φως και περνάει στη σφαίρα της συνείδησης. Με την εξαφάνιση της φυσικής πνευματικότητας μαζί με τη «φύση», όπου αυτή είχε ενσωματωθεί, το πνεύμα προσπαθεί τώρα ν’ αποκτήσει την εσώτερη φύση. Την αυτόματη αρμονία, που ξεσηκώθηκε εναντίον της ο αυτοματισμός της ίδιας της ζωής, χρειαζότανε να την υπερασπίσει και να την διατηρήσει με τη βοήθεια της συνειδητής δύναμης της Ιδέας. Στην πάλη του για την ίδια την ηθική και αισθητική αυτοσυντήρηση του, ο καλλιτέχνης καλεί σε βοήθεια του τον ηθικολόγο.
Ποιός από τους δυο Τολστόϊ –ο ποιητής ή ο ηθικολόγος– απόκτησε τη μεγαλύτερη δημοτικότητα στην Ευρώπη; Δεν είναι εύκολο να απαντήσουμε στο ερώτημα. Σε κάθε περίπτωση, είναι αδιαφιλονίκητο ότι το χαμόγελο ευμενούς συγκατάβασης του αστικού κοινού πάνω στην άγια απλότητα της Γιάσναγια Πονιάνα κρύβει ένα αίσθημα ιδιαίτερης ηθικής ικανοποίησης. Νά ένας διάσημος ποιητής, ένας εκατομμυριούχος, ένας από τους «δικούς» μας, πολύ περισσότερο ένας αριστοκράτης, που για λόγους ηθικής τάξης φοράει χωριάτικη πουκαμίσα και σκοινοπάπουτσα και πριονίζει ξύλα! Βλέπει κάνεις εδώ κατά κάποιον τρόπο μια πράξη όπου ο ποιητής παίρνει πάνω του τις αμαρτίες μιας ολόκληρης τάξης, μιας ολόκληρης κουλτούρας. Φυσικά, αυτό δεν εμποδίζει καθόλου το φιλισταίο να κοιτάζει τον Τολστόϊ από το ύψος της μεγαλειότητάς του κι ακόμα να εκφράζει κάποιες αμφιβολίες για τη διανοητική του ακεραιότητα. Έτσι, λόγου χάρη, ένας άνθρωπος που δεν είναι άγνωστος, ο Μαξ Νορντάου, ένας από κείνους τους κύριους που ντύνουν τη φιλοσοφία του αγαθού γέρου Σμάϊλς[2], καρυκευμένη με λίγο κυνισμό, με το αρλεκίνικο ρούχο ενός κυριακάτικου επιφυλλιδογράφου, έκανε, με τη βοήθεια του Λομπρόζο του της τσέπης, αυτή την αξιόλογη ανακάλυψη ότι ο Λέων Τολστόϊ φέρνει μέσα του όλα τα στίγματα του εκφυλισμού. Γιατί γι’ αυτούς τους ψωμοζήτες η τρέλα αρχίζει εκεί όπου σταματάει το κέρδος.
Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΤΟΛΣΤΟΪ
Μ’ όποιον τρόπο κι αν τον κρίνουν οι αστοί θαυμαστές του, με καχυποψία, με ειρωνεία ή με ευμένεια, δεν παύει να είναι γι’ αυτούς ένα ψυχολογικό αίνιγμα. Έξω από λιγοστούς μαθητές του –ένας από αυτούς, ο Μένσικοβ[3] παίζει τώρα το ρόλο του Χαμμερστάϊν[4]!– πρέπει να διαπιστώσουμε ότι ο ηθικολόγος Τολστόϊ, μέσα στα τελευταία τριάντα χρόνια της ζωής του έμεινε πάντα ολότελα απομονωμένος. Είναι αληθινά η τραγική θέση ενός προφήτη που μιλάει μόνος στην έρημο... Ολότελα κάτω από την επίδραση των συντηρητικών αγροτικών συμπαθειών του, ο Τολστόϊ υπερασπίζει ακούραστα και νικηφόρα τον πνευματικό του κόσμο από τους κίνδυνους που τον απειλούν απ’ όλες τις μεριές. Μια για πάντα χαράζει μια βαθιά οροθετική γραμμή ανάμεσα σ’ αυτόν και όλες τις παραλλαγές του αστικού φιλελευθερισμού και αποκρούει κατά πρώτο λόγο την πίστη στην πρόοδο, που είναι γενική στην εποχή μας. Βέβαια, φωνάζει, ο ηλεκτρικός φωτισμός, το τηλέφωνο, οι εκθέσεις, οι συναυλίες, τα θέατρα, τα τσιγαροκούτια και τα σπιρτοκούτια, οι τιράντες και οι κινητήρες, όλα αυτά είναι θαυμάσια! Μα ας είναι καταραμένα στους αιώνες των αιώνων όχι μόνον αυτά μα ακόμα και οι σιδερόδρομοι, τα μπαμπακερά υφάσματα, σ’ ολόκληρο τον κόσμο, αν είναι απαραίτητο για την κατασκευή τους τα ενενήντα εννιά εκατοστά της ανθρωπότητας να ζούνε στη σκλαβιά και να πεθαίνουν κατά χιλιάδες μέσα στις φάμπρικες!
Ο καταμερισμός της εργασίας μας πλουτίζει κι ομορφαίνει τη ζωή μας. Μα ακρωτηριάζει τη ζωντανή ψυχή του ανθρώπου. Κάτω ο καταμερισμός της εργασίας!
Η τέχνη! Η αληθινή τέχνη πρέπει να συσπειρώνει όλους τους ανθρώπους μέσα στην αγάπη του Θεού και όχι να τους χωρίζει. Η τέχνη σας, αντίθετα, προορίζεται μόνο για λιγοστούς μυημένους. Αυτή χωρίζει τους ανθρώπους και γι’ αυτό έχει το ψέμα μέσα της. Κι ο Τολστόϊ απορρίχνει αντρίκεια την «ψεύτρα» τέχνη: το Σαίξπηρ, το Γκαίτε, τον ίδιο τον εαυτό του, το Βάγκνερ, το Μπαίκλιν[5].
Πετάει μακριά του κάθε έγνοια για πλουτισμό και φοράει χωριάτικα ρούχα, πράγμα που συμβολίζει γι’ αυτόν την απάρνηση του πολιτισμού. Τί κρύβεται πίσω απ’ αυτό το σύμβολο; Τί αντιτάσσει στο «ψέμα», δηλαδή στο ιστορικό προτσέσο;
Μπορούμε να συνοψίσουμε στις ακόλουθες κύριες θέσεις την κοινωνική φιλοσοφία του Τολστόϊ:
1ο. Τη σκλαβιά των ανθρώπων δεν την καθορίζουν κοινωνιολογικοί νόμοι με σιδερένια αναγκαιότητα, μα νομικοί κανονισμοί καθιερωμένοι αυθαίρετα απ’ αυτούς.
2ο. Η νεότερη δουλεία είναι το επακόλουθο τριών νομικών κανονισμών, που αφορούν τη γη, τους φόρους και την ιδιοκτησία.
3ο. Όχι μόνο η ρωσική κυβέρνηση μα οποιαδήποτε κυβέρνηση είναι θεσμός που έχει για σκοπό να διαπράττει ατιμώρητα τα πιο φριχτά εγκλήματα, με τη βοήθεια της κρατικής εξουσίας.
4ο. Η πραγματική κοινωνική βελτίωση θα επιτευχθεί αποκλειστικά και μόνο με την ηθική και θρησκευτική τελειοποίηση του ατόμου.
5ο. Για ν’ απαλλαγούμε από τις κυβερνήσεις δεν είναι αναγκαίο να τις πολεμήσουμε με μέσα εξωτερικά, φτάνει να μην πάρουμε μέρος σ’ αυτές και να μην τις υποστηρίξουμε. Ιδίως, δεν πρέπει:
α) Να δεχτούμε τις υποχρεώσεις του στρατιώτη, του στρατηγού, του υπουργού, του σταρόστε[6], του βουλευτή.
β) Να πληρώνουμε θεληματικά στην κυβέρνηση φόρους άμεσους ή έμμεσους.
γ) Να χρησιμοποιούμε τις κυβερνητικές υπηρεσίες ή να ζητάμε οποιαδήποτε οικονομική βοήθεια απ’ την κυβέρνηση.
δ) Να προστατεύουμε την ατομική ιδιοκτησία μας με οποιοδήποτε μέτρο της κρατικής εξουσίας.
Αν παραμερίσουμε απ’ αυτό το σχήμα το σημείο που αφορά την ηθική και θρησκευτική τελειοποίηση του ατόμου, που ολοφάνερα πιάνει θέση ξεχωριστή, έχουμε ένα πρόγραμμα αναρχικό αρκετά ολοκληρωμένο. Κατά πρώτο λόγο, έχουμε μια καθαρά μηχανική αντίληψη της κοινωνίας σα να είναι το προϊόν κακής νομικής διαρρύθμισης. Έπειτα, την τυπική άρνηση του κράτους και της πολιτικής γενικά και, τέλος, σαν μέθοδο πάλης, τη γενική απεργία και το μποϋκοτάζ, την ανταρσία των σταυρωμένων χεριών.
Αν αποκλείσουμε την ηθικοθρησκευτική θέση, αποκλείουμε πραγματικά το μόνο νεύρο που συνδέει όλο αυτό το ορθολογιστικό οικοδόμημα με το δημιουργό του, δηλαδή την ψυχή του Τολστόϊ. Γι’ αυτόν, σύμφωνα με όλους τους όρους της δίκης του εξέλιξης και της δίκης του κατάστασης, το χρέος δε συνίσταται στην αντικατάσταση του καπιταλιστικού καθεστώτος από την «κομμουνιστική» αναρχία, μα στην «υπεράσπιση» του καθεστώτος της χωρικής κοινότητας από κάθε «εξωτερική» διαταρακτική επίδραση. Στο «ναροντνιτσέστβό» του όπως και στον «αναρχισμό» του ο Τολστόϊ αντιπροσωπεύει τη συντηρητικο-αγροτική αρχή. Όπως ο πρωτόγονος ελευθεροτεκτονισμός, που λογάριαζε ν’ αποκαταστήσει και να ενισχύσει με ιδεολογικά μέσα την παλιά συντεχνιακή ηθική της αλληλοβοήθειας, που είχε γίνει ερείπια κάτω από τα χτυπήματα της οικονομικής εξέλιξης, έτσι κι ο Τολστόϊ θάθελε ν’ αναστήσει με τη δύναμη της ηθικοθρησκευτικής ιδέας τον πρωτόγονο τρόπο ζωής που βασίζεται στους όρους της φυσικής οικονομίας. Έτσι γίνεται ένας συντηρητικο-αναρχικός γιατί εκείνο που τον ενδιαφέρει προπαντός είναι να μην πλήξει το κράτος, με τα ραβδιά του μιλιταρισμού του και τους σκορπιούς του ταμείου του, την ψυχοσώστρα κοινότητα του Καρατάγιεβ. Η οικουμενική πάλη ανάμεσα στους δυο αντίθετους κόσμους: τον αστικό κόσμο και το σοσιαλιστικό κόσμο, που από την έκβαση της εξαρτιέται η τύχη της ίδιας της ανθρωπότητας, δεν υπάρχει για τον Τολστόϊ. Ο σοσιαλισμός έμεινε πάντα γι’ αυτόν απλή παραλλαγή, που λίγο τον ενδιαφέρει, του φιλελευθερισμού. Στα μάτια του ο Μαρξ και ο Μπαστιά[7] είναι οι εκπρόσωποι μιας και της ίδιας «ψεύτικης αρχής»: της καπιταλιστικής κουλτούρας, του εργάτη δίχως γη, του κρατικού καταναγκασμού. Η ανθρωπότητα, μια κι έχει μπει σε στραβό δρόμο, λίγο ενδιαφέρει αν αυτή θα προχωρήσει περισσότερο ή λιγότερο σ’ αυτό το δρόμο. Η σωτηρία μπορεί νάρθει μόνο από ένα ολοκληρωτικό γύρισμα προς τα πίσω.
Ο Τολστόϊ δε βρίσκει λόγια αρκετά περιφρονητικά για να στιγματίσει την επιστήμη, που δηλώνει πως αν εξακολουθήσουμε να ζούμε για καιρό ακόμα με τρόπο αμαρτωλό, σύμφωνα με τους νόμους της ιστορικής προόδου, κοινωνιολογικής και άλλης, η ζωή μας θα βελτιωθεί στο τέλος σημαντικά.
«Το κακό, λέει ο Τολστόϊ, πρέπει να ξεριζωθεί αμέσως, και γι’ αυτό φτάνει να το αναγνωρίσουμε σαν κακό». Όλα τα ηθικά συναισθήματα, που συνδέουν ιστορικά τους ανθρώπους τον ένα με τον άλλο, καθώς και όλες οι ηθικοθρησκευτικές μυθοπλασίες που έχουν βγει απ’ αυτούς τους δεσμούς, καταντάνε, στον Τολστόϊ, οι πιο αφηρημένες εντολές της αγάπης, της έκστασης και της μη αντίστασης στο κακό, και καθώς αυτές οι εντολές έχουν απογυμνωθεί απ’ αυτόν από κάθε ιστορικό περιεχόμενο και κατά συνέπεια από οποιοδήποτε περιεχόμενο, του φαίνονται κατάλληλες για όλους τους καιρούς και για όλους τους λαούς.
Ο Τολστόϊ δεν αναγνωρίζει την ιστορία. Αυτό είναι η βάση ολόκληρης της σκέψης του. Εκεί πάνω στηρίζεται η ελευθερία της μεταφυσικής του άρνησης, όπως και η πρακτική ανικανότητα του κηρύγματος του. Το μόνο είδος ζωής που παραδέχεται, ο πρωτόγονος τρόπος ζωής των καλλιεργητών Κοζάκων στις απέραντες στέπες των Ουραλίων, κυλάει ίσα - ίσα έξω από την ιστορία. Αναπαράγεται χωρίς καμιά μεταβολή, όπως η ζωή του μελισσιού ή της μερμηγκιάς. Ό,τι οι άνθρωποι αποκαλούν ιστορία, του φαίνεται σαν γέννημα της τρέλας, της πλάνης, της σκληρότητας, που παραμορφώνουν την αληθινή ψυχή της ανθρωπότητας. Με ανελέητη λογική, μαζί με την ιστορία απορίχνει και όλα τα επακόλουθα της. Μισεί τις εφημερίδες σα ντοκουμέντα της τωρινής εποχής. Όλα τα κύματα του παγκόσμιου ωκεανού σκέφτεται να τα αναχαιτίσει αντιτάσσοντάς τους το γέρικο στήθος του.
Αυτή η ολική ακαταληψία που δείχνει ο Τολστόϊ απέναντι στην ιστορία εξηγεί την παιδιάστικη αδυναμία του στον τομέα των κοινωνικών προβλημάτων. Η φιλοσοφία του είναι αληθινή κινέζικη ζωγραφική. Οι ιδέες των πιο διαφορετικών εποχών δεν ταξινομούνται απ’ αυτόν ανάλογα με την ιστορική προοπτική, μα παρουσιάζονται όλες στην ίδια απόσταση από το θεατή. Ορθώνεται εναντίον του πολέμου με επιχειρήματα βγαλμένα από την καθαρή λογική, και για να τους δόσει περισσότερη δύναμη παραθέτει μαζί με τον Επίκτητο και το Μολινάρι[8], το Λάο Τσε[9] και το Φρειδερίκο ΙΙ, τον προφήτη Ησαΐα και τον επιφυλλιδογράφο Αρντουέν, το μάντη των μπακάληδων του Παρισιού. Στα μάτια του οι συγγραφείς, οι φιλόσοφοι και οι προφήτες δεν αντιπροσωπεύουν ορισμένες εποχές, μα αιώνιες ηθικές κατηγόριες. Βάζει τον Κομφούκιο στην ίδια σειρά με τον Χάρνακ[10], ενώ ο Σοπενάουερ βρίσκεται αγκαλιασμένος όχι μόνο με τον Ιησού Χριστό μα και με το Μωυσή.
Σ’ αυτή την απομονωμένη και τραγική πάλη εναντίον της διαλεκτικής της ιστορίας που δεν ξέρει να της αντιτάξει άλλο από το ναι-ναι, κι όχι-όχι του, ο Τολστόϊ πέφτει την κάθε στιγμή στις πιο άλυτες αντιφάσεις. Και βγάζει από κει τούτο το συμπέρασμα, ολότελα αντάξιο της δαιμονιακής ισχυρογνωμοσύνης του: «Η θεμελιακή αντίφαση ανάμεσα στη θέση του ανθρώπου και την ηθική του δραστηριότητα είναι το πιο σίγουρο σημάδι της αλήθειας».
Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Όμως αυτή η ιδεαλιστική έπαρση φέρνει μέσα της την τιμωρία. Θάταν πραγματικά δύσκολο να αναφέρουμε ένα συγγραφέα που να τον εκμεταλλεύτηκε, παρά τη θέληση του, τόσο σκληρά η ιστορία όπως τον Τολστόϊ.
Αυτός ο μυστικιστής ηθικολόγος, ο εχθρός της πολιτικής και της επανάστασης, τρέφει χρόνια και χρόνια τη νυσταγμένη επαναστατική συνείδηση πολλών λαϊκών αιρέσεων. Αυτός που απαρνιέται ολόκληρη την καπιταλιστική κουλτούρα συναντάει ευμενή υποδοχή μέσα στην ευρωπαϊκή κι αμερικανική μπουρζουαζία, που βρίσκει στο κήρυγμα του την έκφραση του άδειου φιλανθρωπισμού της μαζί και μια προστασία ενάντια στη φιλοσοφία της Επανάστασης.
Αυτός ο συντηρητικο-αναρχικός, ο θανάσιμος εχθρός του φιλελευθερισμού, βλέπει μεταμορφωμένο τον εαυτό του, με την ευκαιρία των ογδοντάχρονων από τη γέννηση του, σε σημαία και όργανο μιας θορυβώδικης και τασιακής εκδήλωσης του ρωσικού φιλελευθερισμού.
Η ιστορία τον νίκησε, μα δεν τον τσάκισε. Σήμερα ακόμα, φτασμένος στο τέρμα της ζωής του, έχει διατηρήσει σε όλη τη φρεσκάδα της την ικανότητα του για ηθική αγανάκτηση.
Μέσα στη νύχτα της πιο άθλιας και πιο εγκληματικής αντίδρασης που γυρεύει να σκεπάσει για πάντα τον ήλιο της χώρας μας με το πυκνό δίχτυ των σκοινιών της κρεμάλας, μέσα στην αποπνιχτική ατμόσφαιρα της σιχαμερής ανανδρίας της επίσημης κοινής γνώμης, αυτός ο τελευταίος απόστολος της χριστιανικής αγάπης, που μέσα του ξαναζεί ο βιβλικός προφήτης της οργής, εξακοντίζει την πεισματική κραυγή του: «Δε μπορώ να σωπάσω». Σαν κατάρα πάνω στα κεφάλια εκείνων που κρεμάνε όπως και εκείνων που σωπαίνουνε μπροστά στις κρεμάλες.
Κι αν δε συμπαθεί τους επαναστατικούς μας σκοπούς, ξέρουμε πως είναι γιατί η ιστορία του αρνήθηκε κάθε κατανόηση των δρόμων της. Δε θα τον καταδικάσουμε γι’ αυτό. Και θα θαυμάζουμε πάντα σ’ αυτόν όχι μόνο τη μεγαλοφυΐα, που θα ζήσει όσο κι η ίδια η τέχνη, μα και το αδάμαστο ηθικό θάρρος που δεν του επέτρεψε να παραμείνει στους κόλπους της υποκριτικής Εκκλησίας του, της Κοινωνίας του και του Κράτους του και τον καταδίκασε να μένει απομονωμένος ανάμεσα στους αμέτρητους θαυμαστές του.
1908
Λεόν Τρότσκι
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

«Από τι ζουν οι άνθρωποι» Λ. ΤΟΛΣΤΟΙ



Υπάρχουν κάτι μέρες που δεν κυλάνε εύκολα. Βγαίνεις έξω, βλέπεις τα ερείπια των μαγαζιών, των ανθρώπων, να στοιβάζονται κάθε μέρα πάνω σε άλλα ερείπια, τα πρόσωπα κοκαλωμένα από τον φόβο, την αγωνία της επιβίωσης, τον μόχθο για το μεροκάματο και σου ’ρχεται να γυρίσεις τρέχοντας πίσω σπίτι σου να κουκουλωθείς κάτω απ’ την κουβέρτα και να κλείσεις την πόρτα. Και συχνά, αυτό κάνεις. Υπάρχουν όμως και κάτι άλλες στιγμές, ευτυχώς, που σε πιάνει μια τρέλα και λες: αφού υπάρχει το σκοτάδι, το βλέπω, το ψηλαφώ, στο κέντρο του βρίσκομαι, δεν μπορεί, θα υπάρχει και το φως. Και για να μην παγώσεις εντελώς, ή έστω και μισοπαγωμένος, το ψάχνεις. Και το βρίσκεις εκεί όπου δεν το έψαχνες, δεν το περίμενες. Δεν σε ζεσταίνει σαν κουβέρτα, σε καίει σαν χιόνι. Έτσι είναι η αλήθεια. Δεν είναι «χουχουλιάρικη», ούτε βολική, σε τσούζει, σε ξυπνάει. Κι η αλήθεια είναι μία. Πολλά λέμε, πολλά θέμε, πολύ λίγα κάνουμε. Η όποια πορεία προς το όποιο φως, περνάει πρώτα από αυτή τη σκληρή συνειδητοποίηση. Την επίγνωση της ανεπάρκειάς μας. Αυτό το κομμάτι της αυτογνωσίας είναι μάλλον το πιο λεπτό, το πιο δύσκολο επειδή έτσι είμαστε οι άνθρωποι: εύκολα κατηγορούμε αλλά πολύ δύσκολα κάνουμε. Γιατί; Γιατί κάτι τόσο αυτονόητο να είναι άραγε και τόσο «εμποδισμένο»;
Αυτά τα στοιχειώδη, απλά και όχι απλοϊκά ερωτήματα μας απασχόλησαν στους μήνες των προβών, στην προσπάθεια να δραματοποιήσουμε αυτό το τόσο μικρό αλλά τόσο πλούσιο διήγημα του Τολστόι, το «Από τι ζουν οι άνθρωποι». Γιατί το διήγημα αυτό είναι ένα παραμύθι, μία παραβολή, όπου το καλό θριαμβεύει αυτονόητα, όπως σε όλα τα παραμύθια. Όμως γύρω μας δεν το βλέπουμε να θριαμβεύει, κάθε άλλο, μόνο σε μεμονωμένες περιπτώσεις.
Και η καλοσύνη, η αγάπη όλα αυτά για τα οποία μιλάει ο γερο-Τολστόι, προς το παρόν είναι απλώς ένα χαμένο στοίχημα για την ανθρωπότητα, μάλλον το μεγαλύτερο χαμένο στοίχημα. Αγάπα τον διπλανό σου όπως τον εαυτό σου. Λόγια που αν τα ακούσουμε πραγματικά, ξεπλένοντας τ’ αυτιά μας -που σε ορισμένα πράγματα, επειδή είναι κακοποιημένα παιδιόθεν, κλείνουν ερμητικά]- είναι μάλλον ό,τι πιο ανατρεπτικό έχει ποτέ ειπωθεί, με την έννοια ότι αυτή η απόσταση που μοιάζει να είναι μιας σπιθαμής, είναι μάλλον μεγάλη σαν από ’δώ μέχρι τον ουρανό… και ακούστε τώρα, παραμονές καινούριου χρόνου, τι μου συνέβηκε όχι στη μακρινή Ρωσία του Τολστόι, αλλά εδώ, εδώ, στην κακοπαθημένη μας Ασκληπιού, και δεν είναι παραμύθι, αλλά αλήθεια, και αυτή διαλέγω για να τελειώσω το κείμενό μου αυτό: Μηχανάκι χαλασμένο, μακριά απ’ το σπίτι, μπροστά ανηφόρα, αδύνατον να το γυρίσεις πίσω στο γκαράζ. Ψιλοβρέχει. Ρωτάς έναν περαστικό «μήπως μπορείτε να ρίξετε μια γκαζιά με το πεντάλ, δεν έχω δύναμη στα πόδια… Ο πρώτος κάνει τον κουφό, ο δεύτερος μάλλον είναι στ’ αλήθεια κουφός, ο τρίτος δέησε αλλά εις μάτην. Συνεργεία τώρα. Τηλέφωνα: Ο πρώτος μου λέει να φωνάξω γερανό να του το πάω, 35 ευρώ, τί να σας κάνω… Ο δεύτερος δεν επιδιορθώνει τέτοια μηχανάκια… Απογοητευμένη αποφασίζω να το αφήσω στην τύχη του ώσπου κάποιος περαστικός μου λέει “έχει κι ένα εδώ στη Λασκάρεως, δεν δοκιμάζετε;». Σούρνομαι ως εκεί, βγαίνει ένας συμπαθέστατος άνθρωπος «Με συγχωρείτε. Έχει μείνει το μηχανάκι μου εκεί ψηλά, στην Ασκληπιού και….» με διακόπτει. «Ε, καλά, άσε το κλειδί, θα το φέρω, θα το φτιάξω και πάρε με σε μία ώρα. Ναι, το ’φτιαξε. Ναι, δεν μου πήρε λεφτά. Του πήγα δύο σπιτικές μαρμελάδες που είχα σπίτι και τον κάλεσα στο θέατρο. Ήρθε την άλλη μέρα, με τη γυναίκα του και μια ανθοδέσμη. Απλά, πολύ απλά πράγματα. Ναι, κάτι μέρες, κάτι στιγμές, υπάρχουν κι αυτά. Ευτυχώς.

Ο ΡΟΥΣΣΩ ΚΑΙ ΤΟΛΣΤΟΙ ΚΑΙ Η ΑΠΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ. ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΑΧΡΙΔΟΣ.



Το άλλο είδος απαισιοδοξίας της νεολαίας αφορά την ανθρώπινη ζωή. Αυτό το δεύτερο είδος απαισιοδοξίας χτίζεται εξαιτίας του παρελθόντος ή εξαιτίας του παρόντος ή εξαιτίας του μέλλοντος και άφορα μία προσωπικότητα ή ένα λαό ή ολόκληρη την ανθρωπότητα. Ό Ρουσσώ ήταν πολύ αισιόδοξος, όσον άφορα τη φύση, αλλά δεν ήταν αισιόδοξος όσον άφορα τον άνθρωπο. Όταν προσπαθούσε να εκτιμήσει την αξία ταυ άνθρωπου στην ιστορία και την κοινωνία, ήταν πολύ απαισιόδοξος. Θεωρούσε πώς ό άνθρωπος «έπεσε», μόλις απομακρύνθηκε από τη φύση, πώς ό άνθρωπος απομακρύνθηκε από τη φύση, μόλις ξεκίνησε να ζει σε οργανωμένη κοινωνία. Όλα ήταν καλά όσο ό άνθρωπος ζούσε χωρίς την κοινωνία και χωρίς τον πολιτισμό. Σύμφωνα με τον Ρουσσώ, όλα άλλαξαν και φθάρθηκαν, από τότε πού οι άνθρωποι εντάχθηκαν στην κοινωνία και καλλιεργήθηκαν, εκπολιτίστηκαν. Σύμφωνα με όλα αυτά, το παρελθόν και το παρόν είναι λανθασμένο, όλοι οι ανθρώπινοι θεσμοί θεμελιώθηκαν στην αδικία, ολόκληρη ή τέχνη στηρίχθηκε στο ψέμα και όλη ή νομοθεσία βασίστηκε στη δύναμη. 


«Όλα είναι καλά τη στιγμή πού βγαίνουν από τα χέρια του Δημιουργού και όλα καταστρέφονται στα ανθρώπινα χέρια». Με αυτά τα λόγια αρχίζει το φημισμένο του έργο «Έμίλ». Σ' ένα άλλο έργο του γράφει ό Ρουσσώ: «ό άνθρωπος γεννιέται ελεύθερος, στη συνέχεια όμως ζει αλυσοδεμένος».


Άλλος ένας μεγάλος απαισιόδοξος ήταν ό Λέων Τολστόι: «Οι άνθρωποι είναι δυστυχισμένοι από τότε πού εγκατέλειψαν την απλότητα της ζωής και οι ανάγκες τους έγιναν περίπλοκες». Όταν κάποιος πιστεύει στο Θεό, θυσιάζει τη ζωή του για τούς άλλους ανθρώπους και καλλιεργεί τη γη, μπορεί να γίνει ευτυχισμένος. Οι μορφωμένοι άνθρωποι και στο παρελθόν και στο παρόν είναι για λύπηση, επειδή στεναχωριούνται για ασήμαντα πράγματα. Αυτά πιστεύει ό Λέων Τολστόι.



Ό Τολστόι βλέπει με απαισιόδοξο τρόπο την ιστορία του άνθρωπου και την εξέλιξη του άνθρωπου ιστορικά, όταν αυτή σημαίνει απομάκρυνση από την απλή αγροτική ζωή. Όλος ό πολιτισμένος κόσμος, πιστεύει, κατευθύνθηκε σ' ένα δρόμο πού τον οδηγεί στην καταστροφή. Ό πολιτισμός οδήγησε τη Δύση στην πνευματική φτώχεια, οδήγησε την Αμερική στην υπηρεσία του Μαμωνά και οδηγεί τη Ρωσία στη δυστυχία. Ποιά ή λύση; Ό Τολστόι λέει: Μια και απλή είναι ή λύση να ζούμε την ήρεμη, αγροτική ζωή, αντέχοντας τον εξαναγκασμό πού μας γίνεται, μη απαντώντας βίαια και μη συμμετέχοντας σε βίαια γεγονότα'.


Για τον Ρουσσώ και τον Τολστόι ούτε ή Έλεν Κέλερ, ούτε κανείς άλλος θα μπορούσε να πει, πώς είναι εχθροί της ανθρωπότητας, παρόλο πού είναι απαισιόδοξοι, επειδή ή απαισιοδοξία τους δεν οδηγεί στην απελπισία και στο θάνατο, όπως ή απαισιοδοξία ή Ινδική και του Σοπενχάουερ. Ό Ρουσσώ και ό Τολστόι ως ένα σημείο είναι αισιόδοξοι, γιατί πίστευαν στην θεϊκή πρόνοια και στην αθανασία της ψυχής. Και τα δύο, ή πίστη στη θεϊκή πρόνοια και στην αθανασία της ψυχής, δεν μπορούν να φέρουν τον άνθρωπο μέχρι την απελπισία, ούτε στην πιο μαύρη νύχτα, ούτε στον χειρότερο πόνο. Ή πίστη τους στην πρόνοια του Θεού, βρίσκεται σε μεγάλη αντίφαση με την απαισιοδοξία τους ως προς την ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού. 


Γιατί, αν ή πρόνοια του Θεού φαίνεται παντού στη φύση, γιατί να μην υπάρχει στην ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού; Ακόμη, αν ή θεϊκή πρόνοια υπάρχει, τότε γιατί ή ανθρώπινη ιστορία να βρίσκεται σε τόσο λανθασμένο δρόμο και να οδηγεί τούς ανθρώπους στην καταστροφή και στην άβυσσο;

Γιατί σ' όλη τη φύση να υπάρχει το Πνεύμα του Θεού και να επικρατεί μία τάξη, ενώ ή ζωή και ή εργασία δισεκατομμυρίων ανθρώπων πού έζησαν και ζουν στον πλανήτη γη, να είναι ένα απερίγραπτο χάος;

Επομένως, είτε δεν υπάρχει πρόνοια, είτε ή ανθρωπότητα δεν έχασε το δρόμο της, όταν πήρε το δρόμο του πολιτισμού. Όμως παρόλη την ανυποχώρητη πίστη του Ρουσσώ και του Τολστόι, υπάρχει πρόνοια του Θεού και άρα ή ανθρωπότητα δεν έχασε το δρόμο της. Αρά ό πολιτισμός είναι απαραίτητος. Ό Θεός δεν δημιούργησε τούς ανθρώπους, θέλοντας να ζήσουν όλη τη ζωή τους σε μια πρωτόγονη απλότητα και μονοτονία. Δεν δημιούργησε τούς ανθρώπους, να ζήσουν αποκλειστικά ως βοσκοί και αγρότες, αλλά να εξελίσσονται, να αναπτύσσονται και να τελειοποιούνται.


Ό πολιτισμός τελικά προκαλεί φθορά; Θα μπορούσε κάποιος να αναρωτηθεί. Ναι, ό πολιτισμός προκαλεί φθορά και μάλιστα μεγάλη, αλλά φέρνει και μεγάλη χαρά: Τη χαρά της ανακάλυψη τη Χαρά της δημιουργίας, τη χαρά του αγώνα, τη χαρά της δημιουργίας νέων μορφών ζωής και νέων συνδυασμών των δυνάμεων.


Νομίζω πώς ό Ρουσσώ και ό Τολστόι παρασύρθηκαν υπερβολικά από την ομορφιά και την «ποίηση» της λογοτεχνίας τους αλλά ούτε ό ένας ούτε ό άλλος δεν εκτίμησαν την πραγματικότητα της ζωής. Γιατί είναι καλύτεροι οι βοσκοί των προβάτων και οι γιδοβοσκοί, από την Έλεν Κέλερ και τον Εμερσον; Ούτε είναι καλύτεροι, ούτε πιο ευτυχισμένοι. Τί είναι καλύτερο; Μια κολόνα από μία λαξεμένη πέτρα ή ένα λαξεμένο, καλλιτεχνημένο, πέτρινο άγαλμα; Επιλέγω, προσωπικά το καλλιτεχνημένο άγαλμα! Υποστηρίζω τον πολιτισμό με τον Θεό. Εσείς επιλέξτε.



Τον Τολστόι και τον Ρουσσώ ό πολιτισμός τούς εξύψωσε, παρόλο πού διακήρυξαν τη ζωή μέσα στη φύση και στους αγρούς. Ό Τολστόι όμως μέχρι το τέλος της ζωής του, έγραφε βιβλία και δεν όργωνε, ό Ρουσσώ μέχρι το τέλος της ζωής του, επισκεπτόταν την καλοκαιρινή του κατοικία και τα σαλόνια του αριστοκρατικού κόσμου και δεν πήγαινε να βόσκει τα κοπάδια στις Άλπεις και στα Πυρηναία. Σύμφωνα και με τούς δύο, ή επιστροφή της ανθρωπότητας στο δρόμο του πολιτισμού ήταν αδύνατη. Γι' αυτό το λόγο ή ανθρωπότητα άκουσε προσεκτικά και τον Ρουσσώ και τον Τολστόι, αλλά συνέχισε το δρόμο της. Ό δρόμος πού ακολούθησε, είναι ό δρόμος του πολιτισμού με το Θεό και φώναξε: «Πρέπει να πάρω αυτό το δρόμο».


Εάν ακόμη δεν έχετε πεισθεί, για την απαισιοδοξία αυτών των παράξενων ανθρώπων, τότε σάς παρακαλώ, να φανταστείτε μπροστά σας τον κόμη Τολστόι και τον Ρουσσώ και δίπλα τους δύο άγαρμπους, απολίτιστους ανθρώπους, από κάποια άγρια βουνά. Βάλτε τον Τολστόι και τον Ρουσσώ στα δεξιά και βάλτε τούς δύο απολίτιστους τσομπάνηδες στην αριστερά πλευρά. Κοιτάξτε τους καλά και αποφασίστε τί είναι καλύτερο: πρωτογονισμός ή πολιτισμός; Εάν θα βρείτε πώς αξίζουν δύο πρωτόγονοι βοσκοί περισσότερο από τον Ρουσσώ και τον Τολστόι, τότε πράγματι όλη ή ιστορία της ανθρωπότητας είναι μία τραγική πλάνη. "ν όμως βρείτε πώς ό Τολστόι και ό Ρουσσώ αξίζουν περισσότερο, τότε ας μάθετε πώς ή απαισιοδοξία τους ήταν αβάσιμη, αστήρικτη. Όσον αφορά εμένα, εγώ προσωπικά προτιμώ τον Τολστόι και τον Ρουσσώ.


ΟΜΙΛΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ

"Ο Αλιόσα το Τσουκάλι" Λέων Τολστόι





 
 

Ο ΑΛΙΟΣΑ ΤΟ ΤΣΟΥΚΑΛΙ
Λέων Τολστόι
Ο ΑΛΙΟΣΑ ήταν ο μικρότερος αδερφός. Τον φώναζαν Τσουκάλι, γιατί η μάνα του τον έστειλε κάποτε να πάει ένα τσουκάλι γάλα στη γυναίκα του διάκου κι αυτός σκόνταψε κι έσπασε το τσουκάλι. Η μάνα του τον έδειρε και τα παιδιά άρχισαν να τον πειράζουν «Τσουκάλι». Του 'μεινε από τότε το παρατσούκλι «ο Αλιόσα το Τσουκάλι».
Ο Αλιόσα ήταν αχαμνός, ξερακιανός, αυτιάς, τ' αυτιά του πετούσαν σαν φτερούγες κι η μύτη του ήταν μεγάλη. Τα παιδιά τον κορόιδευαν: «Του Αλιόσα η μύτη ξεχωρίζει σαν την καλαμιά στον κάμπο». Το χωριό είχε σχολείο, όμως ο Αλιόσα δεν έπαιρνε τα γράμματα και δεν είχε και χρόνο για μαθήματα. Ο μεγάλος του αδερφός έμενε και δούλευε σ' έναν έμπορο στην πόλη κι ο Αλιόσα από πολύ μικρός άρχισε να βοηθά τον πατέρα του. Ήταν έξι χρονών και με την αδερφούλα του έβγαζε στη βοσκή τα πρόβατα και την αγελάδα κι ήταν ακόμη αγοράκι, όταν άρχισε να φυλάγει τ' άλογα μέρα και νύχτα. Από δώδεκα χρονών, όργωνε και κουβαλούσε πράγματα με το κάρο. Δεν ήταν δυνατός, ήταν όμως επιδέξιος. Πάντα ήταν εύθυμος. Τα παιδιά γελούσαν μαζί του κι αυτός πότε γελούσε, πότε σώπαινε. Όταν ο πατέρας του τον μάλωνε, αυτός σώπαινε κι άκουγε. Κι όταν τελείωνε το μάλωμα, χαμογελούσε και ξανάπιανε τη δουλειά που 'χε μόλις αφήσει.

Ο Αλιόσα ήταν δεκαεννέα χρονών όταν πήραν στρατιώτη τον αδερφό του. Κι ο πατέρας του τον έβαλε να δουλέψει στη θέση του αδερφού του, εργάτης στον έμπορο. Δώσανε στον Αλιόσα τις παλιές μπότες του αδερφού του, το καπέλο και το πανωφόρι του πατέρα και τον πήγανε στην πόλη. Ο Αλιόσα δε μπορούσε να μη χαίρεται με τα ρούχα αυτά, μα ο έμπορος δυσαρεστήθηκε από την εμφάνιση του Αλιόσα.
- Νόμισα πως θα μου 'στελνες κανονικό άνθρωπο στη θέση του Συμεών, είπε ο έμπορος κοιτάζοντας τον Αλιόσα από πάνω ως κάτω - κι εσύ μου φέρνεις εδώ ένα μυξιάρικο. Τι μπορεί να κάνει τούτος εδώ;
- Τα πάντα μπορεί. Και να ζεύει και να τρέχει εδώ κι εκεί και δουλεύει σα σκυλί˙ μόνο στην όψη μοιάζει με καλάμι, στην πραγματικότητα είναι όλος νεύρο.
- Μου φαίνεται πως αυτό θα το δω μόνος μου.
- Και το σπουδαίο είναι πως δεν αντιμιλάει. Δουλεύει με ζήλο.
- Τι να σε κάνω... Άφησέ τον.
Κι ο Αλιόσα άρχισε να μένει στον έμπορο. Η οικογένεια του εμπόρου δεν ήταν μεγάλη: η νοικοκυρά, η γριά μάνα του, ο μεγάλος γιος, παντρεμένος, με στοιχειώδη μόρφωση, ήταν στη δουλειά μαζί με τον πατέρα του κι ο άλλος γιος, μορφωμένος, τελείωσε το Γυμνάσιο και πήγε στο Πανεπιστήμιο, μα τον έδιωξαν από κει και καθόταν στο σπίτι˙ κι ακόμα ήταν κι η κόρη, κοπελίτσα του Γυμνασίου.
Στην αρχή ο Αλιόσα δεν τους άρεσε. Παραήταν χωριάτης και άσχημα ντυμένος και τρόπους δεν είχε, μιλούσε σ' όλους στον ενικό. Μα σύντομα τον συνήθισαν. Τους υπηρετούσε καλύτερα κι απ' τον αδερφό του, δεν αντιμιλούσε ποτέ, τον έστελναν σ' όλες τις δουλειές και τα 'κανε όλα πρόθυμα και γρήγορα, χωρίς να σταματά από τη μια δουλειά στην άλλη. Κι όπως στο σπίτι του, έτσι και στου εμπόρου, όλες οι δουλειές είχαν πέσει στον Αλιόσα. Όσο πιο πολλά έκανε, τόσο περισσότερα του φόρτωναν. Η νοικοκυρά, η μάνα του αφεντικού, η κόρη του αφεντικού, ο γιος του αφεντικού, ο επιστάτης, η μαγείρισσα τον έστελναν μια εδώ και μια εκεί και τον έβαζαν να κάνει μια το ένα, μια το άλλο. Άκουγες μόνο:«Τρέχα αδερφέ» ή «Αλιόσα, κανόνισε αυτό. - Τι έγινε, Αλιόσα, ξέχασες μήπως; Κοίτα μην ξεχάσεις, Αλιόσα». Κι ο Αλιόσα όλο έτρεχε, κανόνιζε, κοίταζε και δεν ξεχνούσε κι όλα τα προλάβαινε κι όλο χαμογελούσε.
Τις μπότες του αδερφού του γρήγορα τις χάλασε και το αφεντικό, τού τα 'ψάλε που γυρνούσε με τρύπιες μπότες και τα δάχτυλα έξω και τον πήγε στο παζάρι και τον έβαλε ν' αγοράσει καινούριες μπότες. Οι μπότες ήταν καινούριες κι ο Αλιόσα τις χαιρόταν, όμως τα πόδια του ήταν τα παλιά και το βράδυ τον πονούσαν απ' το τρέξιμο και θύμωσε με τις μπότες. Ο Αλιόσα φοβόταν μήπως ο πατέρας του θύμωνε όταν έρθει να πάρει τα λεφτά, επειδή ο έμπορος έκοψε απ' το μισθό του για να πληρώσει τις μπότες. Τον χειμώνα ο Αλιόσα σηκωνόταν προτού φέξει, έκοβε τα κούτσουρα, μετά σκούπιζε την αυλή, τάιζε την αγελάδα, τα άλογα, τα πότιζε. Μετά άναβε τη φωτιά, καθάριζε τις μπότες, τα ρούχα των αφεντικών, άναβε τα σαμοβάρια, τα καθάριζε, μετά τον φώναζε ο επιστάτης για να βγάλει το εμπόρευμα, είτε η μαγείρισσα τον έβαζε να ζυμώσει ή να πλύνει τις κατσαρόλες.
Μετά τον έστελναν στην πόλη για να πάει ένα σημείωμα σε κάποιον ή για να πάει την κόρη του αφεντικού στο Γυμνάσιο ή για ν' αγοράσει καντηλόλαδο για τη γριά.
«Πού χάνεσαι, ανάθεμά σε», του 'λεγαν πότε ο ένας, πότε ο άλλος. «Γιατί να πάτε οι ίδιοι, θα τρέξει ο Αλιόσα. Αλιόσκα! Ε, Αλιόσκα!» και ο Αλιόσα έτρεχε. Έτρωγε πρωινό στο πόδι και σπάνια προλάβαινε να δειπνήσει με τους άλλους. Η μαγείρισσα τον έβριζε που έτρεχε παντού, όμως τον λυπόταν κιόλας και του άφηνε ζεστό φαγητό το μεσημέρι και το βράδυ. Ιδιαίτερα πολλή δουλειά έπεφτε κοντά στις γιορτές και μέσα στις γιορτές. Ο Αλιόσα χαιρόταν με τις γιορτές πολύ γιατί του δίνανε χαρτζιλίκι, αν και λίγο –είχε μαζέψει 60 καπίκια-, όμως παρ' όλα αυτά ήταν τα δικά του χρήματα και μπορούσε να τα ξοδέψει όπως ήθελε. Το μισθό του δεν τον έβλεπε στα μάτια του. Ο πατέρας ερχόταν, έπαιρνε απ' τον έμπορο τα χρήματα και μόνο γκρίνιαζε στον Αλιόσα για το πόσο γρήγορα χαλά τις μπότες του. Όταν μάζεψε δυο ρούβλια από τα λεφτά αυτά του χαρτζιλικιού, αγόρασε όπως τον είχε συμβουλέψει η μαγείρισσα, μια κόκκινη πλεχτή ζακέτα κι όταν τη φόρεσε δεν μπορούσε να πάψει να χαμογελά από ικανοποίηση. Ο Αλιόσα μιλούσε λίγο και πάντα κοφτά και απότομα κι όταν του 'διναν εντολή να κάνει κάτι ή τον ρωτούσαν αν μπορεί να κάνει το ένα ή το άλλο, τότε πάντα και χωρίς κανένα δισταγμό έλεγε:
- «Όλα μπορούν να γίνουν» -. Και τα έκανε στη στιγμή.
Προσευχές δεν ήξερε καθόλου. Αυτές που του 'χε διδάξει η μάνα του τις είχε όλες ξεχάσει, μα παρ' όλα αυτά προσευχόταν πρωί βράδυ, προσευχόταν με τα χέρια, έκανε το σταυρό του. Έτσι έζησε ο Αλιόσα ενάμιση χρόνο και ξαφνικά, το δεύτερο μισό του δεύτερου χρόνου, του συνέβη το πιο ασυνήθιστο γεγονός της ζωής του. Το γεγονός συνίσταται στο ότι με μεγάλη του έκπληξη έμαθε ότι εκτός από τις σχέσεις που προκύπτουν μεταξύ των ανθρώπων λόγω ανάγκης, υπάρχουν και άλλες σχέσεις, εντελώς ιδιαίτερες: που δε χρειάζεται να καθαρίσεις τις μπότες κάποιου ή να κουβαλήσεις δέματα ή να ζέψεις τ' άλογο, αλλά σχέσεις τέτοιες που παρόλο που δεν έχεις την ανάγκη του άλλου ανθρώπου, χρειάζεται να τον υπηρετείς, να τον χαϊδεύεις και ότι ο ίδιος ο Αλιόσα είναι ένας τέτοιος άνθρωπος. Αυτό το έμαθε από τη μαγείρισσα την Ουστίνια. Η Ουστίνια ήταν ορφανή, νέα και δούλευε σαν κι αυτόν. Άρχισε
να λυπάται τον Αλιόσα κι ο Αλιόσα αισθάνθηκε για πρώτη φορά, πως κάποιος άνθρωπος έχει την ανάγκη αυτού του ίδιου και όχι της υπηρεσίας που προσφέρει.
Όταν τον λυπόταν η μάνα του δεν το παρατηρούσε, του φαινόταν πως έτσι έπρεπε να 'ναι, πως είναι σαν να λυπάται ο ίδιος τον εαυτό του. Είδε όμως τώρα ξαφνικά πως η Ουστίνια, που είναι μια τελείως ξένη, τον λυπάται και του αφήνει στο τσουκάλι χυλό με βούτυρο κι όταν αυτός το τρώει, εκείνη, στηρίζοντας το πιγούνι της με το ξεμανίκωτο χέρι της, κάθεται και τον κοιτάει. Κι όταν αυτός σηκώσει το βλέμμα προς το μέρος της, εκείνη γελάει και γελάει κι αυτός. Αυτό ήταν κάτι τόσο καινούριο και παράξενο, που ο Αλιόσα στην αρχή τρόμαξε. Ένιωσε πως αυτό τον εμποδίζει να υπηρετεί όπως υπηρετούσε. Όμως παρ' όλα αυτά, ήταν χαρούμενος κι όταν κοιτούσε το παντελόνι του, που του το 'χε καρικώσει εκείνη, κουνούσε το κεφάλι και χαμογελούσε. Συχνά την ώρα της δουλειάς ή στο δρόμο, θυμόταν την Ουστίνια κι έλεγε: «Αχ, ναι Ουστίνια!»
Η Ουστίνια τον βοηθούσε όπου μπορούσε κι αυτός βοηθούσε εκείνην. Του διηγιόταν τη μοίρα της, πώς έμεινε ορφανή, πώς την πήρε η θεία της, πώς την έδωσαν στην πόλη, πώς ο γιος του εμπόρου είχε προσπαθήσει να την πείσει για κάτι ανοησίες και πώς αυτή τον έβαλε στη θέση του. Της άρεσε να διηγείται κι αυτός ευχαριστιόταν που την άκουγε. Είχε πάρει τ' αυτί του ότι στις πόλεις συχνά συμβαίνει κάποιοι χωρικοί που δουλεύουν εργάτες, να παντρεύονται μαγείρισσες. Μια φορά τον είχε ρωτήσει, αν σκοπεύουν να τον παντρέψουν γρήγορα. Απάντησε πως δεν ξέρει και πως δε θέλει να παντρευτεί στο χωριό.
- Έχεις βάλει στο μάτι καμιά; - τον ρώτησε εκείνη.
- Εσένα θα σε παντρευόμουν. Δέχεσαι;
- Για δες το τσουκάλι πώς τα καταφέρνει ν' απαντάει, είπε εκείνη και του 'δωσε ένα χτύπημα στην πλάτη. Γιατί να μη δέχομαι;
Τις απόκριες ο γέρος ήρθε στην πόλη για τα λεφτά. Η γυναίκα του εμπόρου είχε μάθει πως ο Αλιόσα σκέφτεται να παντρευτεί την Ουστίνια κι αυτό δεν της άρεσε, «θα μείνει έγκυος και τι θα την κάνουμε με το μωρό». Το 'πε στον άντρα της. Το αφεντικό έδωσε τα χρήματα στον πατέρα του Αλιόσα.
- Τι νέα; Καλά τα πάει ο δικός μου; ρώτησε ο χωρικός. Σου το 'πα πως δεν αντιμιλάει.
- Δεν αντιμιλάει, μα σκέφτεται ανοησίες. Σκέφτεται να παντρευτεί τη μαγείρισσα. Κι εγώ δε σκοπεύω να κρατήσω παντρεμένους. Δε μας βολεύει.
- Χαζός είναι, χαζός, τι του πέρασε απ' το μυαλό.., είπε ο πατέρας. Μη σε νοιάζει, θα του πω να τ' αφήσει αυτά.
Πήγε στην κουζίνα ο πατέρας και κάθισε στο τραπέζι να περιμένει τον γιο του. Ο Αλιόσα έτρεχε έξω για θελήματα και γύρισε λαχανιασμένος.
- Εγώ νόμισα πως ξέρεις το δρόμο σου κι εσένα τι σου πέρασε απ' το μυαλό; είπε ο πατέρας.
- Εμένα, τίποτα.
- Πώς τίποτα. Θέλησες να παντρευτείς. Θα σε παντρέψω όποτε θα 'ναι καιρός, θα σε παντρέψω μ' αυτήν που πρέπει κι όχι με μια πόρνη από την πόλη. Ο πατέρας είπε πολλά. Ο Αλιόσα στεκόταν και κοντανάσαινε. Όταν ο πατέρας τελείωσε, ο Αλιόσα χαμογέλασε.
- Και τι έγινε λοιπόν, δε θα το συνεχίσω.
- Έτσι μπράβο.
Όταν ο πατέρας έφυγε κι έμεινε μόνος του με την Ουστίνια (εκείνη στεκόταν πίσω απ' την πόρτα κι άκουγε τι έλεγε ο πατέρας στο γιο του) της είπε:
-Η δουλειά μας δεν προχωράει, δε θα γίνει. Άκουσες; Έγινε έξω φρενών, δε μ' αφήνει. Εκείνη άρχισε να κλαίει πάνω στην ποδιά της, χωρίς να μιλάει. Ο Αλιόσα έκανε τς τς τς.
- Πώς να μην υπακούσω; Είναι φανερό πως πρέπει να τ' αφήσουμε.
Το βράδυ, όταν η γυναίκα του εμπόρου τον φώναξε να κλείσει τα παντζούρια, του είπε:
- Τι έγινε, άκουσες τον πατέρα σου ναφήσεις τις ανοησίες;
- Φαίνεται πως τις άφησα, είπε ο Αλιόσα, γέλασε κι ύστερα έβαλε τα κλάματα.
Από τότε ο Αλιόσα δεν ξαναμίλησε στην Ουστίνια για γάμο και ζούσε όπως πριν. Τη Σαρακοστή ο επιστάτης τον έβαλε να καθαρίσει τη σκεπή από τα χιόνια. Αυτός σκαρφάλωσε στη σκεπή, την καθάρισε κι άρχισε μετά να σπάζει τον πάγο από τα λούκια. Τα πόδια του όμως γλίστρησαν κι έπεσε με το φτυάρι. Αλλά για κακή του τύχη δεν έπεσε στο χιόνι, μα στη σιδερένια οροφή της εξώπορτας. Η Ουστίνια κι η κόρη του εμπόρου έτρεξαν κοντά του.
- Χτύπησες, Αλιόσα;
- Ε, χτύπησα, εντάξει.
Θέλησε να σηκωθεί, μα δεν μπόρεσε κι άρχισε να χαμογελάει. Τον κουβάλησαν στο σπίτι του φύλακα. Ήρθε ο βοηθός του γιατρού, τον εξέτασε και τον ρώτησε πού πονάει.
- Παντού πονάει, αλλά εντάξει. Μόνο μη θυμώσει ο νοικοκύρης. Πρέπει να το μάθει ο μπαμπάς μου.
Έμεινε ξαπλωμένος δυο εικοσιτετράωρα ο Αλιόσα και την τρίτη μέρα φώναξαν τον παπά.
- Τι έγινε, δεν πιστεύω να σκοπεύεις να πεθάνεις; ρώτησε η Ουστίνια.
- Και τι έγινε; Έτσι κι αλλιώς, μήπως θα ζήσουμε; Αργά ή γρήγορα θα γίνει, είπε ο Αλιόσα μιλώντας γρήγορα, όπως πάντα. Σ' ευχαριστώ, Ουστιούσα, που με λυπόσουν. Να λοιπόν που ήταν καλύτερα που δε μας άφησαν να παντρευτούμε τελικά, γιατί δε θα οδηγούσε πουθενά. Τώρα όλα πήγαν καλά.
Προσευχήθηκε μαζί με τον παπά, όμως μόνο με τα χέρια και την καρδιά. Στην καρδιά του πίστευε, ότι όπως είναι εδώ καλά όταν υπακούς και δεν πληγώνεις κανέναν, έτσι θα 'ναι κι εκεί καλά. Μιλούσε λίγο. Ζητούσε μόνο να πιει νερό κι έδειχνε να ξαφνιάζεται με κάτι. Ξαφνιάστηκε με κάτι, τεντώθηκε και πέθανε.
Τέλος.


O ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ Λ. ΤΟΛΣΤΟΪ

alt

(Μια ματιά στο διήγημά του :  Ο θάνατος του Ιβάν Ιλιτς)
    Ο Λ. Τολστόϊ ζούσε με πολύ ένταση το φόβο του θανάτου και αυτό έχει να κάνει με τα πρώϊμα τραυματικά βιώματά του. Πολύ μικρός είχε βγάλει «κραυγή τρόμου» όταν αντίκρυσε στο φέρετρο την αγαπημένη του μητέρα. Στη συνέχεια ο θάνατος του πατέρα του όταν ήταν μόλις εννέα ετών και οι απώλειες άλλων αγαπημένων προσώπων, όπως της νταντάς του, του θείου του, αλλά και δύο παιδιών του αργότερα, τον έκανε να στέκεται με φρίκη και αγωνία απέναντι στα μεγάλα ερωτήματα της ζωής και του θανάτου. Η σκέψη του πάνω στο θάνατο βλέπουμε να παίρνει διαστάσεις υπαρξιακές και να συνάδει με την Υπαρξιακή θεώρηση του θανάτου, ως πλήρη εκμηδενισμό της ύπαρξης. Τη βαθειά αυτή αίσθηση του θανάτου ως προσωπικού γεγονότος,  ο Λ. Τολστόϊ την ξεχωρίζει από το θάνατο στη γενική και αφηρημένη του μορφή. Τη διάκριση αυτή μεταξύ του θανάτου, στη γενική του μορφή που αφορά γενικά όλους τους ανθρώπους και στην ειδική που αφορά τον συγκεκριμένο άνθρωπο, κάνει ο Λ. Τολστόϊ στο βιβλίο του : «Ο θάνατος του Ιβάν Ιλιτς».

Oι τρεις ερωτήσεις - Τολστόι

Απόσπασμα από τη μικρή διήγηση του Τολστόι:''Τα τρία ερωτήματα''



Λέων Τολστόι
Νὰ θυμᾶσαι λοιπόν: Ὑπάρχει μόνο μία στιγμὴ ποὺ εἶναι ἡ πιὸ σπουδαία, τὸ παρόν. Εἶναι ἡ πιὸ σπουδαία στιγμή, γιατὶ εἶναι ἡ μόνη πάνω στὴν ὁποία ἔχεις κάποια δύναμη. Ὁ πιὸ ἀναγκαῖος ἄνθρωπος εἶναι αὐτὸς μαζὶ μὲ τὸν ὁποῖο βρίσκεσαι, γιατὶ κανένας ἄνθρωπος δὲν ξέρει ἂν θὰ ἔχει ποτὲ πάρε-δῶσε μὲ κάποιον ἄλλο. Καὶ τὸ πιὸ σπουδαῖο πράγμα εἶναι νὰ τοῦ κάνεις καλό, γιατὶ μόνο γι᾿ αὐτὸ τὸ σκοπὸ ἔχεις ἔλθει σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο!».

Λέων Τολστόι-Τα τρία ερωτήματα

Μία φορὰ καὶ ἕναν καιρό, ἕνας βασιλιὰς σκέφτηκε ὅτι ἂν ἤξερε πάντοτε τὴν κατάλληλη στιγμὴ γιὰ ν᾿ ἀρχίζει κάτι, ἂν ἤξερε ποιοὶ εἶναι οἱ κατάλληλοι ἄνθρωποι γιὰ ν᾿ ἀκούει καὶ ποιοὶ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ θάπρεπε ν᾿ ἀποφεύγει καὶ πάνω ἀπὸ ὅλα ἂν ἤξερε πάντοτε ποιὸ εἶναι τὸ σημαντικότερο πράγμα νὰ κάνει, δὲ θὰ ἀποτύχαινε σὲ ὅ,τι ἐπιχειροῦσε.
Καὶ ὅταν τοῦ ἦρθε αὐτὴ ἡ σκέψη, φρόντισε νὰ διακηρυχθεῖ σὲ ὁλόκληρο τὸ βασίλειό του ὅτι θὰ ἔδινε σπουδαία ἀμοιβὴ σ᾿ ἐκεῖνον ποὺ θὰ τοῦ μάθαινε ποιὰ εἶναι ἡ κατάλληλη στιγμὴ γιὰ κάθε ἐνέργεια, ποιοὶ εἶναι οἱ πιὸ ἀναγκαῖοι ἄνθρωποι καὶ πὼς θὰ μποροῦσε νὰ ξέρει ποιὸ εἶναι τὸ πιὸ σπουδαῖο πράγμα νὰ κάνει.
Καὶ ἦλθαν σοφοὶ ἄνθρωποι στὸ βασιλιά, ἀλλὰ ὅλοι ἔδωσαν διαφορετικὲς ἀπαντήσεις στὰ ἐρωτήματα.
Σ᾿ ἀπάντηση τοῦ πρώτου ἐρωτήματος, μερικοὶ εἶπαν ὅτι γιὰ νὰ ξέρει κανεὶς τὴν κατάλληλη στιγμὴ γιὰ κάθε ἐνέργεια, πρέπει νὰ φτιάξει προκαταβολικὰ ἕνα πρόγραμμα ἡμερῶν, μηνῶν καὶ ἐτῶν καὶ νὰ τὸ ἀκολουθήσει πιστά. Μόνον ἔτσι, εἶπαν αὐτοί, θὰ μποροῦσε νὰ γίνει τὸ κάθε τί στὴν κατάλληλη στιγμή. Ἄλλοι δήλωσαν ὅτι θὰ ἦταν ἀδύνατο ν᾿ ἀποφασίσει κανεὶς ἐκ τῶν προτέρω τὴν κατάλληλη στιγμὴ γιὰ κάθε ἐνέργεια, ἀλλὰ ἂν δὲν ἀφήσει τὸν ἑαυτό του νὰ ἀπορροφηθεῖ σὲ μάταιες ἐνασχολήσεις, θὰ μποροῦσε πάντοτε νὰ προσέχει τί συμβαίνει καὶ τότε νὰ κάνει ὅ,τι θὰ ἦταν ἀναγκαῖο. Ἄλλοι πάλι εἶπαν, ὅτι ὅσο κι ἂν πρόσεχε ὁ βασιλιὰς ὅ,τι συνέβαινε, θὰ ἦταν ἀδύνατο σὲ ἕναν ἄνθρωπο νὰ ἀποφασίζει σωστὰ ποιὰ εἶναι ἡ κατάλληλη στιγμὴ γιὰ κάθε ἐνέργεια, γὶ΄ αὐτὸ θάπρεπε νὰ ἔχει ἕνα συμβούλιο ἀπὸ σοφοὺς ἀνθρώπους, ποὺ θὰ τὸν βοηθοῦσαν νὰ καθορίσει τὴν κατάλληλη στιγμὴ γιὰ κάθε τί.
Ἀλλὰ πάλι, ἄλλοι τοῦ εἶπαν ὅτι ὑπάρχουν ὁρισμένα πράγματα ποὺ δὲ θὰ μποροῦσαν νὰ περιμένουν νὰ ἐξεταστοῦν ἀπὸ ἕνα συμβούλιο καὶ γιὰ τὰ ὁποῖα πρέπει κανεὶς νὰ ἀποφασίσει ἀμέσως ἂν θὰ τὰ ἐπιχειρίσει ἢ ὄχι. Γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ ὅμως κανεὶς νὰ τὸ ἀποφασίσει αὐτό, πρέπει νὰ ἐκ τῶν προτέρων νὰ γνωρίζει τί πρόκειται νὰ συμβεῖ. Μόνο μάγοι μποροῦν νὰ τὸ κάνουν αὐτὸ καὶ γι᾿ αὐτό, γιὰ νὰ ξέρει κανεὶς τὴν κατάλληλη στιγμὴ γιὰ κάθε ἐνέργεια, πρέπει νὰ συμβουλεύεται μάγους.
Ἐξ ἴσου ποικίλες ἦταν οἱ ἀπαντήσεις καὶ στὸ δεύτερο ἐρώτημα. Μερικοὶ εἶπαν ὅτι οἱ ἄνθρωποι ποὺ χρειάζεται περισσότερο ὁ βασιλιὰς εἶναι οἱ σύμβουλοί του, ἄλλοι οἱ ἱερεῖς, ἄλλοι οἱ γιατροί, ἐνῶ ἄλλοι εἶπαν ὅτι πιὸ ἀναγκαῖοι εἶναι οἱ πολεμιστές.
Στὸ τρίτο ἐρώτημα γιὰ τὸ ποιὰ εἶναι πιὸ σπουδαία ἐνασχόληση, μερικοὶ ἀπάντησαν ὅτι πιὸ σπουδαῖο πράγμα στὸ κόσμο εἶναι οἱ ἐπιστῆμες. Ἄλλοι εἶπαν ὅτι εἶναι ἡ πολεμικὴ ἐπιδεξιότητα, καὶ ἄλλοι πάλι ὅτι εἶναι ἡ θρησκευτικὴ λατρεία.
Ὅλες οἱ ἀπαντήσεις ἦταν διαφορετικὲς καὶ ὁ βασιλιὰς δὲ συμφώνησε σὲ καμιὰ ἀπ᾿ αὐτὲς καὶ σὲ καμιὰ δὲν ἔδωσε σημασία. Ἀλλὰ θέλοντας ἀκόμη νὰ βρεῖ τὶς σωστὲς ἀπαντήσεις, ἀποφάσισε νὰ συμβουλευτεῖ ἕναν ἐρημίτη πολὺ γνωστὸ γιὰ τὴν σοφία του.

Ὁ ἐρημίτης ζοῦσε σ᾿ ἕνα δάσος ἀπ᾿ τὸ ὁποῖο δὲν ἀπομακρυνόταν ποτὲ καὶ δὲ δεχόταν παρὰ τοὺς ἁπλοὺς ἀνθρώπους. Ἔτσι ὁ βασιλιὰς ντύθηκε ἁπλὰ ροῦχα καὶ πρὶν φτάσει στὸ κελὶ τοῦ ἐρημίτη, κατέβηκε ἀπ᾿ τ᾿ ἄλογό του, ἄφησε πίσω τὴ φρουρά του καὶ πῆγε μόνος του.
Ὅταν πλησίασε ὁ βασιλιάς, ὁ ἐρημίτης ἔσκαβε τὴ γῆ μπροστὰ στὴν καλύβα του. Ὅταν εἶδε τὸ βασιλιά, τὸν χαιρέτησε καὶ συνέχισε νὰ σκάβει. Ὁ ἐρημίτης ἦταν ἄνθρωπος ἀσθενικὸς καὶ ἀδύνατος καὶ κάθε φορὰ ποὺ σφήνωνε τὴν ἀξίνα του στὴν γῆ γιὰ νὰ σηκώσει λίγο χῶμα, ἀνάπνεε βαριά.
Ὁ βασιλιὰς τὸν πλησίασε καὶ τοῦ εἶπε: «Ἦρθα σὲ σένα σοφὲ ἐρημίτη γιὰ νὰ σὲ ρωτήσω τρία πράγματα: Πῶς θὰ μάθω νὰ κάνω τὸ κατάλληλο πράγμα στὴν κατάλληλη στιγμή, ποιοὶ εἶναι οἱ ἄνθρωποι ποὺ χρειάζομαι περισσότερο καὶ ἑπομένως ποιοὺς θὰ πρέπει νὰ προσέχω περισσότερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ ποιὲς ὑποθέσεις εἶναι πιὸ σπουδαῖες καὶ χρειάζονται περισσότερο προσοχή»;
Ὁ ἐρημίτης ἄκουσε τὸ βασιλιά, ἀλλὰ δὲν ἔδωσε καμιὰ ἀπάντηση. Μόνο ἔφτυσε στὶς παλάμες του καὶ ξανάρχισε τὸ σκάψιμο.
«Εἶσαι κουρασμένος», εἶπε ὁ βασιλιάς, «ἄσε μὲ νὰ πάρω τὴν ἀξίνα καὶ νὰ δουλέψω ἐγὼ λίγο γιὰ σένα».
«Εὐχαριστῶ», εἶπε ὁ ἐρημίτης καὶ δίνοντας τὴν ἀξίνα στὸ βασιλιὰ κάθησε κάτω στὸ χῶμα.
Ὅταν ἔσκαψε ὁ βασιλιὰς δύο αὐλάκια, σταμάτησε καὶ ἐπανέλαβε τὰ ἐρωτήματά του. Ὁ ἐρημίτης καὶ πάλι δὲν ἀπάντησε, ἀλλὰ σηκώθηκε, ἅπλωσε τὸ χέρι του νὰ πάρει τὴν ἀξίνα καὶ εἶπε: «Ξεκουράσου τώρα λίγο καὶ ἄσε μένα νὰ δουλέψω λιγάκι».
Ὁ βασιλιὰς ὅμως δὲν τοῦ ἔδωσε τὴν ἀξίνα καὶ συνέχισε νὰ σκάβει. Πέρασε μία ὥρα καὶ ἄλλη μία. Ὁ ἥλιος ἄρχισε νὰ δύει πίσω ἀπ᾿ τὰ δέντρα καὶ ὁ βασιλιὰς στὸ τέλος σφήνωσε τὴν ἀξίνα στὸ χῶμα καὶ ἔιπε: «Ἦρθα σὲ σένα σοφὲ ἄνθρωπε γιὰ μία ἀπάντηση στὰ ἐρωτήματά μου. Ἂν δὲν μπορεῖς νὰ μοῦ δώσεις καμιά, πὲς τό μου νὰ γυρίσω στὸ σπίτι μου».
«Νά, κάποιος ἔρχεται τρέχοντας», εἶπε ὁ ἐρημίτης. «Ἂς δοῦμε ποιὸς εἶναι».
Ὁ βασιλιὰς γύρισε καὶ εἶδε ἕνα γενειοφόρο ἄνδρα νὰ ἔρχεται τρέχοντας ἀπὸ τὸ δάσος, σφίγγοντας μὲ τὰ χέρια τοῦ τὸ στομάχι του, ἀπ᾿ τὸ ὁποῖο ἔτρεχε ποτάμι τὸ αἷμα. Ὅταν πλησίασε τὸ βασιλιά, ἔπεσε λιπόθυμος στὸ χῶμα βγάζοντας ἕναν ἐλαφρὺ ἀναστεναγμό. Ὁ βασιλιὰς καὶ ὁ ἐρημίτης ξεκούμπωσαν τὰ ροῦχα του. Ὑπῆρξε ἕνα μεγάλο τραῦμα στὸ στομάχι του. Ὁ βασιλιὰς τὸ ἔπλυνε ὅσο καλλίτερα μποροῦσε καὶ τὸ ἔδεσε μὲ τὸ μαντήλι του καὶ μὲ μία πετσέτα ποὺ τοὔδωσε ὁ ἐρημίτης. Ἀλλὰ τὸ αἷμα δὲ σταματοῦσε νὰ τρέχει καὶ ὁ βασιλιὰς ξανὰ καὶ ξανὰ ἄλλαζε τὸν ἐπίδεσμο, μουσκεμένο ἀπὸ καυτὸ αἷμα, τὸν ἐπλένε καὶ ξαναδένε τὸ τράυμα. Ὅταν σταμάτησε νὰ τρέχει τὸ αἷμα, ὁ πληγωμένος συνῆλθε καὶ ζήτησε κάτι νὰ πιεῖ. Ὁ βασιλιὰς ἔφερε φρέσκο νερὸ καὶ τοῦ τὸ ἔδωσε. Στὸ μεταξὺ ὁ ἥλιος ἔδυσε καὶ ἄρχισε νὰ κρυώνουν. Ἔτσι ὁ βασιλιὰς μὲ τὴ βοήθεια τοῦ ἐρημίτη μετέφερε τὸν πληγωμένο στὴν καλύβα καὶ τὸν ξάπλωσε στὸ κρεβάτι. Ὅταν ξάπλωσεστο κρεβάτι ὁ πληγωμένος, ἔκλεισε τὰ μάτια του καὶ ἡσύχασε, ἀλλὰ ὁ βασιλιὰς ἦταν τόσο κουρασμένος ἀπ᾿ τὸ περπάτημα καὶ τὴ δουλειὰ ποὺ εἶχε κάνε, ποὺ κάθησε στὸ κατώφλι καὶ τὸν πῆρε καὶ αὐτὸν ὁ ὕπνος τόσο βαθιά, ὥστε κοιμήθηκε συνέχεια ὅλη τὴν καλοκαιριάτικη νύχτα. Ὅταν ξύπνησε τὸ πρωί, πέρασε πολλὴ ὥρα πρὶν μπορέσει νὰ θυμηθεῖ ποὺ ἦταν, ἢ ποιὸς ἦταν ὁ ἄγνωστος γενειαφόρος ἄνδρας ποὺ ἦταν ξαπλωμένος στὸ κρεβάτι καὶ τὸν κοίταζε ἔντονα καὶ μὲ φλογισμένα μάτια.
«Συγχώρεσέ με», εἶπε ὁ γενειαφόρος ἄνδρας μὲ μία ἀσθενικὴ φωνή, ὅταν εἶδε ὅτι ὁ βασιλιὰς εἶχε ξυπνήσει καὶ τὸν κοίταζε.
«Δὲ σὲ ξέρω καὶ δὲν ἔχω τίποτε νὰ σοῦ συγχωρήσω», εἶπε ὁ βασιλιάς.
«Ἐσὺ δὲ μὲ ξέρεις, ἀλλὰ ἐγὼ σὲ ξέρω. Εἶμαι αὐτὸς ὁ ἐχθρός σου ποὺ ὁρκίστηκε νὰ πάρει ἐκδίκηση ἀπὸ σένα, γιατὶ ἐκτέλεσες τὸν ἀδελφό του καὶ κατάσχεσες τὴν περιουσία του. Ἤξερα πὼς εἶχες πάει μόνος σου νὰ δεῖς τὸν ἐρημίτη καὶ ἀποφάσισα νὰ σὲ σκοτώσω στὴν ἐπιστροφή. Ἀλλὰ πέρασε ἡ ἡμέρα καὶ δὲν γύρισες. Ἔτσι βγῆκα ἀπ᾿ τὴν ἐνέδρα μου καὶ ἔπεσα στοὺς φρουρούς σου καὶ αὐτοὶ μὲ ἀναγνώρισαν καὶ μὲ τραυμάτισαν. Τοὺς ξέφυγα, ἀλλὰ θὰ εἶχα πεθάνει ἀπ᾿ τὴν αἱμορραγία, ἂν ἐσὺ δὲν εἶχες φροντίσει τὸ τραῦμα μου. Ἐγὼ ἤθελα νὰ σὲ σκοτώσω κι ἐσὺ μοῦ ἔσωσες τὴν ζωή. Τώρα, ἂν ζήσω, κι ἂν τὸ θέλεις κι ἐσύ, θὰ σὲ ὑπηρετήσω σὰν ὁ πιὸ πιστός σου σκλάβος καὶ θὰ ζητήσω ἀπ᾿ τοὺς γιούς μου νὰ κάνουν τὸ ἴδιο. Συγχώρεσέ με».
Ὁ βασιλιὰς ἦταν πολὺ εὐχαριστημένος ποὺ εἶχε συμφιλιωθεῖ τόσο εὔκολα μὲ τὸν ἐχθρό του καὶ ποὺ εἶχε κάνει ἕνα φίλο καὶ ὄχι μόνο τὸν συγχώρεσε, ἀλλὰ εἶπε ὅτι θὰ ἔστελνε τοὺς ὑπηρέτες του καὶ τὸ προσωπικό του γιατρὸ νὰ τὸν φροντίσουν καὶ ὑποσχέθηκε νὰ τοῦ ξαναδώσει τὴν περιουσία του.
Ἀφοῦ ἔφυγε ἀπ᾿ τὸν πληγωμένο ὁ βασιλιάς, πῆγε ἔξω στὸν ἐξώστη καὶ κοίταξε τριγύρω νὰ βρεῖ τὸν ἐρημίτη. Ἤθελε πρὶν φύγει, νὰ τὸν παρακαλέσει ἀκόμη μία φορὰ νὰ ἀπαντήσει στὰ ἐρωτήματα ποὺ τοῦ εἶχε κάνει. Ὁ ἐρημίτης ἦταν ἔξω γονατισμένος καὶ φύτευε σπόρους στ᾿ αὐλάκια πού ῾χαν σκαφτεῖ τὴν προηγούμενη μέρα.
Ὁ βασιλιὰς τὸν πλησίασε καὶ τοῦ εἶπε: «Γιὰ τελευταία φορὰ σὲ παρακαλῶ ἀπάντησε στὰ ἐρωτήματά μου, σοφὲ ἄνθρωπε». «Μὰ ἔχουν ἤδη ἀπαντηθεῖ», εἶπε ὁ ἐρημίτης, σκύβοντας ἀκόμα στ᾿ ἀδύνατα πόδια του καὶ κοιτάζοντας πρὸς τὸ βασιλιὰ ποὺ στεκόταν μπροστά του.
«Πῶς ἀπαντήθηκαν; Τί ἐννοεῖς;», εἶπε ὁ βασιλιάς.
«Δὲ βλέπεις;», ἀπάντησε ὁ ἐρημίτης. «Ἂν δὲν εἶχε λυπηθεῖ χθὲς τὴν ἀδυναμία μου καὶ δὲν εἶχες σκάψει γιὰ μένα τ᾿ αὐλάκια, ἀλλὰ εἶχες φύγει, αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος θὰ σοῦ εἶχε ἐπιτεθεῖ καὶ θὰ εἶχες μετανοιώσει ποὺ δὲν ἔμεινες μαζί μου. Ἔτσι ἡ πιὸ σπουδαία στιγμὴ ἦταν ὅταν ἔσκαβες τ᾿ αὐλάκια, κι ἐγὼ ἤμουν ὁ πιὸ σπουδαῖος ἄνθρωπος καὶ τὸ νὰ μοῦ κάνεις καλὸ ἦταν ἡ πιὸ σπουδαία δουλειά. Ὕστερα, ὅταν αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἦρθε σέ μας, ἡ πιὸ σπουδαία στιγμὴ ἦταν ὅταν τὸν φρόντιζες, γιατὶ ἂν δὲν εἶχες δέσει τὸ τραῦμα του, θὰ πέθαινε χωρὶς νὰ συμφιλιωθεῖ μαζί σου. Ἔτσι αὐτὸς ἦταν ὁ πιὸ σπουδαῖος ἄνθρωπος καὶ αὐτὸ ποὺ ἔκανες γι᾿ αὐτὸν ἦταν ἡ πιὸ σπουδαία δουλειά. Νὰ θυμᾶσαι λοιπόν: Ὑπάρχει μόνο μία στιγμὴ ποὺ εἶναι ἡ πιὸ σπουδαία, τὸ παρόν. Εἶναι ἡ πιὸ σπουδαία στιγμή, γιατὶ εἶναι ἡ μόνη πάνω στὴν ὁποία ἔχεις κάποια δύναμη. Ὁ πιὸ ἀναγκαῖος ἄνθρωπος εἶναι αὐτὸς μαζὶ μὲ τὸν ὁποῖο βρίσκεσαι, γιατὶ κανένας ἄνθρωπος δὲν ξέρει ἂν θὰ ἔχει ποτὲ πάρε-δῶσε μὲ κάποιον ἄλλο. Καὶ τὸ πιὸ σπουδαῖο πράγμα εἶναι νὰ τοῦ κάνεις καλό, γιατὶ μόνο γι᾿ αὐτὸ τὸ σκοπὸ ἔχεις ἔλθει σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο!».
Τώρα λοιπὸν βλέπεις ὅτι πρέπει νὰ τρέχεις συνεχῶς γιὰ νὰ παραμένεις στὴν ἴδια θέση. Ἂν θέλεις νὰ πᾶς κάπου ἀλλοῦ θὰ πρέπει νὰ τρέχεις τουλάχιστον δύο φορὲς περισσότερο...
Ὁ Λέων Τολστόυ (Лев Николаевич Толстой - Λεβ Νικολάιεβιτς Τολστόυ) ήταν Ρώσος συγγραφέας, δοκιμοιογράφος καὶ φιλόσοφος.

www.nektarios.gr/αντιγραφή