Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2014

ΣΟΦΙΑ ΒΕΜΠΟ : 35 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΗΣ

ΣΟΦΙΑ ΒΕΜΠΟ : 35 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΗΣ


Η Σοφία Βέμπο (Καλλίπολη Ανατολικής Θράκης, 10 Φεβρουαρίου 1910 – Αθήνα, 11 Μαρτίου 1978) ήταν κορυφαία Ελληνίδα ερμηνεύτρια και ηθοποιός της οποίας η καλλιτεχνική πορεία εκτείνεται από το Μεσοπόλεμο έως τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια και τη δεκαετία του ’50. Χαρακτηρίστηκε "Τραγουδίστρια της Νίκης" εξαιτίας των εθνικών τραγουδιών που ερμήνευσε κατά τη διάρκεια του Ελληνοιταλικού πολέμου του 1940.

Το πραγματικό της όνομα ήταν Σοφία Μπέμπο. Γεννήθηκε στην Καλλίπολη της Ανατολικής Θράκης όπου ο πατέρας της Αθανάσιος Μπέμπος, καταγόμενος από την Τσαριτσάνη είχε εγκατασταθεί εκεί δουλεύοντας ως καπνεργάτης. Το 1912 η οικογένειά της μετεγκαταστάθηκε στη Κωνσταντινούπολη. Εκεί γεννήθηκε ο αδελφός της Γεώργιος, ο επιλεγόμενος Τζώρτζης, η αδελφή της Αλίκη και ο μικρότερος αδελφός της Ανδρέας. Με την υπογραφή της ελληνοτουρκικής συμφωνίας ανταλλαγής πληθυσμών, που συνομολόγησε η κυβέρνηση Ε. Βενιζέλου, η οικογένειά Μπέμπο αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη  και επέστρεψε στη Τσαριτσάνη και από εκεί εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Βόλο. 

Η αρχή  της καριέρας


Στο Βόλο η Έφη Μπέμπο, όπως αρέσκονταν να λέγεται, μετά τις εγκύκλιες σπουδές της αναγκάστηκε λόγω φτώχειας να δουλεύει για να βοηθήσει την οικογένειά της. Έτσι ξεκίνησε να δουλεύει ταμίας στο κατάστημα "Φλωρία" του Βόλου. Όμως στην Έφη της άρεσε η μουσική και αγοράζοντας μία κιθάρα άρχισε να εξασκείται σ΄ αυτή με τη βοήθεια της φίλης της Μαρίτσας Χασάπη.

Τον Σεπτέμβριο του 1933 αποφάσισε να πάει στη Θεσσαλονίκη για να βρει τον αδελφό της Τζώρτζη που σπούδαζε εκεί και που είχε καιρό να στείλει γράμμα στην οικογένειά του. Έτσι παίρνοντας την κιθάρα της επιβιβάστηκε στο Α/Π ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑ και στη διάρκεια του ταξιδιού άρχισε με την κιθάρα της το τραγούδι. Σε ελάχιστο χρόνο όλοι οι επιβάτες του πλοίου και το πλήρωμα βρίσκονταν γύρω της και την χειροκροτούσαν ενθουσιασμένοι από τη φωνή της. Αυτή θεωρητικά ήταν και η πρώτη δημόσια εμφάνιση της Σοφίας.

Μεταξύ των επιβατών βρισκόταν και ο Κωνσταντίνος Τσίμπας που ήταν ο μεγαλύτερος ιμπρεσάριος της Θεσσαλονίκης, (αργότερα αποδείχθηκε και πράκτορας των Γερμανών). Μόλις η Έφη τέλειωσε το τραγούδι την πλησίασε και της πρότεινε  να δουλέψει στο μεγάλο κοσμικό κέντρο της Θεσσαλονίκης το ΑΣΤΟΡΙΑ. Φθάνοντας η Μπέμπο στη Θεσσαλονίκη όπου την περίμενε ο αδελφός της συζήτησε μαζί του την πρόταση του Τσίμπα και αφού πήρε τη συγκατάθεση του από την επομένη ξεκίνησε τις πρώτες καλλιτεχνικές της εμφανίσεις. Η επιτυχία της νεαρής τραγουδίστριας ήταν φανταστική καθώς οι θαμώνες κάθε βράδυ παρέτειναν το πρόγραμμά της με τα συνεχή και επίμονα χειροκροτήματά τους.

Έτσι μέσα σε μια μόλις βδομάδα η φήμη της έχει φθάσει στην Αθήνα όπου και αμέσως της γίνεται πρόταση να εμφανιστεί στο θέατρο του Φώτη Σαμαρτζή. Η Μπέμπο, ενημερώνοντας σχετικά τους γονείς της, που δεν έφεραν αντίρρηση, αποδέχθηκε την πρόταση και στις 25 Οκτωβρίου του 1933 βρίσκεται στην αθηναϊκή σκηνή του θεάτρου "Κεντρικόν",  στη πλατεία Κολοκοτρώνη, συμμετέχοντας στην επιθεώρηση "Παπαγάλος 33", με τον θίασο Σαμαρτζή - Μηλιάδη. Στην επιθεώρηση αυτή η Μπέμπο παρουσιαζόταν σαν τσιγγάνα με μια κιθάρα με την οποία και απέδιδε το πρώτο της τραγούδι που ήταν "Μια γυναίκα πέρασε". Η επιτυχία που είχε ειδικά την πρώτη βραδιά  ήταν εκπληκτική. Στο τέλος της παράστασης υποκλίθηκε, πήρε την κιθάρα της στον ώμο και κατευθύνθηκε προς τα παρασκήνια ενώ οι άλλοι ηθοποιοί της φώναζαν

- Που πας, δεν ακούς τον κόσμο που σου φωνάζουν "μπιζ"
- Και τι με νοιάζει εμένα αν φωνάζουν μπιζ; αποκρίθηκε η Μπέμπο, μη γνωρίζοντας τον όρο που σήμαινε επανάληψη.

Τέσσερις φορές χρειάστηκε εκείνο το βράδυ η Μπέμπο να επαναλάβει αυτό το τραγούδι για να ικανοποιήσει το κοινό που παραληρούσε και χειροκροτούσε όρθιο. Στο τέλος όλοι οι ηθοποιοί την συνεχάρησαν λέγοντας της "μπράβο ήσουν υπέροχη", μεταξύ των οποίων μεγάλοι ηθοποιοί της εποχής όπως ο Ορέστης Μακρής, η Μαρίκα Νέζερ, ο Φώτης Αργυρόπουλος κ.ά.

Τότε υπέγραψε συμβόλαιο 10.000 δραχμών το μήνα, αστρονομικό για την εποχή εκείνη για έναν τραγουδιστή και για μία θεατρική περίοδο. Σημειώνεται μάλιστα ότι στη παράσταση αυτή ο Πολ Νορ την βάπτησε καλλιτεχνικά Σοφία Βέμπο (αντί Έφη Μπέμπο). Από εκείνη την πρώτη παράσταση η καλλιτεχνική εξέλιξη της Σοφίας Βέμπο πλέον, υπήρξε έντονα αλματώδης.

Προπολεμικη καριερα

Η πρώτη αυτή μεγάλη αναγνώριση της Σοφίας Βέμπο στο "Αθηναϊκό κοινό" προκάλεσε την ανανέωση του συμβολαίου της και την εμφάνισή της σε δύο θέατρα, στο "Κεντρικόν" και το "Μουντιάλ". Η φήμη της όμως έφθασε στην Αίγυπτο όπου η Βέμπο ανταποκρινόμενη σε σχετική πρόσκληση εμφανίζεται στο "Γκραν Τριανόν" της Αλεξάνδρειας σημειώνοντας και εκεί τεράστια επιτυχία. Επιστρέφοντας, το 1934 συνεχίζει τις παραστάσεις της στο θερινό θέατρο του Σαμαρτζή επί της οδού Καρόλου με νέα τραγούδια που γράφονται γι΄ αυτήν και που γίνονται αμέσως επιτυχίες όπως τα "Μαύρα μου μάτια", "Μη ζητάς φιλιά", ενώ μαζί της εμφανίζεται και η αδελφή της Αλίκη.

Η πρώτη ηχογράφηση τραγουδιών της Βέμπο έγιναν στην εταιρεία Παρλοφόν, μετά την αρχική άρνηση του Α. Βιτάλη, υπεύθυνου της εταιρείας Κολούμπια, με το αιτιολογικό ότι η φωνή της Βέμπο ξέφευγε από το καθιερωμένο τότε στυλ της λετζέρα σοπράνο. Όταν όμως αντελήφθη πόσο λάθος είχε από την μεγάλη επιτυχία που σημείωσε το "Μη ζητάς φιλιά" έσπευσε αμέσως στη Βέμπο και σύναψε συμβόλαιο μεγάλης περιόδου. Έτσι όλα τα επόμενα τραγούδια τα ηχογραφούσε η Κολούμπια σε δίσκους των 78 στροφών με πρώτο το "Σ΄ αγαπώ", (των Κ. Νικολαΐδη και Κ. Γιαννίδη), που είχε ομοίως τεράστια επιτυχία. Το ίδιο έτος (1934) ακολούθησε και το τραγούδι "Για το φιλί σου το στερνό".

Το 1935 η Βέμπο τραγουδά το "Ας πεθάνω" του οποίου οι στίχοι ήταν δικοί της, που υπήρξε νέα μεγάλη επιτυχία. Τότε επιστρατεύτηκαν όλοι σχεδόν οι στιχουργοί να της γράφουν τραγούδια με πρώτο τον Κώστα Γιαννίδη και συνθέτη τον Σογιούλ. Έτσι αυτό το έτος ακολουθούν τα τραγούδια "Αφήστε με να πιω", (στίχοι και μουσική Κ. Γιαννίδη), "Να γιατί ακόμα σ΄ αγαπώ", (επίσης στίχοι και μουσική Κ. Γιαννίδη), "Δεν έχεις τίποτα, μα έχεις κάτι" (των Ν. Νικολαΐδη και Ν. Ντ-Άτζελι), και το "Κι αν μ΄ αγαπάς μη μου το πεις".

Το 1936 νέες επιτυχίες της Βέμπο που τραγουδά όλη η Αθήνα είναι "Συγνώμη σου ζητώ συγχώρεσέ με" και το "Κάτι με τραβά κοντά σου", (των Αιμ. Σαββίδη, Γαϊτάνου και Μ. Σογιούλ).

Το 1937 αποτελεί σταθμό στη καριέρα της Βέμπο. Εκτός της ηχογράφησης των νέων της τραγουδιών "Για μια Γυναίκα" και "Αντίο" το Φθινόπωρο μεταβαίνει μετά από πρόσκληση, για δεύτερη φορά στην Αίγυπτο, προκειμένου να επανεμφανιστεί στο "Γκράν Τριανόν" της Αλεξάνδρειας. Κατά την διάρκεια των εκεί παραστάσεων της η Βέμπο δέχεται την πρόταση του κινηματογραφιστή παραγωγού Τόγκο Μιζράχι, με τον οποίο υπογράφει συμβόλαιο και συμμετέχει στη ταινία «Προσφυγοπούλα». Τον ίδιο ακριβώς χρόνο του συμβολαίου ο Ν. Παπαδόπουλος, των κινηματογραφικών γραφείων Σαντίγκου έλαβε άμεση παραγγελία από Αμερική για επείγουσα πραγματοποίηση στην Αθήνα ενός κινηματογραφικού «σορτς»  στο οποίο να τραγουδά απαραίτητα η δημοφιλής ντιζέζ δις Σοφία Βέμπο προκειμένου να συμπεριληφθεί στη νέα σαιζόν των αμερικανικών κινηματογράφων περιοχών που διαμένουν Έλληνες. Η Βέμπο πιστή στα συμβόλαιά της δήλωσε στον Παπαδόπουλο τη δέσμευση του συμβολαίου της οπότε θα έπρεπε να ζητήσει την άδεια από τον Μιζράχι.

Το 1938 χαρακτηρίστηκε χρυσή χρονιά της Σοφίας Βέμπο. Κατά την επιστροφή της από την Αίγυπτο στις 15 Φεβρουαρίου 1938 παραμένει στον Πειραιά για δύο μέρες προκειμένου κατά ευτυχή σύμπτωση να συναντήσει τον χρηματοδότη του Μιζράχι, τον Μπέχα που κατευθυνόταν με πλοίο προς Ιταλία και που θα προσέγγιζε στον Πειραιά. Τελικά η συνάντηση έγινε, παρουσία του Παπαδόπουλου,  η άδεια δόθηκε πλην όμως το γύρισμα του σορτς με πλάνα από τον εθνικό κήπο, και από τον λόφο Νυμφών με θέα την Ακρόπολη ξεκίνησε μετά την επιστροφή της Βέμπο από την Κωνσταντινούπολη όπου κατόπιν πρόσκλησης εμφανίσθηκε στο κοσμικό θέατρο Μαξίμ με τεράστια και εκεί επιτυχία. Παράλληλα, οι δισκογραφικές επιτυχίες της Σ. Βέμπο το έτος αυτό είναι εκπληκτικές. Η Εταιρεία Κολούμπια στο νέο συμβόλαιο της μεταβιβάζει το 10% των κερδών από την πώληση του κάθε δίσκου της, γεγονός που συμβαίνει για πρώτη φορά, ενώ όλοι οι άλλοι πληρώνονταν κατ΄ αποκοπή (μεροκάματο) για κάθε δισκογραφία.

Το Καλοκαίρι του 1938 στο θέατρο Σαμαρτζή που έχει ανεβάσει την επιθεώρηση «Σιρουέτα» η Βέμπο τραγουδά το "Κάποιο μυστικό" και το "Κλαις" σε στίχους Κοφινιώτη και μουσική Λεό Ραπίτη, των οποίων ακολούθησε η σούπερ επιτυχία "Ζεχρά", σε στίχους Αιμ. Σαββίδη και σε μουσική Σογιούλ που κυριολεκτικά χάλασε κόσμο. Ακολούθησαν το «Θα σε περιμένω», το βουκολικό "Διαμαντούλα" του Θ. Σακελλαρίδη και το "Άσε τον παλιόκοσμο να λέει" των Α. Σακελάριου και Μ. Σογιούλ. Το Καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς εγκαθίσταται ραδιοφωνική κεραία στο Ζάππειο, στην Αθήνα, όπου τα τραγούδια της Βέμπο αποτελούν την πρώτη πειραματική μετάδοση του σταθμού. Τα Χριστούγεννα του 1938, την παραμονή, η Σοφία Βέμπο τραγουδά στο μεγάλο ρεβεγιόν του «Σαντεκλαίρ» στην Κύπρο.

Το 1939 η Σοφία Βέμπο έχει ήδη καταξιωθεί ως η πρώτη τραγουδίστρια του ελληνικού ελαφρού τραγουδιού. Το κινηματογραφικό «σορτς» που γυρίστηκε το προηγούμενο έτος με τον τίτλο «Η Ελλάς του 1938 ομιλεί», όπου στη κυριολεξία ήταν ένα ζουρνάλ και που συμμετείχε με δύο τραγούδια σπάει κυριολεκτικά τα ταμεία των αμερικανικών κινηματογράφων ενώ ζητούνται κόπιες στη Λατινική Αμερική. Σημειώνεται ότι την φωνοληψία της ταινίας αυτής είχε επιμεληθεί η ελληνική εταιρεία M. NOVAK Co.

Στο μεταξύ οι θεατρικές της παρουσιάσεις με νέες δισκογραφικές επιτυχίες συνεχίζονται, αρχικά στο θέατρο Σαμαρτζή με τα τραγούδια "Πόσο λυπάμαι" (των Β. Σπυρόπουλου και Κ. Γιαννίδη) και "Την αλήθεια να μου πεις", ενώ το Καλοκαίρι συνεχίζοντας στο θέατρο Μουντιάλ τραγουδά τα δύο ταγκό "Στην ακρογιαλιά" και το "Χειμώνας", που και τα δύο έγινα επιτυχίες. Παραμονές των Χριστουγέννων του 1939 η Βέμπο βρίσκεται στο απόγειό της, όταν στην επιθεώρηση «Νάνι – νάνι» τραγουδά το ομώνυμο τραγούδι το ρεφραίν του οποίου άφηνε με τον χρωματισμό της φωνής της υπονοούμενα, σημειώνοντας εξαιρετική επιτυχία. Λίγο πριν το τέλος του έτους η Βέμπο είχε γνωριστεί με τον μεγάλο συνθέτη μουσικής τζαζ, Απόστολο Μοσχούτη του οποίου σύνθεση ήταν το τραγούδι "Δυο λουλούδια σε μιαν άκρη".

Το 1940 ανέτειλε με τα σύννεφα του πολέμου, πολλές χώρες ήδη έχουν καταληφθεί από τις δυνάμεις του άξονα. Στην Ελλάδα σημειώνονται οι πρώτες παραβιάσεις του εθνικού εναέριου χώρου από ιταλικά αεροπλάνα. Τον Ιανουάριο στο θέατρο Μουντιάλ έχει ανέβει η επιθεώρηση «Παύσατε πυρ» όπου η Σ. Βέμπο τραγουδά τη νέα της επιτυχία «Το καινούργιο φεγγάρι» (των Α. Σακελάριου και Γ. Κυπαρίσση) . Στην επιθεώρηση εκείνη η Σ. Βέμπο γνώρισε και τη Γεωργία Βασιλειάδου όπου και της υποσχέθηκε να τη βοηθήσει διαβλέποντας το ταλέντο της. Λίγο αργότερα το τραγούδι «Ψαροπούλα», (των Χ. Γιαννακόπουλου και Χ. Χαιρόπουλου), γίνεται η νέα της μεγάλη επιτυχία. Το Καλοκαίρι ανεβαίνει η επιθεώρηση «Βραδινές τρέλες» στην οποία η Βέμπο τραγουδά το υπέροχο βαλς «Το πρωί με ξυπνάς με φιλιά» (των Χ. Γιαννακόπουλου και Γ. Κυπαρίσση). Στο μεταξύ η Σ. Βέμπο αναζητούσε τραγούδι με τοπικό ιδίωμα της ελληνικής υπαίθρου, στο αίτημά της αυτό έσπευσαν κάποιοι με διάφορα δημοτικά της εποχής πλην όμως η ίδια επέλεξε τελικά ένα από την περιοχή της που φέρεται να τραγουδούσε παλαιότερα η μητέρα της συμπληρώνοντας η ίδια κάποιους στίχους με τη βοήθεια του Μοσχούτη. Ήταν το τραγούδι «Στ΄ Λάρισς΄ βγαίν΄ ο αυγερινός». Όταν η Βέμπο το ολοκλήρωσε με ιδιαίτερο ενθουσιασμό, ίσως και από φόρτο αναμνήσεων το έδωσε στον Κ. Γιαννίδη, λίγο για να το παίξει σε πρόβα, εκείνος διαβάζοντάς το αρνήθηκε έντονα λέγοντάς της:
-Είσαι καλά Σοφία μου που θα παίξω εγώ αυτό το βλαχοτράγουδο; Παραιτούμαι!
Μετά όμως από την επιμονή της Σοφίας και του θεατρικού επιχειρηματία Α. Μακέδου τελικά ο Κ. Γιαννίδης με κρύα καρδιά άρχισε να το παίζει. Στη πρώτη παράσταση που ακολούθησε έγινε χαλασμός. Το θεατρικό κοινό τέσσερις φορές μπιζάροντας υποχρέωσε τη Σοφία Βέμπο να επανέλθει στη σκηνή. Όταν μετά την παράσταση εκείνη ρώτησε ο επιχειρηματίας τον Κ. Γιαννίδη τη γνώμη του, εκείνος απάντησε:
- «Μα δεν είδατε; Μας το τραγούδησε με σκέρτσα που δεν την έφτανε ο χώρος της σκηνής, μας το τραγούδησε ακουμπισμένη στο πιάνο, μας το τραγούδησε ακουμπισμένη πάνω στη κουΐντα, μας το τραγούδησε με την πλάτη στο κοινό, μόνο ανάσκελα που δεν μας το τραγούδησε!
Σημειώνεται ότι το ίδιο ακριβώς συνέβη αργότερα και με το τραγούδι «Ανακασιά».
Στις 28 Οκτωβρίου του 1940 στις 10.00 ώρα που θα συνέχιζε το ραδιοφωνικό πρόγραμμα του Ζαππείου με αναμετάδοση τραγουδιών της Σ. Βέμπο, ο εκφωνητής Κώστας Σταυρόπουλος διακόπτει τη ροή του προγράμματος και προβαίνει στην ιστορική εκείνη ανακοίνωση της επίθεσης των ιταλικών δυνάμεων κατά της Ελλάδας και την άμυνα των ημετέρων. Ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος είχε αρχίσει.

Η Βεμπο στον πολεμο

Η έκρηξη στην καριέρα της ήρθε με την κήρυξη του πολέμου στις 28 Οκτωβρίου 1940. Τότε όλες οι επιθεωρήσεις προσαρμόζουν το θέμα τους στην πολεμική επικαιρότητα και τα τραγούδια επανεγγράφονται με πατριωτικούς στίχους. Η Βέμπο τραγουδά σατιρικά και πολεμικά τραγούδια και η φωνή της γίνεται η εθνική φωνή που εμψυχώνει τους Έλληνες στρατιώτες στο μέτωπο και συγκλονίζει το πανελλήνιο.

Στό σημείο αυτό κρίνουμε σκόπιμο να παρουσιάζουμε ένα απόσπασμα από ανέκδοτη εργασία του κ. Λεωνίδα ΑγγέλουΠρώην Πλοιάρχου Ε.Ν., Φιλότεχνου- Συλλέκτη. Το μεγαλύτερο μέρος της εργασίας αυτής παρουσίαστηκε στο “Αφιέρωμα για τη Σοφία Βέμπο-100 χρόνια από τη γέννησή της' που έγινε στο Δεύτερο Πρόγραμμα από τις 25/10-29/10/11 με παραγωγούς τον Λεωνίδα Αγγέλου και τη Μαρίνα Λαχανά. Μέρος επίσης του αφιερώματος δημοσιεύτηκε και στο περιοδικό Μετρονόμος και αναρτήθηκε στο ιστολόγιο "ΠΟΙΕΙΝ".


28 Οκτωβρίου 1940 στις 10 πμ. ο ραδιοφωνικός σταθμός Αθηνών μεταδίδει το πρώτο έκτακτο ανακοινωθέν του Γενικού Ελληνικού Στρατηγείου. Ο Κώστας Σταυρόπουλος, εκφωνεί ΕΚΤΑΚΤΟΝ ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ. Το γλέντι του πολέμου αρχίζει, όλη η Ελλάδα γίνεται ένα κι αντιστέκεται νικηφόρα με τίμημα το αίμα.

Όλα τα θέατρα ακυρώνουν τις παραστάσεις τους και ανεβάζουν πολεμικές επιθεωρήσεις. Οι συγγραφείς, στιχουργοί, συνθέτες, ηθοποιοί, τραγουδιστές, δίνουν τον καλλίτερό εαυτό τους όπου κι αν βρίσκονται στην σκηνή ή στο μέτωπο. Όμως, όπως έλεγε ο Αλέκος Σακελλάριος, η πρωταγωνίστρια ήταν η Βέμπο. Στο θέατρο ΜΟΝΤΙΑΛ με επικεφαλής τη Βέμπο, ανεβαίνει ένα είδος βαριετέ και το πρόγραμμα της ΟΑΣΗΣ του Ζαππείου παρουσίαζε ο Μίμης Τραϊφόρος. Ο τίτλος της επιθεώρησης ήταν “Πολεμική Αθήνα' και ο θίασος αποτελείτο από τα πιο λαμπρά ονόματα του μουσικού θεάτρου, Άννα-Μαρία Καλουτά, Κοκκίνη, Φιλιππίδη Νέζερ, Λαζαρίδου, Σκιαδά, Γεωργία Βασιλειάδου, Αλίκη Βέμπο και το βαρύ πυροβολικό, τη Σοφία Βέμπο που χαλούσε κόσμο κάθε βράδυ με το τραγούδι 'ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΒΓΑΙΝΕΙ Ο ΙΤΑΛΟΣ' παρωδία σε στίχους του Γιώργου Θίσβιου πάνω στη μουσική του “ΣΤΗ ΛΑΡΣΑ ΒΓΑΙΝΕΙ Ο ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ'.

Η Σοφία Βέμπο έχει ακούσει πως ο Μίμης Τραϊφόρος γράφει ωραίους στίχους και μια μέρα τον πλησιάζει και του ζητά να της γράψει ένα πολεμικό τραγούδι πάνω στη μουσική της “ΖΕΧΡΑ' του Μ. Σουγιούλ. Κατά τη διάρκεια της παράστασης ο Τραϊφόρος σκαρώνει το “ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΠΑΙΔΙΑ'. Της το διαβάζει, αλλά η Σοφία βρίσκει σκληρό το τέλος που λέει “Αν δεν΄ρθήτε νικηταί, να μην έρθετε ποτέ'. Του ζητά να τα’ αλλάξει κι ο Μίμης αντικαθιστά τον στίχο “Με της Νίκης τα κλαδιά, σας προσμένουμε παιδιά'. Το ίδιο βράδυ η Σοφία το τραγουδάει συγκλονιστικά μέσα απ’ το χαρτί και μια και δύο και τρεις φορές. Το ακροατήριο παραληρεί.

Το θέατρο είναι γεμάτο κάθε βράδυ. Οι μισές εισπράξεις πάνε στον ελληνικό στρατό. Το τραγούδι όμως αυτό στέκεται κι η αφετηρία ενός μεγάλου έρωτα. Ενός έρωτα που έπεσε σαν οδοστρωτήρας στη ζωή του Τραϊφόρου και δεν άφησε όρθιες ούτε τις αναμνήσεις του. “Ήμουν γεμάτος δέος απέναντι σ’ αυτή τη γυναίκα. Γιατί το μόνο που σου επέτρεπε ήταν να τη σέβεσαι. Δεν τολμούσα να σηκώσω τα μάτια μου να την κοιτάξω' γράφει στο βιβλίο του “Βέμπο-Τραϊφόρος / Μια ζωή'. Και μαζί με τον πόλεμο αρχίζει κι ένας τρελός έρωτας. Δεν έχουν τέλος οι προσφορές της όλη την περίοδο του πολέμου και της κατοχής. Το τραγούδι, “ΜΑΣ ΧΩΡΙΖΕΙ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ' σε στίχους Κ. Κοφινιώτη, ο Μιχ. Σουγιούλ το συνέθεσε στη μονάδα που υπηρετούσε και το έμαθε στη Σοφία παίζοντας το με το ακορντεόν από το τηλέφωνο. Μερικά από τα τραγούδια εκείνης της εποχής είναι και τα : “ΔΥΟ ΑΓΑΠΕΣ' 1941 (Μουσική : Μιχ. Σουγιούλ, Στίχοι : Κώστα Κοφινιώτη), “ΑΓΑΠΗΜΕΝΕ ΜΟΥ' 1941 (Μουσική : Λεό Ραπίτη, Στίχοι : Μίμη Τραϊφόρου) και δεκάδες άλλα που χαλούσαν κόσμο κάθε βράδυ από το θέατρο ΜΟΝΤΙΑΛ.


Κάθε βράδυ η Βέμπο με τον Μένιο Μανωλιτσάκη στο ακορντεόν και τη Μαρίκα Κοτοπούλη που την παρουσίαζε, γυρίζουν όλα τα θέατρα διακόπτοντας την παράσταση, προκειμένου να μαζέψουν χρήματα για το σύλλογο “Η Φανέλα του Στρατιώτη'.

Ο ραδιοφωνικός σταθμός Αθηνών την κάλεσε και της ζήτησε συνεργασία παραχωρώντας της μια ώρα την ημέρα να τραγουδά ζωντανά με το συγκρότημά της. Έτσι η Βέμπο δημιούργησε μια μικρή ορχήστρα με τον Μοσχούτη πιάνο, Μένιο Μανωλιτσάκη ακορντεόν και Αβατάγγελο βιολί, τον Τραϊφόρο κονφερασιέ και την αδελφή της Αλίκη. Με αυτή τη μικρή ορχήστρα γύριζε κάθε μέρα από νοσοκομείο σε νοσοκομείο για να ψυχαγωγεί τους τραυματίες που επέστρεφαν από το μέτωπο.

Οι Γερμανοί μπήκαν στην έρημη Αθήνα στις 27 Απριλίου του 1941, ενώ η Βέμπο τραγουδούσε ζωντανά από το ραδιοφωνικό σταθμό του Ζαππείου. Κάποια στιγμή το τραγούδι της σταμάτησε και η φωνής του εκφωνητή Κώστα Σταυρόπουλου ακούστηκε βροντώδης να μεταδίδει το τελευταίο μήνυμα. Η Βέμπο γίνεται στόχος των Ιταλογερμανών. Την γρονθοκοπούν ένα βράδυ που γυρίζει στο σπίτι της, Μπλε Πολυκατοικία στα Εξάρχεια, τη φυλακίζουν στις φυλακές Αβέρωφ, της αφαιρούν την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος, κάποια στιγμή της την επιστρέφουν κλπ. Θα μπουν και στη δισκογραφική εταιρεία Columbia και θα καταστρέψουν όλες τις μήτρες των τραγουδιών της. Η εταιρεία θα κλείσει και θα επαναλειτουργήσει μετά την κατοχή. Το τραγούδι που λανσάρει εκείνη την περίοδο από το θέατρο ΜΟΝΤΙΑΛ ήταν το “ΣΑΝ ΚΙ ΑΠΟΨΕ', σε μουσική Κώστα Γιαννίδη και σε στίχους Αλέκου Σακελλάριου, που είχαν γράψει ειδικά για τη Βέμπο και που τελικά ποτέ δεν βγήκε σε δίσκο και το ακούμε πάτα από ζωντανές ηχογραφήσεις.

Το καλοκαίρι του 41, η Βέμπο με τον Τραϊφόρο υπογράφουν συμβόλαιο με τον Μακέδο για να εμφανιστούν στο θέατρο ΑΘΗΝΑΙΟΝ της οδού Πατησίων. Η Σοφία θα εμφανιζόταν συγχρόνως και στο θέατρο “ΜΑΚΕΔΟ' της οδού Θεμιστοκλέους. Οι πολυάριθμοι θαυμαστές της δεν χωρούσαν σε ένα θέατρο. Τότε τραγουδά τα παρακάτω τραγούδια: “ΑΘΗΝΑ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΑΘΗΝΑ' (Μουσική : Μιχ. Σουγιούλ, Στίχοι : Μίμη Τραϊφόρου), “ΧΩΡΙΑΤΑ' (Μουσική : Θεόφραστου Σακελλαρίδη, Στίχοι : Γιώργου Φτέρη), “ΚΟΝΤΥΛΩ' (Μουσική : Θεόδωρου Παπαδόπουλου, Στίχοι : Μίμη Τραϊφόρου)
το οποίο δισκογράφησε αρκετά χρόνια αργότερα βρισκόμενη στην Αμερική.

Τα τραγούδια και τα θεατρικά κείμενα υποβάλλονται τώρα σε τριπλή λογοκρισία (ελληνική/ιταλική/γερμανική). Η κατάσταση είναι απελπιστική. Η ζωή της κινδυνεύει. Με τη βοήθεια των ελληνικών μυστικών υπηρεσιών (αρχηγός των οποίων ήταν ο ταγματάρχης Ι. Τσιγάντε), σε συνεργασία με τον Άγγελο Έβερτ (διοικητή της Ασφάλειας Αθηνών, πατέρα του Μιλτιάδη Έβερτ) και το Αγγλικό Επιτελείο Μέσης Ανατολής, οργανώνεται η απόδρασή της στη Μ. Ανατολή, όπου ήδη έχει αρχίσει να γεννιέται ο πυρήνας μιας ελεύθερης Ελλάδας. Μαζί της φυγαδεύεται κι ο αδελφός της Τζώρτζης. Η οικογένειά της δεν θέλει με κανένα τρόποι να την ακολουθήσει ο Τραϊφόρος. Ποτέ δεν τον έχει δει με συμπάθεια. Ο Τραϊφόρος, γεμάτος πίκρα απ’ αυτή την προδοσία, δεν μπορεί να εξηγήσει που και πως βρήκε τη δύναμη και το κουράγιο η “Σοφία του' να τον εγκαταλείψει. Βυθισμένος στη θλίψη και το κενό, γεμάτος απόγνωση περιγράφει τα συναισθήματά του σε μουσική του Λεό Ραπίτη στο τραγούδι “ΑΣ ΗΤΑΝ ΓΙΑ ΛΙΓΟ', στα τέλη του 1942.

Στις 8 Οκτωβρίου 1942, η Σοφία μαζί με τον αδελφό της, φορώντας παλιόρουχα, μπαίνουν σ’ ένα καΐκι στην Κύμη Ευβοίας και φυγαδεύονται στη Μέση Ανατολή. Η Σοφία είναι ντυμένη γριά κι έχει πλαστή ταυτότητα με τ’ όνομα Σοφία Βαμβέτσου. Ύστερα από ένα περιπετειώδες ταξίδι, που κρατάει σχεδόν ένα μήνα, φθάνουν στα παράλια της Τουρκίας και συνεχίζουν για Συρία (Χαλέπι, Δαμασκό) Παλαιστίνη, Αίγυπτο. Μαζί με τη Σοφία ο αντίλαλος των τραγουδιών του Αλβανικού Έπους περνά στη Μέση Ανατολή. Όμως της είναι αδιανόητο να ζήσει μακριά από το “Μίμη της' και πολύ σύντομα καταφέρνει να τον έχει, όπως και την αδελφή της, κοντά της. Εκεί η Βέμπο τραγουδά για να διασκεδάσει τις ένοπλες δυνάμεις, συγκροτεί θιάσους, ανεβάζει δεκάδες επιθεωρήσεις, δίνει ρεσιτάλ. Τις περισσότερες φορές τραγουδά μ’ ένα ακορντεόν και χωρίς μικρόφωνο, ολομόναχη πάνω σε μια πρόχειρη σκηνή. Πάνω σ’ ένα τζιπ διασχίζει αποστάσεις κι ερήμους κάνοντας αμέτρητες φορές τον γύρο της Συρία, Παλαιστίνης και Αιγύπτου. Η λέξη κούραση δεν υπάρχει στο λεξιλόγιό της. Δεν λογαριάζει κακουχίες ούτε αντίξοες συνθήκες ταξιδιού. Πηγαίνει οπουδήποτε την καλούν. Σε στρατόπεδα, σ’ αεροπορικές μονάδες, σε νοσοκομεία, σε καταστρώματα πολεμικών πλοίων (Αβέρωφ, Αδρίας, Κουντουριώτης, Φαιστός, Βασ. Όλγα κτλ) σε προσφυγικούς καταυλισμούς, αδιακρίτως αν είναι ελληνικά ή εγγλέζικα. Οι δυνάμεις της Μέσης Ανατολής την έχουν είδωλο. Το Υπουργείο Ναυτικών και Αεροπορίας της διαθέτει ειδικό αεροπλάνο, τη “Μεγαλόχαρη' για τις μετακινήσεις της. Φθάνει στο Σίντι Μπαράνι, στη Μάρσα Ματρούχ, στο Τομπρούκ, στο Ελ Αλαμέιν.

 Δεν είναι μόνο ότι τραγουδά για να διασκεδάσει τις ένοπλες δυνάμεις. Δίνει τα πάντα για τον αγώνα : Την ψυχή της, τη φωνής της, και το μεγαλύτερο μέρος από τις εισπράξεις των ρεσιτάλ που δίνει στις μεγάλες πόλεις της Αιγύπτου. Σε 20.000 λίρες υπολογίζονται οι προσφορές της για τη “Νίκη' στη Μ. Ανατολή (“Εθνικός Κήρυξ' Ν. Υόρκης, Σάββατο 3 Μαΐου 1947), πόσο τεράστιο για την εποχή. Προσφέρει συνέχεια, σε οικογένειες φαντάρων, σε θύματα κατοχής, σε ανάπηρους πολέμου, σε ορφανοτροφεία (Σπετσοπούλειο, Κανισκάρειο) σε πρόσφυγες, στον Ερυθρό Σταυρό.

Την Κυριακή 23.5.1943 στη Βασιλική Όπερα του Καϊρου, ανεβαίνει με επιτυχία η επιθεώρηση των Μ. Τραϊφόρου / Λ. Ραπίτη “Ελλάδα και πάλι Ελλάδα'. Αυτό το ιστορικό βράδυ είναι παρόντες τρεις βασιλιάδες : ο βασιλιάς Γεώργιος β της Ελλάδας, ο βασιλιάς Φαρούκ της Αιγύπτου και ο βασιλιάς Πέτρος της Γιουγκοσλαβίας. Επίσης ο πρωθυπουργός Τσουδερός, όλα τα μέλη της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης, πρέσβεις, ελληνικά και ξένα επιτελεία και πολύς κόσμος (Εθνικός Κήρυξ Ν. Υόρκης 21.9.1947). Μετά την παράσταση δέχεται τα συγχαρητήρια όλων. Κι αυτή τη φορά οι εισπράξεις πάνε υπέρ του Ταμείου Πρόνοιας, υπέρ των Ελλήνων προσφύγων, υπέρ των οικογενειών των επιστράτων Καϊρου. Από τον Οκτώβριο του 1942 έως το Φεβρουάριο του 1946 είναι στην Αίγυπτο. Οι επιθεωρήσεις ανεβαίνουν η μία μετά την άλλη στα μεγαλύτερα θέατρα της Αλεξάνδρειας όπου θα οργανώσει το πρώτο θέατρο “ΒΕΜΠΟ'. Εκείνη την περίοδο θα τραγουδήσει μερικά από τα ωραιότερα τραγούδια της :
“ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ'
“ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΖΩΗ'
“ΣΒΗΣΕ ΤΟ ΦΩΣ'
“ΛΟΝΤΡΑ ΠΑΡΙΣΙ'
σε μουσική Λεό Ραπίτη και σε στίχους Μίμη Τραϊφόρου, καθώς και το “ΤΙ ΚΙ ΑΝ ΧΑΘΗΣ' σε μουσική και στίχους Χρ. Χαιρόπουλου, τα οποία δισκογράφησε μετά την κατοχή όταν άνοιξε πάλι η Columbia.

Μεταπολεμικες επιτυχιες

Το 1949 απόκτησε δική της θεατρική στέγη στο Μεταξουργείο, το "Θέατρον Βέμπο". Μετά από μακροχρόνιο δεσμό με το Μίμη Τραϊφόρο παντρεύτηκαν τελικά το 1957, ένας δεσμός πολυκύμαντος που διήρκεσε μέχρι το θάνατό της και υπήρξε καταλυτικός για τη μεγάλη ερμηνεύτρια. Στα μέσα της δεκαετίας του ’60 αραιώνει τις θεατρικές εμφανίσεις της, τις οποίες σταματά οριστικά στις αρχές της επόμενης δεκαετίας.

Τη βραδιά του "Πολυτεχνείου" η Βέμπο ανοίγει το σπίτι της και κρύβει φοιτητές τους οποίους αρνείται να παραδώσει όταν η ασφάλεια χτυπά την πόρτα της. Η εμφάνισή της στη εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στο Καλλιμάρμαρο για την επάνοδο της Δημοκρατίας, τραγουδώντας:/ Παιδιά της Ελλάδος παιδιά και τα τανκς γονάτισαν κείνη τη βραδιά..., ήρθε να απαλύνει τις θλιβερές εντυπώσεις από την παρουσία της πάνω στα κακόγουστα άρματα στις φιέστες των συνταγματαρχών λίγα χρόνια πριν στον ίδιο χώρο .

Πέθανε από εγκεφαλικό επεισόδιο στις 11 Μαρτίου του 1978 και η κηδεία της μετατράπηκε σε ένα πάνδημο συλλαλητήριο. Η Τραγουδίστρια της Νίκης αποθεώνεται εκείνη τη μέρα από τον ελληνικό λαό που τη θεωρούσε ηρωίδα του.

ΣΟΦΙΑ ΒΕΜΠΟ : Μια ροκ φιγουρα αλλης εποχης



της Χριστιάννας Λούπα

«Μα σ’ εκείνο τον πόλεμο όλοι έδωσαν τη ζωή τους. Τα πόδια τους, τα μάτια τους, τα χέρια τους, την υγειά τους. Εγώ τι έδωσα; Τη φωνή μου, που καλή ή κακή, την έχω ακόμα ακέραιη και ζωντανή. Δεν μου χρωστάει λοιπόν τίποτα ούτε το ελαφρό τραγούδι, ούτε η Ελλάδα. Εγώ τους χρωστάω τα πάντα, γιατί αυτά με κάνανε Βέμπο».

Τι είναι η Πατρίδα; Έννοια άπιαστη, αλλά αγαπημένη. Είναι οι ρίζες, τα βιώματά μας, τα παιδικά μας χρόνια, η Ιστορία μας. Είναι αυτό που μάθαμε να αγαπάμε από τότε που θυμόμαστε τον εαυτό μας, είναι αυτό που ενώνει τους «φιλέριδες» Έλληνες, σε όποια εσχατιά της Γης κι αν βρίσκονται, είναι αυτό που δεν επιτρέπουμε σε κανέναν ξένο να αγγίξει, το «ιερό», που φυλάμε στην πιο πολύτιμη και τρυφερή θέση της καρδιάς μας.

Τι είναι η ντίβα; Μια θεά, αλλά με ανθρώπινη μορφή. Δεν έχει ανάγκη από συστάσεις, ούτε φιλοφρονήσεις. Δεν είναι η ομορφιά που την καταξιώνει, η παρουσία της ωστόσο, είναι επιβλητική. Κι όταν ακόμα δεν την βλέπεις, ξέρεις πως είναι εκεί. Από την αύρα της. Μια θεά ευλογημένη από τις Μοίρες, προορισμένη να αφήσει την ανεξίτηλη σφραγίδα της σε μια εποχή.

Ας φανταστούμε λοιπόν τι γίνεται όταν οι δύο παραπάνω έννοιες ενωθούν: Όταν η «ντίβα» συνάντησε την «Πατρίδα», γεννήθηκε η μοναδική Σοφία Βέμπο.

Γεννημένη στην Καλλίπολη της Ανατολικής Θράκης το 1910, η Έφη Μπέμπου κατέληξε με την πολυπληθή οικογένειά της στο Βόλο, ενώ ως νεαρή κοπέλα αναγκάστηκε να εργαστεί για να στηρίξει οικονομικά τα αγαπημένα της πρόσωπα. Όταν ανακαλύφθηκε το ταλέντο της, η δεκαοκτάχρονη Σοφία Βέμπο πλέον, εκτοξεύτηκε με εξαιρετική ευκολία στην κορυφή, μολονότι κάποιοι ήταν δύσπιστοι απέναντι στην ασυνήθιστη μπάσα φωνή της.

Τα τραγούδια της δεν άργησαν να γίνουν μόδα στους κύκλους της καλής αθηναϊκής κοινωνίας, ενώ η θεατρική επιθεώρηση της είχε ήδη ανοίξει διάπλατα την αγκαλιά της. Η μελαχρινή αγέρωχη κοπέλα με τα μεγάλα εκφραστικά μάτια ωστόσο, δεν θα γίνει ποτέ «δήθεν», δεν θα απαρνηθεί την καταγωγή της, δεν θα αλλοτριωθεί από τα φώτα της δημοσιότητας και δεν θα διστάσει να λανσάρει το τσεμπέρι και το κοντογούνι, αλλά και το αρχοντορεμπέτικο στα καλύτερα σαλόνια.

Στις σκληρές μέρες του ελληνοϊταλικού πολέμου θα την βρει κανείς στα νοσοκομεία να τραγουδά για τους τραυματίες που φτάνουν από το μέτωπο, να γίνεται ένα μαζί τους, να κλαίει μαζί τους. Να κλαίει για την Ελλάδα που αγωνίζεται και ψυχορραγεί. Ζητώντας από τον Τραϊφόρο να της γράψει στίχους για την πατρίδα πάνω στη μουσική του τραγουδιού του ίδιου και του Σουγιούλ, Ζεχρά, θα γεννηθεί ο θούριος του αλβανικού έπους, αλλά κι ένας μεγάλος και πολυκύμαντος έρωτας.

Πράγματι, το «Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά», δεν έχει θέση πια στην πρωτεύουσα. Θα το πάρει ο άνεμος, θα το σκορπίσει σε κάθε γωνιά της ελλαδικής γης και θα καταλήξει στα χιονισμένα βουνά της Ηπείρου και της Αλβανίας, εκεί όπου πραγματικά ανήκει. Σαν αντίλαλος θα αντηχήσει στις χαράδρες και στις κακοτράχαλες πλαγιές, ύμνος θα γίνει των φαντάρων, που δακρύζουν στο άκουσμά του και πίνουν νερό στο όνομα της Σοφίας. Θα γίνει η δική μας «Λιλλή Μαρλέν».

Από την Αίγυπτο που κατέφυγε μετά την εισβολή των Γερμανών, συνέχισε να τραγουδά και να εμψυχώνει τον στρατό μας στη Μέση Ανατολή. Ό,τι είχε και δεν είχε το έδωσε για οικονομική ενίσχυση του Ναυτικού μας. Μετά την επάνοδό της στην Ελλάδα, η καριέρα της συνεχίζεται με την ίδια επιτυχία, ενώ ανοίγει και το δικό της θέατρο στο Μεταξουργείο.

Ο αγαπητός της φίλος και συνεργάτης Τάκης Λάμπρου παρατηρεί ότι «Όταν συνεργαζόσουν με τη Βέμπο, ήταν σαν να κρατάς τα Ιμαλάια επάνω σου. Απορώ πώς άντεξα αυτό το βάρος της προσωπικότητας της Σοφίας». Και αναφέρει ένα χαρακτηριστικό ευτράπελο με τη βασίλισσα Φρειδερίκη: «Ήμαστε σε μια γιορτή. Η Σοφία τραγούδησε ωραία και καλά. Το ‘60 έγινε αυτό. Μόλις τελείωσε, η βασίλισσα Φρειδερίκη τη χαιρέτησε και κάθισαν να μιλήσουν. Για μια στιγμή εγώ ήθελα να πιω νερό. Διψούσα. Εκείνη χωρίς δεύτερη σκέψη σταμάτησε τη συζήτηση, κάλεσε το σερβιτόρο και του ζήτησε ένα ποτήρι νερό. Η βασίλισσα την κοιτούσε με απορία. Στη συνέχεια της είπε: Σοφία μου, το ξέρεις πως μιλάς με τη βασίλισσα; Η Σοφία είπε αποστομωτικά: Φρειδερίκη μου, εσύ βασίλισσα με το στέμμα στο κεφάλι, εγώ βασίλισσα με τη φωνή μου»!

Έτσι έμεινε η Βέμπο μέχρι το τέλος της ζωής της: γνήσια, ατρόμητη, αδέκαστη, περήφανη, λεβέντισσα. Έτσι τη βρήκε και ο Νοέμβριος του 1973, τη «θεόρατη» αυτή γυναίκα. Όταν το τανκ έσπασε την πόρτα του Πολυτεχνείου κι οι φοιτητές ξεχύθηκαν πανικόβλητοι και κυνηγημένοι, μπορούσε η Σοφία να μείνει αμέτοχη; Άνοιξε την πόρτα του μονώροφου σπιτιού της στην οδό Ρεθύμνης, κοντά στο Πολυτεχνείο κι έκρυψε μέσα όσους μπορούσε. Όταν οι στρατιωτικοί χτύπησαν την πόρτα της, κανείς δεν τόλμησε να αμφισβητήσει το ιερό αυτό τέρας και κανείς δεν διανοήθηκε να ψάξει το σπίτι της.

Στις 11 Μαρτίου του 1978 ωστόσο, η ανεπανάληπτη Ελληνίδα ντίβα έφυγε πρόωρα. Μαζί της έφυγε και μια ολόκληρη εποχή. Έπος και εποποιία. Δεν θα ήταν υπερβολικό άλλωστε να αναρωτηθεί κανείς, πώς θα ήταν ο ελληνοϊταλικός πόλεμος χωρίς εκείνη. Νομίζω πάντως ότι με τα σημερινά δεδομένα η διαχρονική Σοφία θα μπορούσε να ονομαστεί – ας μου επιτραπεί η χρήση του όρου – «ροκ». Μοιραστείτε μαζί μου τους πολύ πετυχημένους στίχους του Ηλία Κατσούλη, όπως τους τραγουδά ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας στο συγκινητικό τραγούδι του Νότη Μαυρουδή « Άρωμα από Δάφνη – Ερωτικό (στη Σοφία Βέμπο)»:

«Επέτειος του ΄40 στο σχολείο,
Ελλάδος παρελθόν και μεγαλείο.
Γιορτές σαν μουσική στο ίδιο τέμπο,
μα πάντα μένει ροκ μόνο η Βέμπο».

Πόσο δίκιο έχει!

Πηγές:
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
http://www.poiein.gr/archives/15196/index.html
http://christiannaloupa.wordpress.com/

Η "χαμένη" κόρη της Βέμπο

Η "χαμένη" κόρη της Βέμπο

Για ένα δημοσιογράφο το να ψάχνει να βρει κάποιον ισοδυναμεί με αυτόματη εκτόξευση της αδρεναλίνης στα ύψη. Οταν όμως ψάχνει τη κόρη του Μίμη Τραϊφόρου και της Σοφίας Βέμπο, στην αδρεναλίνη έρχεται να προστεθεί και το συναίσθημα του δέους. Πόσο μάλλον όταν φήμες την ήθελαν να αγνοείται και άφηναν υπονοούμενα για πιθανό θάνατό της.

Απόγευμα Τρίτης στον πεζόδρομο της οδού Σόροβιτς στο κέντρο της Αθήνας. Την προσοχή μας αποσπούν τα γέλια μιας παρέας που κάθεται στο καφενείο της γειτονιάς. Ψυχή της παρέας, μια όμορφη γυναίκα γύρω στα 50. Κι όμως! Η Χάιδω Τραϊφόρου είναι ζωντανή και μιλώντας αποκλειστικά στην «Espresso» διαψεύδει τις φήμες, αλλά θυμάται και τα χρόνια που έζησε κοντά στους γονείς της.

Οταν η Σοφία Βέμπο γνώρισε τον Μίμη Τραϊφόρο, όλοι έκαναν λόγο για κεραυνοβόλο έρωτα.
Και δεν είχαν άδικο. Η αγάπη τους κράτησε μια ολόκληρη ζωή και άφησε ιστορία. Η «τραγουδίστρια της νίκης» και ο δημοφιλής συγγραφέας επιθεωρήσεων και κωμωδιών, αλλά και στιχουργός μεγάλων επιτυχιών του μουσικού θεάτρου αποτελούσαν το απόλυτο δίδυμο της επιτυχίας. Μαζί παρουσίασαν περισσότερες από εκατό επιθεωρήσεις του θιάσου Βέμπο-Τραϊφόρου σε όλα τα τμήματα του ελληνικού στρατού στην Αίγυπτο.

Ωστόσο, το 1949 υπήρξε χρονιά-σταθμός στη ζωή της τραγουδίστριας της νίκης. Η Σοφία Βέμπο πραγματοποιεί ένα μεγάλο της όνειρο. Αποκτά το δικό της θέατρο, μέσα από το οποίο λανσάρονται και οι μεγαλύτερες επιτυχίες του Μίμη Τραϊφόρου. Τον Οκτώβριο του 1957 το δίδυμο της επιτυχίας μετά από 34 χρόνια γνωριμίας παντρεύεται. Ατομα του φιλικού τους περιβάλλοντος έκαναν λόγο για την ακατανίκητη επιθυμία τους να αποκτήσουν μαζί ένα παιδί, αλλά κανείς δεν γνωρίζει γιατί δεν τα κατάφεραν. Ετσι, λίγα χρόνια αργότερα υιοθετούν τη μόλις τεσσάρων ετών Χάιδω. «Θυμάμαι και τους πραγματικούς μου γονείς, αλλά θεωρώ γονείς μου τη Σοφία και τον Μίμη. Αυτοί με μεγάλωσαν, αυτούς αγάπησα όσο τίποτα άλλο στον κόσμο. Δεν έκανα διαχωρισμούς ανάμεσά τους. Είχα μεγάλη αδυναμία και στους δύο».

Η Σοφία Βέμπο ήταν μια αληθινή ντίβα. Εκανε τη δουλειά της με αξιοπρέπεια και δεν έδινε δικαιώματα να τη σχολιάσουν. Η Χάιδω αδυνατεί να θυμηθεί κάτι αρνητικό που να είχε ειπωθεί για τη μητέρα της. Ωστόσο, παίρνοντας λαβή από πρόσφατα δημοσιεύματα που ήθελαν τη Χάιδω να αγνοείται εδώ κι ένα χρόνο, δηλώνει:

«Δεν θα ξεχάσω την αντίδραση της μητέρας μου όταν διάβασε δημοσίευμα της εποχής που άφηνε χλιαρά υπονοούμενα για την προσωπική της ζωή. “Οταν τους απαντάς, τους δίνεις αξία” μου έλεγε. Προτιμούσε τη σιωπή από το να δώσει αξία και υπόσταση σε ανθρώπους που αφενός δεν τη γνώριζαν και αφετέρου δεν τους είχε δώσει ποτέ τροφή για σχόλια. Προσπαθούσαν να σπιλώσουν την εικόνα της, τη στιγμή που ένας ολόκληρος λαός είχε υποκλιθεί στο μεγαλείο της και είχε αναγνωρίσει την προσφορά της σε καιρούς δύσκολους για τη χώρα. Ετσι κι εγώ τώρα.

Δεν θα δώσω αξία σ’ εκείνους που με θέλουν... αγνοούμενη. Είμαι ζωντανή, είμαι καλά και περνάω μια χαρά με τους φίλους μου. Βέβαια, δεν καταλαβαίνω το λόγο για τον οποίο ασχολούνται μαζί μου. Ισως επειδή πλησιάζει η εθνική εορτή να θεωρούν ότι η αναφορά του ονόματός μου θα τους βάλει μέσα στο κλίμα. Θα μπορούσα να κινηθώ ακόμα και δικαστικά. Αλλά όπως σας είπα, απλώς δεν πρόκειται να ασχοληθώ με τέτοια άτομα».


Το διαζύγιο και η ζωή στο Λονδίνο

Η Χάιδω μεγάλωσε σ’ ένα στοργικό περιβάλλον και κυρίως μέσα στη μουσική. Σήμερα, σχεδόν δέκα χρόνια μετά το θάνατο του πατέρα της και είκοσι χρόνια μετά την απώλεια της πολυαγαπημένης της μητέρας, η Χάιδω Τραϊφόρου εξακολουθεί να θυμάται με νοσταλγία τις μοναδικές στιγμές που έζησε κοντά τους και χαρακτηριστικά μας λέει:

«Νιώθω περήφανη γιατί ποτέ κανείς δεν έχει πει κάτι κακό για τη μητέρα και τον πατέρα μου.
Εχουν περάσει τόσα χρόνια κι όμως, ακόμη και σήμερα όλοι τους θυμούνται και μιλούν γι' αυτούς με τα καλύτερα λόγια. Ηταν πάντα χαμηλών τόνων και δίνονταν ολοκληρωτικά σε αυτό που έκαναν. Ετσι, ολοκληρωτικά είχαν δοθεί και σ' εμένα».

Οπως λέει στην «Espresso», οι γονείς της της έδωσαν αξίες τις οποίες ακολουθεί πιστά σε όλη της τη ζωή. Ακόμα και όταν έφυγε από την Ελλάδα για να εργαστεί στο Λονδίνο ως τραγουδίστρια, είχε πάντοτε στο μυαλό της τα λόγια και τις συμβουλές του πατέρα της:

«“Οταν είσαι μόνος σου, είσαι όλος δικός σου” μου έλεγε ο πατέρας. Αυτή την κουβέντα του την είχα κανόνα στη ζωή μου. Μόνη μου επιβίωσα σε μια ξένη χώρα, μόνη μου έβγαζα χρήματα για να ζήσω».

Λίγα χρόνια αργότερα η Χάιδω παντρεύτηκε στην Αγγλία. Ενας γάμος που δεν έμελλε να ακολουθήσει το παράδειγμα των γονιών της, αφού έφτασε γρήγορα σε διαζύγιο.

«Χώρισα και για άλλη μια φορά βρέθηκα μόνη μου σε μια ξένη χώρα. Αλλά ακόμα και τότε δεν το έβαλα κάτω. Επανέφερα στο μυαλό μου τα λόγια του πατέρα μου και τότε σιγουρεύτηκα ότι τελικά ήμουν όλη δική μου! Η μόνη συντροφιά που έχω είναι το σκυλάκι μου, η Χάιντι και μερικοί καλοί φίλοι. Μόνο με τους φίλους μου περνάω καλά. Να βρισκόμαστε, να τα λέμε και να μη μας νοιάζει τι λέει ο κόσμος».


ΗΛΙΑΝΑ ΓΑΒΑΛΑ - ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΞΙΩΤΗΣ
Φωτ.: ΓΟΥΙΛΙΑΜ ΦΕΪΘΦΟΥΛ

Η εθνική μας φωνή Σοφία Βέμπο

Η «Τραγουδίστρια της Νίκης» που έκανε τον πόλεμο πιο υποφερτό!

Η μοναδική τραγουδίστρια και ηθοποιός, που έμελλε να μετατραπεί σε σύμβολο του ελληνικού αγώνα για ελευθερία, μας χάρισε με τη φωνή της μια σειρά από αξέχαστες επιτυχίες.

Η Βέμπο σφράγισε μνημειώδη κομμάτια του ελληνικού πενταγράμμου με την ιδιαίτερη χροιά της και έγινε σχεδόν αυτόματα διασημότητα.

Κι όταν ήρθε ο πόλεμος να ανακόψει την ασύλληπτη καριέρα της, όχι μόνο δεν θα της στερούσε τη φήμη αλλά έμελλε να την εκτοξεύσει ακόμα περισσότερο στην κορυφή, με τη Βέμπο να ερμηνεύει τα πατριωτικά τραγούδια που σιγοτραγουδούσαν οι στρατιώτες στον ελληνικο-ιταλικό πόλεμο.

Η κορυφαία κυρία της ελληνικής μουσικής ήταν πολλά περισσότερα από μια μοναδική φωνή και η πορεία της ζωής της το αποδεικνύει αυτό περίτρανα...

Πρώτα χρόνια



Η Σοφία Βέμπο γεννιέται ως Έφη Μπέμπο στις 10 Φεβρουαρίου 1910 στην Καλλίπολη της Ανατολικής Θράκης, μέσα σε οικογένεια βιοπαλαιστών της εργατικής τάξης. Έπειτα από σύντομη παραμονή στην Κωνσταντινούπολη, η οικογένεια μετεγκαθίσταται το 1914 στην Τσαριτσάνη της Λάρισας και κατόπιν στον Βόλο, όπου η μικρή Βέμπο βοηθάει από πολύ νωρίς οικονομικά τη φαμίλια της με μια σειρά από δουλειές του ποδαριού.



Το 1933, με την κιθάρα της παραμάσχαλα, παίρνει το καράβι για τη Θεσσαλονίκη, για να συναντήσει εκεί τον μεγαλύτερο αδελφό της. Σε μια ευχάριστη τροπή της μοίρας, την ώρα που τραγουδά για το κέφι της πάνω στο καράβι, την «ανακαλύπτει» ο γνωστότερος καλλιτεχνικός διευθυντής της συμπρωτεύουσας και της προτείνει αμέσως δουλειά! Έτσι κι έγινε...

Έναρξη της καριέρας




Η πρωτόγνωρη επιτυχία της Βέμπο στη μουσική σκηνή της Θεσσαλονίκης, με το κοινό να παραληρεί κάθε φορά που άνοιγε το στόμα της, σύντομα θα την έφερνε στην Αθήνα. Συμμετέχει σε μουσικοθεατρική παράσταση, με το νούμερό της να τη θέλει τσιγγάνα που τραγουδά με την κιθάρα της. Η προσωπική επιτυχία της Βέμπο στην επιθεώρηση ήταν κολοσσιαία, δεχόμενη τα συγχαρητήρια του θιάσου, που απαρτιζόταν από τον Ορέστη Μακρή και τη Μαρίκα Νέζερ, μεταξύ άλλων.



Η παράσταση στάθηκε σταθμός για την καριέρα της Βέμπο: υπογράφει παχυλό συμβόλαιο, γίνεται αμέσως γνωστή για τη μοναδική φωνή της, την ίδια στιγμή που αλλάζει το Έφη Μπέμπο στο πιο εύηχο Σοφία Βέμπο. Τη Βέμπο δεν θα τη σταματούσε τίποτα πλέον...

Προπολεμική πορεία




Τα επόμενα χρόνια, η αναγνωρισιμότητα της Βέμπο θα εκτοξευόταν, συμμετέχοντας στη μια παράσταση μετά την άλλη, την ίδια στιγμή που το όνομά της θα περάσει τα σύνορα, με την ίδια να εμφανίζεται στην Αίγυπτο και να μαγεύει τα πλήθη. Επιτυχίες της εποχής είναι τα «Μαύρα μου μάτια» και «Μη ζητάς φιλιά»...



Σειρά έχει κατόπιν η πρώτη ηχογράφηση, που έγινε για λογαριασμό της δισκογραφικής Παρλοφόν, όταν η Κολούμπια την έκοψε λόγω της ιδιαίτερης χροιάς της φωνής της! Όταν ωστόσο η Κολούμπια είδε έκπληκτη το «Μη ζητάς φιλιά» να γίνεται ασύλληπτη επιτυχία, αναγνώρισε το λάθος της και της εξασφάλισε πολυετές συμβόλαιο.



Η Βέμπο ηχογραφεί δίσκους των 78 στροφών, που γίνονται όλοι κορυφαίες επιτυχίες. Το 1935 γράφει η ίδια τους στίχους για το τραγούδι «Ας πεθάνω», που μπαίνει στα στόματα όλου του κόσμου. Η καριέρα της ακολουθεί συνεχώς ανοδική πορεία και τίποτα δεν φαίνεται να μπορεί να την ανακόψει.



Το 1936 θα συνεχιστεί το ίδιο μοτίβο, με τη Βέμπο να ηχογραφεί πυρετωδώς και τον κόσμο να σιγοτραγουδά τις κορυφαίες επιτυχίες της «Αφήστε με να πιω», «Να γιατί ακόμα σ' αγαπώ», «Δεν έχεις τίποτα, μα έχεις κάτι», «Κι αν μ' αγαπάς μη μου το πεις», «Συγνώμη σου ζητώ συγχώρεσέ με», «Κάτι με τραβά κοντά σου» και πολλά πολλά ακόμα.



Το φθινόπωρο του 1937, όντας και πάλι στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, της γίνεται πρόταση από τον παραγωγό Τόγκο Μιζράχη για να συμμετέχει στην ταινία του «Προσφυγοπούλα». Το ντεμπούτο της στο σινεμά ακολουθεί την ίδια πορεία με το μουσικό στερέωμα.



Το 1938 είναι η χρονιά της, με την ίδια να γράφει Ιστορία: η Κολούμπια, στο νέο συμβόλαιο της Βέμπο, της παραχωρεί το 10% των κερδών από την πώληση των δίσκων της, την ίδια στιγμή που οι υπόλοιποι τραγουδιστές πληρώνονταν μεροκάματο για τη δισκογραφία τους! Ταυτοχρόνως, κυκλοφορεί το «Κάποιο μυστικό» και το «Κλαις», που γράφουν τη δική τους ιστορία στο ελληνικό πεντάγραμμο.



Και σαν να μην έφταναν αυτά, το καλοκαίρι του 1938 η πρώτη πειραματική μετάδοση της ελληνικής ραδιοφωνίας γίνεται με τα τραγούδια της Βέμπο, που χαλούσαν κόσμο! Η ίδια είναι πια καταξιωμένη ερμηνεύτρια του ελαφρού τραγουδιού, ενώ την επόμενη χρονιά θα δοκιμαστεί και σε άλλα μουσικά ειδή, συνεχίζοντας πάντα τις θεατρικές εμφανίσεις.



Ερμηνεύει δύο ταγκό, τα «Στην ακρογιαλιά» και «Χειμώνας», ενώ δοκιμάζεται και στην τζαζ σύνθεση, μέσω του κομματιού του σπουδαίου μουσικοσυνθέτη Απόστολου Μοσχούτη «Δυο λουλούδια σε μιαν άκρη».



Ο πόλεμος και η «Τραγουδίστρια της Νίκης»




Την αδιανόητη για την εποχή καριέρα της Βέμπο δεν μπορούσε να τη σταματήσει τίποτα, ούτε καν ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος! Και όχι μόνο αυτό, αλλά οι ελληνικο-ιταλικές εχθροπραξίες θα εκτόξευαν ακόμα περισσότερο τη μουσική της πορεία.

Η φωνή της συνοδεύει ιδανικά τα πατριωτικά και σατιρικά τραγούδια, εμψυχώνοντας τους στρατιώτες που έδιναν τη ζωή τους στο μέτωπο. Οι στίχοι αλλάζουν στο πατριωτικότερο και η Βέμπο γίνεται η φωνή του ελληνισμού που βάλλεται.



Η ίδια συμβάλει στον πόλεμο και με έναν άλλο τρόπο: προσφέρει στο Πολεμικό Ναυτικό 2.000 χρυσές λίρες ως οικονομική βοήθεια και δεν σταματά να βοηθά όπως μπορεί τον ελληνικό αγώνα.



Με την είσοδο των ναζιστικών στρατευμάτων στην Αθήνα, η Βέμπο φυγαδεύεται στη Μέση Ανατολή, όπου συνεχίζει να τραγουδά για τα ελληνικά (και συμμαχικά) στρατεύματα της περιοχής.



Η Βέμπο ήταν πια σύμβολο ενός έθνους, ταυτίζοντας το όνομά της με τον ελληνικό αγώνα για ελευθερία...

Μεταπολεμική καριέρα και προσωπική ζωή



Μετά τον πόλεμο, η καριέρα της Βέμπο συνεχίστηκε με τον ίδιο αμείωτο ρυθμό. Το 1949 απέκτησε τη δική της θεατρική στέγη στο Μεταξουργείο, το «Θέατρον Βέμπο», αναβιώνοντας το θεατρικό είδος της επιθεώρησης με σατιρικά έργα, που καθιέρωσαν μάλιστα στις συνειδήσεις του κοινού μεγάλους κωμικούς.

Ο μακροχρόνιος δεσμός που διατηρούσε η μεγάλη μας ερμηνεύτρια με τον συγγραφέα και στιχουργό Μίμη Τραϊφόρο θα καταλήξει σε γάμο το 1957, που θα διαρκέσει μέχρι τον θάνατο της Βέμπο.



Η ίδια προοδευτικά θα μειώσει τις εμφανίσεις της στο σανίδι, παίζοντας πλέον σε προσεκτικά επιλεγμένες παραστάσεις καθ' όλη τη δεκαετία του '60. Παράλληλα, εμφανίζεται στην ταινία «Στέλλα» το 1955 και στη «Στουρνάρα 288» το 1959.



Η επόμενη δεκαετία θα τη βρει να έχει σταματήσει οριστικά τις δημόσιες εμφανίσεις. Σε μια τελευταία επίδειξη του φιλελεύθερου πνεύματός της, κρύβει στο σπίτι της φοιτητές από τις χουντικές δυνάμεις τη βραδιά του Πολυτεχνείου, τους οποίους αρνείται να παραδώσει στην Ασφάλεια που χτυπά επίμονα την πόρτα της. Η Βέμπο συμμετείχε από την πρώτη στιγμή στο αντιδικτατορικό κίνημα.



Η μεγάλη κυρία του ελληνικού πενταγράμμου, που έκανε το πανελλήνιο να ριγά με τη φωνή της, πέθανε από εγκεφαλικό επεισόδιο στις 11 Μαρτίου 1978. Η Σοφία Βέμπο, που συνέδεσε τη ζωή και τη φωνή της με τις δυσκολίες και τις περιπέτειες της χώρας μας, αποθεώθηκε στην κηδεία της από πλήθος κόσμου, που φάνηκε να χάνει την εθνική του ηρωίδα...

Σοφία Βέμπο 1910 – 1978

Σοφία Βέμπο
Η Έφη Μπέμπο, όπως ήταν το πραγματικό της όνομα, γεννήθηκε στις 10 Φεβρουαρίου του 1910 στην Καλλίπολη της Ανατολικής Θράκης. Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, η οικογένειά της εγκαταστάθηκε στην Τσαριτσάνη του νομού Λάρισας και κατόπιν στο Βόλο, όπου οι γονείς της εργάστηκαν ως καπνεργάτες.
Ξεκίνησε την καλλιτεχνική της πορεία τυχαία το 1930, τραγουδώντας σ' ένα ζαχαροπλαστείο της Θεσσαλονίκης για να συνεισφέρει οικονομικά στο σπίτι της. Τρία χρόνια αργότερα κατέβηκε στην Αθήνα, όπου προσελήφθη από τον θεατρικό επιχειρηματία Φώτη Σαμαρτζή στο «Κεντρικόν», προκειμένου να συμμετάσχει στην επιθεώρηση «Παπαγάλος 1933». Την ίδια περίοδο υπέγραψε και το πρώτο της συμβόλαιο στη δισκογραφική εταιρία Columbia, ερμηνεύοντας ερωτικά τραγούδια της εποχής και λόγω της ιδιαίτερης μπάσας φωνής της η καταξίωση δεν άργησε να έρθει.
Με την κήρυξη του πολέμου το 1940 ανέλαβε την εμψύχωση των ελλήνων στρατιωτών στο μέτωπο με πατριωτικά και σατυρικά τραγούδια, ενώ πρωταγωνίστησε σε επιθεωρήσεις που προσάρμοζαν το θέμα τους στην πολεμική επικαιρότητα. Όταν τα ναζιστικά στρατεύματα εισήλθαν στην Αθήνα φυγαδεύτηκε στη Μέση Ανατολή, όπου συνέχιζε να τραγουδά για τα εκεί ελληνικά και συμμαχικά στρατεύματα. Έγινε σύμβολο του έθνους, ταύτισε το όνομά της με το αλβανικό έπος και χαρακτηρίστηκε «Τραγουδίστρια της Νίκης».
Το 1949 απέκτησε δική της θεατρική στέγη στο Μεταξουργείο. Σε μια εποχή που θέατρα έκλειναν και μετατρέπονταν σε κινηματογράφους, η Βέμπο επανέφερε την επιθεώρηση, ανεβάζοντας έργα που διατήρησαν ζωντανή την παράδοση της λαϊκής σάτιρας και καθιέρωσαν τους μεγάλους κωμικούς μας. Ταυτόχρονα, έβαλε τα θεμέλια μιας καινούριας εποχής για το ελληνικό τραγούδι, λανσάροντας το «αρχοντορεμπέτικο».
Όλα αυτά τα χρόνια, η Σοφία Βέμπο διατηρούσε δεσμό με τον συγγραφέα και στιχουργό Μίμη Τραϊφόρο, με τον οποίο παντρεύτηκε τελικά το 1957.
Το 1959 πρωταγωνιστεί στην κινηματογραφική ταινία «Στουρνάρα 288», όπου υποδύεται μια διάσημη τραγουδίστρια που ξεχάστηκε από τους θαυμαστές της κι εργαζόταν ως καθηγήτρια πιάνου. Είχε προηγηθεί η συμμετοχή της το 1955 στην κλασσική «Στέλλα» και το 1938 στην «Προσφυγοπούλα», όπου είχε κάνει και το ντεμπούτο της στη μεγάλη οθόνη.
Στα μέσα της δεκαετίας του '60 άρχισε να αραιώνει τις θεατρικές εμφανίσεις της και στις αρχές της επόμενης δεκαετίας αποσύρθηκε οριστικά. Την περίοδο 1967-1974 συμμετείχε στον αντιδικτατορικό αγώνα. Τη βραδιά του «Πολυτεχνείου» άνοιξε το σπίτι της κι έκρυψε φοιτητές, τους οποίους αρνήθηκε να παραδώσει όταν η ασφάλεια χτύπησε την πόρτα της.
Πέθανε στις 11 Μαρτίου του 1978 και η κηδεία της μετατρέπεται σ' ένα πάνδημο συλλαλητήριο.

ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/biographies/155#ixzz3HMkSRxNC

Κυριακή 28 Σεπτεμβρίου 2014

Τα όνειρα στα έργα Παπαδιαμάντη και Ντοστογέφσκι


Η παρούσα ανακοίνωση παρουσιάζει μια ακόμα προσπάθεια αντιπαραβολής του «Εγκλήματος και Τιμωρίας» του Ντοστογιέβσκι και της «Φόνισσας» του Παπαδιαμάντη. Σκοπεύουμε να αποδείξουμε ότι παρ’ όλες τις επιφανειακές συμπτώσεις υπάρχει μια ουσιώδης διαφορά στην κοσμοθεωρία και αφηγηματικές στρατηγικές των δύο συγγραφέων.
Το μυθιστόρημα του Ντοστογιέβσκι «Έγκλημα και τιμωρία» έγινε σημείο αναφοράς για την ανάπτυξη της κοινωνικής θεωρίας και της φιλοσοφικής σκέψης εν μέρει χάρη στην επιρροή του μεγάλου Ρώσου στοχαστή Μιχαήλ Μαχτίν. Το μυθιστόρημα για τον Μπαχτίν νοείται ως αλληλεπίδραση των ισάξιων φωνών ενώ η ηθική αντιμετωπίζεται ως ένα είδος πρωταρχικού ενδιαφέροντος για το έτερο. Τον όρο πολυφωνία ο Μπαχτίν δανείζεται από την θεωρία της μουσικής, η οποία τον ενδιέφερε από πολύ πρώιμη εποχή.
ntostogefski4
Η αντιπαραβολή του «Εγκλήματος και Τιμωρίας» και της «Φόνισσας» από καιρό απασχολεί τους ερευνητές. Είναι ολοφάνερο ότι μιά τέτοια αντιπαραβολή μας βοηθάει να προχωρίσουμε στην αποκωδικοποίηση και των δύο έργων και σαν αποτέλεσμα να κατανοήσουμε καλύτερα τα πολιτισμικά συμφραζόμενα.
Η σύγκριση των δύο συγγραφέων στηρίζεται σε πολλά κοινά στοιχεία – στην παρούσα ανακοίνωση γίνεται μια προσπάθεια να ξανακοιτάξουμε από λίγο διαφορετική γωνιά μερικά από αυτά τα σημεία μεταξύ των οποίων βρίσκονται
• οι βιογραφικές συμπτώσεις και παραλληλισμοί
• η τάση αισθητικοποίησης της κοινωνίας και κοινωνικοποίησης της αισθητικής
• οι παρόμοιες τακτικές στην αντιμετώπιση της γλώσσας και μερικά άλλα.
Στην ανακοίνωση εστιαζόμαστε στο θέμα των ονείρων το οποίο έχει μεγάλη σημασία στα δύο μυθιστορήματα. Η ονειρική εμπειρία είναι άκρως σημαντική και ερμηνεύεται συνήθως σαν ταξίδι της ψυχής στον άλλο – (τον κάτω ή τον πάνω) κόσμο.
Εκτός από το περιεχόμενο των ονείρων φαίνεται πολύ σημαντική και η κατάσταση του κοιμώμενου: η αϋπνία οδήγησε τη Φραγκογιαννού, την πρωταγωνίστρια της «Φόνισσας»,  σε παραφροσύνη, ο Ρασκόλνικοβ στο «Έγκλημα και τιμωρία», αντίθετα, κοιμάται υπερβολικά πολύ μετά τη δολοφονία ενώ μερικά σημαντικά πρόσωπα (όπως ο Σβιντριγκάιλοβ π. χ.) εμφανίζονται τη πρώτη φορά σαν από μια ονειρική διάσταση. Τα όνειρα βλέπουν κυρίως οι πρωταγωνιστές. Και στα δύο μυθιστορήματα τα όνειρα αποτελούν μια επίδειξη τύψεων των πρωταγωνιστών.
Ο καθένας βλέπει ένα καθοριστικό του όνειρο: στο «Έγκλημα και τιμωρία» τέτοιο όνειρο είναι η εφιάλτη του Ρασκόλνικοβ για τη γριά τοκογλύφο που γελάει. Μετά το όνειρο αυτό ο Ρασκόλνικόβ τελικά συνειδητοποιεί ότι η ιδέα του ναυάγησε. Στη “Φόνισσα”  τέτοιο όνειρο είναι το τελευταίο όνειρο της Φραγκογιαννού, μετά το οποίο η γριά λέει ότι καλύτερα είναι να πεθάνει παρά να βλέπει τέτοια όνειρα και σε λίγο αυτοκτονεί.
Οι δύο συγγραφείς περιγράφουν τα όνειρα των πρωταγωνιστών τους σε πολλές λεπτομέρειες και αυτό δημιουργεί μια ιδιόρρυθμη αισθητική της εφιάλτης . Η βασική διάφορα στην ερμηνεία των ονείρων έχει ως εξής: στη «Φόνισσα» όλα τα όνειρα είναι συνδεδεμένα με τη πρωταγωνίστρια, στο «Έγκλημα και τιμωρία» όμως παράλληλα με τα όνειρα του Ρασκόλνικοβ περιγράφονται και τα όνειρα του Σβιντριγκάιλοβ, που έχουν τη δική τους πλοκή.
(Το κείμενο αποτελεί περίληψη εκτενέστερης εισήγησης από το Ε΄Συνέδριο Ευρωπαϊκής Εταιρείας  Νεοελληνικών Σπουδών των Fatima Eloeva, Arina Reznikova.)

Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2014

Ο «Θεός» του Καζαντζάκη και του Νίτσε

Ο «Θεός» του Καζαντζάκη και του Νίτσε

Η Συμβολή του στην Εδραίωση της Παγκοσμιοποίησης και γιατί ο «Νέος Τραγικός Πολιτισμός θα Αναπηδήσει απο την Γερμανία»
Στο προηγούμενο άρθρο μας, με τίτλο «Νίκος Καζαντζάκης. Η Συμβολή των Ιδεών του στο “Κοινωνικό Ολοκαύτωμα” που Συντελείται στην Σύγχρονη Ελλάδα», είχαμε επικεντρωθεί στα περιεχόμενα του προλόγου του “ταξιδογραφήματός” του, «Ταξιδεύοντας-Αγγλία» (1940), το οποίο προσέφερε, σε κυριακάτικο φύλλο της, εφημερίδα πανελλαδικής εμβέλειας. 
«Φυσική» Ηθική και Μετάλλαξη: Στό άρθρο αυτό, είχαμε αναλύσει τους τρόπους με τους οποίους η μεταφυσική αντίληψη του Καζαντζάκη οδηγεί τον ανυποψίαστο αναγνώστη στην αποδοχή ενός κόσμου ιερχαρχημένου βάσει της «φυσικής» ηθικής, όπου κυριαρχεί ο δυνατώτερος και επιζεί ο πλέον προσαρμοζόμενος, και όπου δεν υπεισέρχεται το έλεος έναντι των αδυνάμων, πόσον μάλλον θέμα ελευθερίας τους (όπως συμβαίνει και στον σατανισμό, όπου, για τους Δυνατούς, «Το “Θέλω” είναι ο Νόμος», άρα «οι σκλάβοι πρέπει να υπηρετούν».
«Να Ενωθούμε με τον Θεό»: Στην συνέχεια, η ίδια εφημερίδα προσέφερε τα βιβλία «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται» και «Ο Τελευταίος Πειρασμός»- που είχαν, προ πεντηκονταετίας, προκαλέσει σάλο και τον παρ’ ολίγο αφορισμό του συγγραφέα απο την Ορθόδοξη Εκκλησία- διαφημίζοντας τηλεοπτικώς ένα εξ αυτών ως λογοτεχνικό έργο διά του οποίου ο Καζαντζάκης μας παροτρύνει «να ενωθούμε με το Θεό».

Αυτό μας προβλημάτισε ιδιαίτερα, διότι, ήδη απο το 1940, ο Καζαντζάκης χαρακτήριζε ως παρωχημένο τον Χριστό, και εξωθούσε τους αναγνώστες του να τον αντικαταστήσουν με κάποιον άλλον θεό, πιό σύγχρονο και πιό αποτελεσματικό: «Γιατί γυρίζετε πίσω; (…) Έκαμε ο Χριστός το χρέος του, έδωκε μιαν απάντηση σε άλλες εποχές, σε άλλα προβλήματα (…) Τώρα άλλαξε το πρόσωπο της αγωνίας, γύρισε ο τροχός».
Ο «Μεγάλος Ανθρωποφάγος Κεραυνός»: Εξάλλου, όταν ο Καζαντζάκης αναφέρεται στον «μεγάλο ανθρωποφάγο κεραυνό που ονομάζουμε “Θεό”», οπωσδήποτε δεν εννοεί τον Ελεήμονα Τριαδικό Θεό· τον Οποίον σαφώς απορρίπτει με ρήσεις όπως, π.χ.: «Κι είναι μεγάλο ατύχημα που η λέξη «Πνέμα» στην ελληνική γλώσσα είναι ουδέτερου γένους· αν ήταν θηλυκού, θα ‘χαμε τη σωστή πανανθρώπινη, βαθύτερη απο κάθε θρησκευτικό δόγμα Άγια Τριάδα: Πατέρα, Μάνα, Γιο». Τον Τριαδικό Θεό, ως δημιουργό του κόσμου εκ του μηδενός, απορρίπτει ο Καζαντζάκης και «όταν, τανύζοντας στο ακρότατο σημείο –όπου αρχίζει να τρίζει ο εγκέφαλος– την μνήμη, μάχεται να θυμηθεί πώς ήταν το πρωτόγονο Χάος, πριν να ‘ρθει ο νους να το στενέψει και να το νοικοκυρέψει σε “κόσμο”, δηλαδή, σε ανθρώπινη τάξη».
Τον Προσωπικό Θεό και την μοναδικότητα του ανθρωπίνου Προσώπου καταργεί ο Καζαντζάκης σέ ρήσεις όπως π.χ.: «Όλοι είμαστε ένα. Όλοι είμαστε Θεός», ή «ο Θεός –θέλω να πω: η σημερινή ανώτατη λαχτάρα του ανθρώπου» κ.ά., που οδηγούν τον αποίμαντο αναγνώστη στην αυτοθέωση, την οποίαν, η μεν Ορθόδοξη Πατερική Παράδοση απορρίπτει ως εωσφορική, οι δε ομάδες της «Νέας Εποχής» προωθούν στους δυτικούς οπαδούς τους, ώστε να τους μεταλλάξουν καταλλήλως, εν όψει τής παγκοσμιοποίησης.
Θεός και Παγκοσμιοποίηση: Απο την πλευρά τους, οι εκδόσεις «Καζαντζάκη», στις οποίες ανήκει το σύνολο των έργων του, έχουν επιλέξει ως έμβλημά τους το σύμβολο Γίν-Γιάνγκ του Ταοϊσμού, ο οποίος «οδήγησε στην ανακάλυψη μιάς ανώνυμης κοσμικής αρχής», ενώ αργότερα ενσωμάτωσε, μεταξύ άλλων, το δόγμα της μετενσάρκωσης και την γιόγκα. Στον Ταοϊσμό –διευκρινίζουμε εμείς– δεν υπεισέρχονται, ούτε καν ως απλές έννοιες, ο Προσωπικός Τριαδικός Θεός, το Μέγα Έλεός Του και η «ένθεη λογικότητα του κόσμου», ούτε υπεισέρχονται ως αυταξίες, ο άνθρωπος και η μία και μόνη ζωή του, πόσον μάλλον η κοινωνική ελευθερία και άλλες ανάλογης σημασίας δυτικογενείς ηθικο-θρησκευτικές έννοιες.
Δοθέντος, λοιπόν, ότι, ο θεός του Καζαντζάκη δεν είναι ο Ελεήμων Τριαδικός Θεός, και δοθέντος ότι «ά θύει τα έθνη, δαιμονίοις θύει» σε ότι αφορά στον Ταοϊσμό, εγείρεται το εξής ερώτημα: με ποιόν «θεό» καλούμεθα να ενωθούμε, μέσω του Καζαντζάκη, στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και γιατί;
Αναζητώντας την «Αλήθεια»: Πάντως, σέ διάσπαρτες αναφορές του στο ίδιο “ταξιδογράφημα” –και ιδίως στο ενδεκασέλιδο αφιέρωμά του στον πνευματικό του πατέρα, Φρειδερίκο Νίτσε (1844-1900)– ο Καζαντζάκης αποκαλύπτει αρχικά ότι, η «αλήθεια» αμφοτέρων βασίσθηκε στην ινδουϊστική μεταφυσική αντίληψη ότι, η ζωή είναι ψευδαίσθηση (μιά «Μάγια»): «Ο κόσμος είναι δημιούργημα δικό μου· όλα όσα ξεκρίνω, ορατά κι αόρατα, είναι όνειρο πλάνο. Μία θέληση μονάχα υπάρχει, τυφλή, χωρίς αρχή και τέλος, χωρίς σκοπό, αδιάφορη, μήτε λογική μήτε παράλογη, άλογη, τεράστια. (…) Πρόοδο δεν υπάρχει, λογικό δεν κυβερνάει τη μοίρα, οι αφηρημένες έννοιες, οι θρησκείες, οι ηθικές, είναι ανάξιες παρηγοριές για τους ανίδεους και τους δειλούς».
Σύμφωνα με την νιτσεϊκή εκδοχή της «Μάγια» –που εμπεριέχει και το δόγμα τής μετενσάρκωσης–, το «σύμπαντο» διέπει μια ανηλεής και αυθαίρετη Δύναμη, η οποία ενυπάρχει στα πάντα (και στους ανθρώπους. Ως εκ τούτου, τα πάντα είναι ένα, τα πάντα είναι “θεός”, και επομένως, όλοι οι άνθρωποι είμαστε ένα, και άρα, όλοι είμαστε “θεός”, και όλοι είμαστε ανηλεείς και αυθαίρετοι. Συγχρόνως, όμως, τίποτα δεν είναι πραγματικό, και τίποτα –ούτε ο ίδιος ο άνθρωπος, ο πόνος, η δυστυχία του και η ζωή του– έχει αξία ή σημασία.
Η «Θέληση να Κυριαρχείς»: Ο Νίτσε αποφάσισε να βελτιώσει την «Μάγια» του, προσθέτοντας ότι, «η ζωή δεν είναι μονάχα θέληση να ζεις· είναι κάτι εντονότερο: θέληση να κυριαρχείς! Δε χορταίνει η ζωή να συντηρείται μονάχα· θέλει ν’ απλώνεται και να καταχτάει»· δηλαδή: «η ουσία της ζωής είναι η λαχτάρα ν’ απλωθεί και να κυριαρχήσει και μονάχα η δύναμη είναι άξια να ‘χει δικαιώματα». Την βελτίωση αυτή –που ίσως εκπήγαζε από μια υποσυνείδητη ανάγκη αντιστάθμισης και υπέρβασης των προσωπικών του ψυχοσωματικών αδυναμιών– υιοθετεί με ενθουσιασμό ο Καζαντζάκης –που είχε, και αυτός, τις δικές του ψυχοσωματικές αδυναμίες.
Ο «Τροχός του Καιρού»: Ακολούθησε το νιτσεϊκό «όραμα του αιώνιου Γυρισμού» του ανθρώπου στην ζωή, το οποίο είναι μια παραλλαγή της μετενσάρκωσης, υπό την έννοιαν ότι, κατ’ αυτήν, ο ίδιος άνθρωπος επανέρχεται στις ίδιες επακριβώς συνθήκες ζωής, αναρίθμητες φορές, και, επομένως: «Καμμιά λοιπόν ελπίδα το μελλούμενο να ‘ναι καλύτερο, καμμιά σωτηρία, πάντα οι ίδιοι, απαράλλαχτοι, θα στρουφογυρίζουμε στον τροχό του καιρού». Παρακάτω, θα δούμε ποια αλλαγή επέφερε ο Καζαντζάκης στο «όραμα» αυτό.
«Ανάξιες Παρηγοριές για Δειλούς»: Καταρρακωμένος, όμως, μετά απο μια μεγάλη ερωτική απογοήτευση, ο Νίτσε δειλιάζει μπροστά στο «όραμα» του δικού του «αιώνιου Γυρισμού» στις ίδιες συνθήκες: «Όχι, ποτέ ποτέ να μην ξαναζήσω τις ώρες τούτες! Πρέπει ν’ ανοίξω μια θύρα σωτηρίας στον κλειστό κύκλο του αιώνιου Γυρισμού!», τον φαντάζεται να αναφωνεί ο Καζαντζάκης, που συνεχίζει: «Γράφει τον Ζαρατούστρα, καινούρια ελπίδα άστραψε στο νου του, ο νέος σπόρος, ο Υπεράνθρωπος»· διευκρινίζει δε ότι, ο Νίτσε επινόησε τον Υπεράνθρωπο, επειδή «Ο αιώνιος Γυρισμός είναι χωρίς ελπίδα. Ο Υπεράνθρωπος είναι μιά μεγάλη ελπίδα».
Ο Υπεράνθρωπος ως «Λυτρωτής»: Ο Καζαντζάκης περιγράφει το πώς ο Νίτσε νοεί τον Υπεράνθρωπο ως ελπίδα: «Αυτός είναι ο σκοπός της γης, αυτός κρατάει τη λύτρωση. Αυτός είναι η απόκριση στο παλιό του ερώτημα: Μπορεί ο άνθρωπος να εξευγενιστεί; Ναι μπορεί! Κι όχι απο το Χριστό (…) παρά απο τον άνθρωπο τον ίδιο, απο τις αρετές και τους αγώνες μιας καινούριας αριστοκρατίας. Ο άνθρωπος μπορεί να γεννήσει τον Υπεράνθρωπο. Αυτός είναι ο σκοπός της ζωής, η πηγή της ενέργειας, ο Λυτρωτής (…) η νέα χίμαιρα που θα ξορκίσει τη φρίκη της ζωής». Γιατί, όμως, ο Καζαντζάκης χαρακτηρίζει τον νιστεϊκό Υπεράνθρωπο ως χίμαιρα, αφού έτσι τον ακυρώνει ως Λυτρωτή; Στο ερώτημα αυτό θα απαντήσουμε πιο κάτω.
Μεταφυσική Αριστοκρατία: Ως Υπεράνθρωπο-Λυτρωτή, ο Νίτσε  εννοεί έναν συγκεκριμένο τύπο ανθρώπου, απόλυτα σύμφωνου προς τις δικές του ψυχοπνευματικές ανάγκες, τον οποίον και εξιδανικεύει. Δηλαδή, χρίζει ως Λυτρωτές της ανθρωπότητας τους ολίγους και «εκλεχτούς», που –αρνούμενοι, ή αγνοούντες, τους περιορισμούς που θέτουν στον άνθρωπο οι δυτικογενείς ηθικο-θρησκευτικές «αφηρημένες έννοιες»– διακατέχονται από την «λαχτάρα ν’ απλωθούν και να κυριαρχήσουν» και από την πεποίθηση «πως μονάχα η δύναμη είναι άξια να ‘χει δικαιώματα». Στην ουσία, ο Νίτσε χρίζει ως διαχρονικούς «Λυτρωτές» της ανθρωπότητας τους αδίστακτους δυναμολάγνους εξουσιαστές.
Αλλά, με το να τους χρίζει και ως τους μόνους άξιους να έχουν δικαιώματα στην ζωή, ο Νίτσε θεμελιώνει και μεταφυσικά την επικράτηση μιας νέας κυρίαρχης τάξης “ευγενών”, διά της οποίας διαχωρίζει την ανθρωπότητα στους “δυνατούς” –και ολίγους– και στους πολλούς και “αδύναμους”· στοιχείο το οποίο ο Καζαντζάκης μεγιστοποιεί στα έργα του.
Διόνυσος και Υπεράνθρωπος: Για να περιγράψει την βούληση για κυριαρχία των Υπερανθρώπων-Λυτρωτών του, ο Νίτσε ανατρέχει στην εποχή που «στα στήθη της Ελλάδας βογκούσε το χάος, η μεγάλη πίκρα, η αντίκεια βουλή», επειδή σ’ αυτά κυριαρχούσε «Ένας αχαλίνωτος θεός, ο Διόνυσος», και τους ταυτοποιεί ως τους φορείς του «διονυσιακού πνέματος», της «διονυσιακής μέθης» και των «ακράτητων διονυσιακών δυνάμεων».
Ο Διόνυσος, Λυτρωτής τής Ευρώπης: Απο τον Διόνυσο και τους φορείς της μέθης του –δηλαδή, τους φορείς της βούλησης για κυριαρχία– προσμένει ο Νίτσε την «λύτρωση» της Ευρώπης, διότι, κατ’ αυτόν: «Η Ευρώπη χάνεται και πρέπει να υποβληθεί στην αυστηρή δίαιτα των αρχηγών. Η ηθική που σήμερα κυριαρχεί είναι έργο σκλάβων είναι συνωμοσία που οργάνωσαν οι αδύνατοι και το κοπάδι ενάντια στον δυνατό και τον τσοπάνη. Οι σκλάβοι αναποδογύρισαν με συφεροντολόγα πονηριά τις αξίες: κακός είναι, κήρυξαν, ο δυνατός, ο δημιουργός· καλός είναι ο άρρωστος κι ο ηλίθιος· δεν αντέχουν το πόνο· κατάντησαν φιλάνθρωποι χριστιανοί και σοσιαλιστές. Μονάχα ο Υπεράνθρωπος, σκληρός με τον εαυτό του, μπορεί να χαράξει καινούριες εντολές και να δώσει στις μάζες σκοπούς καινούριους».
Μέ άλλα λόγια, Νίτσε και Καζαντζάκης νοούν ως «λύτρωση» –της Ευρώπης, αλλά και ως δική τους– την αποδέσμευση απο τους ηθικούς φραγμούς και απο τους νόμους και θεσμούς που απορρέουν εξ αυτών, τους οποίους θέτουν στους αδίστακτους και δυναμολάγνους εξουσιαστές, ο αρχαιοελληνικός ανθρωπισμός και ο χριστιανικός θεανθρωπισμός.
Γερμανία καὶ «Τραγικός Πολιτισμός»: την επαναφορά του «διονυσιακού πνέματος» και των «ακράτητων διονυσιακών δυνάμεων» στην Γερμανία, ο Νίτσε ανίχνευε στην ολοένα πιο έντονη βούληση για κυριαρχία που εξέπεμπε η γερμανική μουσική: «Η γερμανική μουσική, απο τον Μπάχ ίσαμε τον Βάγκνερ, διαλαλεί τον ερχομό του» (σ.σ. του Διονύσου, δηλαδή, τής βούλησης γιά κυριαρχία). Και ήξερε ότι, όταν ο «αχαλίνωτος» αυτός θεός και οι ανεξέλεγκτες δυνάμεις του επικρατήσουν στην Γερμανία, θα γεννήσουν έναν «Νέο “τραγικό πολιτισμό”».
Ο Νίτσε, δηλαδή, ήξερε ότι, όπου κυριαρχεί η άλογη και τυφλή βούληση γιά δύναμη και κυριαρχία, αυτή «συντρίβει την ατομικότητα», «άνθρωποι και θεριά αδελφώνονται, ο θάνατος είναι κι αυτός ένα απο τα προσωπεία της ζωής και το παρδαλό μαγνάδι της πλάνης ξεσκίζεται κι’ αγγίζουμε στήθος με στήθος την αλήθεια: Όλοι είμαστε ένα. Όλοι είμαστε Θεός». Με άλλα λόγια, ο Νίτσε ήξερε τι τραγωδία μέλλει να προκαλέσει η «διονυσιακή μέθη» δυναμολαγνείας –που διέβλεπε ότι (ξανα)κυρίευε τον νου και στην ψυχή των Γερμανών, από τα τέλη ήδη του 19ου αιώνα: ο άνθρωπος θα μεταβληθεί σε απλό ζωικό όν (ο δε δυνατός, σε θηρίο)· ο θάνατος των αδυνάμων δεν θα έχει σημασία, αφού και η ζωή τους δεν θα έχει πια αξία· το πλέγμα των ηθικο-θρησκευτικών ορίων και αξιών θα διαρρηχθεί· όλοι (ιδίως οι δυνατοί) θα θεωρούν ότι όλα τους επιτρέπονται· και θα επικρατήσει το χάος, ο αλληλοσπαραγμός και η απόγνωση.
Προφήτης, ή Τροχιοδείκτης Τυραννίας; Το 1940, ο Καζαντζάκης αποκαλεί τον Νίτσε «προφήτη», ακριβώς διότι εκείνος είχε προβλέψει –σχεδόν τριάντα χρόνια πριν ακόμα και από τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο– ότι: «Ο νέος τραγικός πολιτισμός θ’ αναπηδήσει απο τη Γερμανία».
Τό γεγονός ότι, σήμερα, ο Νίτσε επαληθεύεται για τρίτη φορά –αφού πολλοί αναλυτές αναφέρονται πλέον σε μια «γερμανική Ευρώπη» και σε ένα οικονομικό Δ΄ Ράιχ– αποδεικνύει απλώς τα εξής: α)  ότι, οι εξουσιαστές γνωρίζουν ότι, αυτό που προστατεύει την ελευθερία των πολλών απο την τυραννία των ολίγων είναι το σύνολο των ηθικο-θρησκευτικών αξιών του ευρωπαϊκού πολιτισμού (εξ ού και η απέχθειά τους προς τον αρχαιοελληνικό ανθρωπισμό και το μένος τους κατά του χριστιανικού θεανθρωπισμού)· και β) ότι, μελετώντας προσεκτικά τον Νίτσε (και, αργότερα το πνευματικοπαίδι του, τον Καζαντζάκη), οι εξουσιαστές αναγνώρισαν στην αναδυόμενη γερμανική βούληση για κυριαρχία, την ψυχοπνευματική αχίλλειο πτέρνα της Ευρώπης. Και έδρασαν αναλόγως.
Η Εκδίκηση τής Λογικής: Ο Νίτσε –που, εκτός από τον χριστιανισμό, απέρριπτε και την Λογική (και πέθανε διεγνωσμένα παράφρων)– ουδέποτε αποτελείωσε το «Τάδε Έφη Ζαρατούστρας», διότι τα ίδια του τα «οράματα» τον έθεταν ενώπιον των εξής λογικών αδιεξόδων: «Ο αιώνιος Γυρισμός είναι χωρίς ελπίδα· ο Υπεράνθρωπος είναι μια μεγάλη ελπίδα· πώς μπορούν τα δυο αυτά αντικρουόμενα οράματα ν’ αρμονιστούν;». Αφού, δηλαδή, η ανθρωπότητα είναι δεσμευμένη στον τροχό του «αιώνιου Γυρισμού» της προς τις ίδιες επακριβώς συνθήκες ζωής και προς την ίδια επακριβώς «φρίκη» της, πως και απο τι μέλλει να την «λυτρώσει» η κάστα των Υπερανθρώπων-Λυτρωτών;
«Η ψυχή του Νίτσε απο τότε πια φτεροκοπάει στον γκρεμό της παραφροσύνης», γράφει ο Καζαντζάκης· χωρίς παρ’ όλα ταύτα να πάψει να θαυμάζει τον μεν Νίτσε ως «προφήτη» και «Μεγαλομάρτυρα», τον δε Υπεράνθρωπο ως κάστα αδίστακτων εξουσιαστών· αλλά και χωρίς ο ίδιος να επιλύει το πρόβλημα τής λύτρωσης τής ανθρωπότητας απο την «φρίκη της ζωής».
Καζαντζάκης και «Δύναμη»: Και, δεν επιλύει το πρόβλημα αυτό, διότι, απλά, δεν το θεωρεί πρόβλημα. Ως πιο “δυνατός” από τον Νίτσε, ο Καζαντζάκης αφαιρεί το προσωπείο του Διονύσου, για να μας αποκαλύψει μια αόρατη μεν, αλλά απόλυτα υπαρκτή οντότητα, την οποίαν αρχικά αποκαλεί «μεγάλη μυστική Δύναμη». Παραλλήλως, εγκαταλείπει και τα αλληγορικά-μυθολογικά περί  του Υπερανθρώπου ως φορέα των διονυσιακών δυνάμεων, για να τον ταυτοποιήσει πλέον ως φορέα της βούλησης για κυριαρχία της αόρατης αυτής οντότητας, στην οποίαν αποδίδει τις ακόλουθες ιδιότητες:
«Υπάρχει, φαίνεται, μία Δύναμη έξω και μέσα στον άνθρωπο, που θαρρείς ένα και μόνο σκοπό έχει: ν’ ανέβει». Πού; σέ ποιόν ανήφορο; Κανένας δεν ξέρει· κάπου κάπου μονάχα μπορούμε, αφουκραζόμενοι το αίμα μας, να μαντέψουμε το ρυθμό της. Κι όταν μια πράξη, ένας άνθρωπος, ένας στοχασμός, πεταχθούν στο δρόμο της, εμποδίζοντας το ανέβασμα της, την κυριεύει θυμός. Όχι θυμός· λύσσα. Χιμάει, χτυπάει τυφλά, ξεκάνει σωρό καλούς και κακούς, ξεσκίζει η ίδια τις σάρκες της, σα να ‘ταν και το κακό τούτο, και το εμπόδιο τούτο, που μπήκε στο ανηφόρισμά της, σάρκα απο τη σάρκα της· ρυθμός και παράβαση ρυθμού, σα να ‘ταν και τα δυο μέσα στη φύση της. Γι αυτό η φοβερή αυτή Δύναμη δεν μπορεί να σκοτώσει την ατιμία, το έγκλημα, το πάθος, την προστυχιά, χωρίς να πληγώσει βαριά τον εαυτό της». (…) «Πότε χιμάει μανιασμένη να πνίξει το κακό, σα να’ ταν ο μεγαλύτερος της οχτρός, πότε χαίρεται να συντρίβει ό,τι καλύτερο έχει ο κόσμος τούτος. Αν ήταν χωρίς ηθικές λαχτάρες, γιατί τότε να πολεμάει με τόση λύσσα την αδυναμία, την ατιμία, την ψευτιά; Κι αν είχε ηθικές λαχτάρες, γιατί να σκοτώνει με τόση σιγουράδα και κακεντρέχεια τις μεγάλες ψυχές;»
Περιγράφοντας την «Δύναμη» αυτή ως διφυή, ο Καζαντζάκης προσεγγίζει το αντιθετικό ζεύγος δυνάμεων του Γίν-Γιάνγκ. Χαρακτηρίζοντάς την, όμως, ως φοβερή, λυσσαλέα, άλογη, αμείλικτη, αυθαίρετη, κακόβουλη, καταστροφική και ανθρωποκτόνο –καί σέ άλλο σημείο, ως «αχόρταγη, πονηρή και ανήλεη»–, την ταυτοποιεί σαφώς ως το Απόλυτο Κακό, αποδεικνύοντας –αν όχι σε τί «θύει» τα έθνη– σε τί «θύει» ο ίδιος.
Τό Απόλυτο Κακό, Μόνη Πηγή Ζωής: Ο Καζαντζάκης, δηλαδή, δεν επιλύει το πρόβλημα της λύτρωσης της ανθρωπότητας απο την φρίκη της ζωής, διότι θεωρεί το Απόλυτο Κακό ως την μόνη πηγή ζωής, δημιουργίας και ενέργειας και ως την μόνη κινητήριο δύναμη της ανθρωπότητας: «Αν κόψεις όλα τα ελαττώματα απο μια ψυχή, αυτή παραμορφώνεται και μαραίνεται. Γιατί χάνει μερικές, ίσως τις πιο βαθιές, ρίζες της που της φέρνουν θροφή απο τα χώματα. Και της δίνουν δύναμη να βαστάει και ν’ αντέχει στο αποκρουστικό θέαμα της καθημερινής φθοράς και του καθημερινού θανάτου, (…) «μονάχα οι ξεθυμασμένοι –και προ πάντων οι εντελώς ξεθυμασμένοι, οι νεκροί– είναι λυτρωμένοι απο κάθε κακία». (Κατ’ αυτόν, δηλαδή, οι Άγιοί μας ήσαν ζωντανοί-νεκροί.)
Αφουκραζόμενος το Δικό του «Αίμα»: την παρουσία της βούλησης για κυριαρχία της άλογης, κακόβουλης και ανθρωποκτόνου αυτής -αόρατης, αλλά υπαρκτής- οντότητας ο Καζαντζάκης εντοπίζει παντού και στα πάντα. Π.χ., την βλέπει να εκφράζεται στην γοτθική θρησκευτική αρχιτεκτονική ως «κάτι παράφορο κι ορμητικό, μια ένθεη αλλοφροσύνη που συνεπαίρνει ξάφνου τον άνθρωπο και τον κάνει να εξορμάει στην γαλάζιαν ερημιά και να ζητάει να αιχμαλωτίσει τον μεγάλο ανθρωποφάγο κεραυνό που ονομάζουμε “Θεό”». Ακόμα και στις «τίγρες» βλέπει «το πιο αποκαλυπτικό, το πιο αντιπροσωπευτικό δημιούργημα της ζωής. Είναι η καθαρή ουσία της φοβερής δημιουργικής κίνησης, η γυμνή, αχόρταγη, πονηρή, ανήλεη δύναμη, λυγερή πολύ κι όλο ύπουλη επικίντυνη χάρη –απαράλλαχτη σαν το Πνέμα. Αν το Πνεύμα ήταν ορατό, έτσι σαν τον τίγρη θα περπατούσε, και θα ‘τρωγε την ίδια τροφή: κοτρώνια κρέας. Κι έτσι, με το ίδιο κίτρινο μάτι, πιτσιλισμένο αίμα, θα κοίταζε τους ανθρώπους. Όχι σαν οχτρός, ούτε σα φίλος· σαν κρέας».
Την βούληση για κυριαρχία της δύναμης του Απόλυτου Κακού –η οποία βλέπει την ανθρωπόμαζα σαν «κρέας», δηλαδή, σαν απρόσωπη και αναλώσιμη οργανική ύλη– ο Καζαντζάκης εντοπίζει και μέσα του. Εξ άλλου, ο τρόπος με τον οποίον την περιγράφει, μαρτυράει έντονη εμπειρία της επενέργειάς της εντός του.
Μεταγγίζοντας το «Αίμα» του: Αυτήν ενσταλάζει και στους ανυποψίαστους ή αποίμαντους ή άθεους αναγνώστες του, διά της υποβολής. Η πιο συνήθης πρακτική του είναι η χρήση του πρώτου πληθυντικού προσώπου, διά του οποίου τους συμπαρασύρει στην δίνη της δικής του εμπειρίας, και στην ένωσή τους με τον δικό του «θεό». Όσοι παρασύρονται χωρίς να το συνειδητοποιούν, γίνονται μοιρολάτρες και υποταγμένοι. Όμως, όσοι βρίσκουν, στην «Δύναμη» αυτή, το άλλοθι για την αγριότητα της δικής τους βούλησης για κυριαρχία, αυτοί αποκτούν την αυτοσυνειδησία των «εκλεχτών», στους οποίους όλα επιτρέπονται, και μεταλλάσσονται σε συνειδητούς Θύτες (όπως οι παγκοσμιοποιητές και οι αρωγοί τους).
Η Φωνή του Δαίμονα: Επί παραδείγματι, με αφορμή τις σαιξπηρικές τραγωδίες –και ενώ μαίνεται ο πόλεμος στην Ευρώπη– ο Καζαντζάκης υποβάλλει στους δυτικούς αναγνώστες του ότι, όλοι αντιλαμβανόμαστε, «μέσα μας», την ύπαρξη μιας «άλλης φωνής»:
«Μέσα μας μια φωνή, ο “ανθρωπος”, είναι φυσικό να πονάει τους ανθρώπους και ν’ αποτροπιάζεται το αίμα· μα μέσα μας υπάρχει και μια άλλη φωνή, που δε νοιάζεται για την ασφάλεια, την καλοπέραση και την ευτυχία του ανθρώπου και ξέρει πως, χωρίς τον Πατέρα Πόλεμο, θα βούρκιαζε, στεκάμενο νερό, η ζωή. Η απάνθρωπη αυτή φωνή μέσα στον άνθρωπο δεν είναι δική μας· είναι κάποιου δαίμονα που ενεδρεύει στην ψυχή του ανθρώπου, απάνθρωπη και υπεράνθρωπη. Ή καλύτερα: Περάνθρωπη, που φωνάζει, και μάχεται για σκοπούς πέρα απο τον άνθρωπο. Κι η φωνή αυτή “ελπίζει” πως ο πόλεμος δε θα πάψει ποτέ».
Βέβαια, αυτοί οι «σκοποί πέρα απο τον άνθρωπο» θα μπορούσαν να παραπέμπουν στις νομοτελειακές «διαδοχικές φάσεις της γενικής μεταβολής των όντων» του Γίν-Γιάνγκ. Όμως, τόσο ο ανθρωποκτόνος «δαίμονας που ενεδρεύει μέσα στην ψυχή μας», όσο και η ανηλεής πηγή εκπορεύσεώς του και τα παρελκόμενά της, παραπέμπουν σαφώς αλλού, γεγονός που ο Καζαντζάκης όχι απλώς γνωρίζει –και όχι μόνον αναγνωρίζει εντός του–, αλλά μεταλαμπαδεύει και σε εμάς, μεταλλάσσοντάς μας, άλλους μεν σε θύτες, άλλους δε σε θύματα.
Η «Δύναμη που Σκοτώνει» και η Αριστοκρατία της: Άλλο παράδειγμα αθέατης μύησής μας στον δικό του «θεό» είναι το εξής: με το επιχείρημα ότι, ο θάνατος του ήρωα της σαιξπηρικής τραγωδίας αφήνει πίσω του μια «μυστηριώδη ουσία», η οποία δίνει στον ήρωα «ακατάλυτη ζωή», ο Καζαντζάκης μάς υποβάλλει ότι:
«Γι’ αυτό νιώθουμε ανεξήγητη ανακούφιση στο τέλος της τραγωδίας. Μιαν παράξενη συμφιλίωση με την Δύναμη που σκοτώνει. Συμφιλίωση μονάχα; Μπορεί, θαρρώ, κι ευγνωμοσύνη». «Γιατί η Δύναμη αυτή πρώτη φορά μας δίνει την ευκαιρία να μαντέψουμε, βλέποντας τον ήρωα να συντρίβεται όρθιος κάτω απο το βάρος αλάκερου του Σύμπαντου, πως η ψυχή του ανθρώπου πρέπει να’ ναι κάτι φοβερό, και μέσα στην ψυχή του ανθρώπου μια άλλη δύναμη, πολύ πιο φοβερή ακόμα, όλο ποιότητα, που καταφρονάει, και πέρα απο το θάνατο, την τυφλή όλο χτηνωδία ποσότητα».
Με πρόσχημα, δηλαδή, τις σαιξπηρικές τραγωδίες, ο Καζαντζάκης μας μυεί στον πυρήνα της –απογυμνωμένης από μυθολογικές αλληγορίες– δικής του «αλήθειας», η οποία είναι ότι: όποιος θέλει να ανήκει –ή αισθάνεται ότι ανήκει– στην μεταφυσική αριστοκρατία των Αδίστακτων, αποδέχεται ότι, οι ποιοτικές, «ζωντανές» και δυνατές ψυχές καταφρονούν την ζωή της «τυφλής όλο χτηνωδία ποσότητας», που, γι’ αυτές, είναι απλό «κρέας». Αποκαλεί, μάλιστα, τα έργα του Σαίξπηρ την «Βίβλο του ελεύτερου ανθρώπου», διότι ο τρόπος με τον οποίον ο ίδιος τα ερμηνεύει, τον συμφιλιώνει με την δική του βούληση κυριαρχίας και με τα δικά του ανθρωποκτόνα ένστικτα, και έτσι τον απελευθερώνει απο κάθε τύψη και ενοχή. Εξ ού και η ευγνωμοσύνη του προς «την Δύναμη που σκοτώνει».
Τό Δίκαιο Ανήκει στην Δύναμη: Σημειωτέον ότι, την ίδια στιγμή που οι δυνάμεις του ναζισμού εφορμούσαν κατά της υπόλοιπης Ευρώπης, ο Καζαντζάκης –που, όπως ο Νίτσε, απεχθανόταν τον δυτικό πολιτισμό και πίστευε ότι, «Ο νέος τραγικός πολιτισμός θ’ αναπηδήσει απο τη Γερμανία»– έγραφε με αγαλλίαση: «Ξεσκίσθηκαν οι μάσκες, γκρεμίστηκε η πίστη, άνοιξαν οι καταπαχτές που κρατούσαν καταχωμένες τις μέσα μας απάνθρωπες δυνάμεις». «Βρισκόμαστε πια, μπαίνουμε πια, στην αρχή. Δεν είναι πια παρακμή η εποχή μας, όπως σου αρέσει να πιστεύεις, για να δικαιολογήσεις την ύπαρξή σου· είναι ακμή απο τεράστιες δυνάμες, βάρβαρες μπορεί, μα έτσι αρχινούν πάντα οι πολιτισμοί». Προς επίρρωση δε αυτού, προσέθετε: «Ο Τσιγκισχάνος φορούσε ένα σιδερένιο δακτυλίδι κι απάνω ήταν χαραγμένες δύο λέξες: “Ραστί-Ρουστί”, Δύναμη, Δίκιο. Η εποχή μας φόρεσε το σιδερένιο τούτο δαχτυλίδι».
Με γνώμονα, δηλαδή, ότι το δίκαιο ανήκει στην δύναμη –όπως επιτάσσουν και τα αμφιλεγόμενης προέλευσης «Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών»– ο Καζαντζάκης έβλεπε τις δυνάμεις του Τρίτου Ράιχ, όχι ως απλούς φορείς της αμέσως επόμενης από τις «διαδοχικές φάσεις της γενικής μεταβολής των όντων» του Γίν-Γιάνγκ, αλλά ως φορείς της βούλησης για κυριαρχία της ανηλεούς «Δύναμης που σκοτώνει». Και, τις θαύμαζε ακριβώς γι’ αυτό. Τον θαυμασμό δε αυτόν επιβάλλει στους ανυποψίαστους αναγνώστες του διά του πνευματικού εκβιασμού –δηλαδή, περιφρονώντας ως “κατώτερο” όποιον διαφωνεί.
Οι Αδίστακτοι Εφορμούν: Τις βάρβαρες αυτές δυνάμεις, ο Καζαντζάκης εξυμνεί διθυραμβικά: «Οι ζωντανές αυτές ψυχές ρίχνουνται στη δράση. Περιφρονούν το πνέμα, είδαν τη χρεοκοπία της παλιάς γενεάς. (…) Είδαν και σιχάθηκαν, και ρίχτηκαν να γκρεμίσουν ένα τέτοιο συγκρότημα καμουφλαρισμένης σκλαβιάς, καλοπέρασης και ψευτιάς. Κάνουν έφοδο. Οι καλύτεροι νέοι του κόσμου σήμερα δε γράφουν, ενεργούν. Αντικρύζουν ηρωικά τον θάνατο, τους κυριεύει ένθεη μανία, άνοιξε η καταπαχτή και τινάχτηκαν οι υποχθόνιες δύναμες απο τα παμπάλαια ιερά σκοτάδια του υποσυνείδητου και κάνουν έφοδο».
Το γεγονός, όμως,  ότι, θεωρεί «νεκρούς» τους «λυτρωμένους απο κάθε κακία», επιβεβαιώνει ότι: ο Καζαντζάκης θαυμάζει ως «ζωντανές ψυχές» τις δυνάμεις του ναζισμού, επειδή τις αναγνωρίζει ως ψυχές υποδουλωμένες σέ κάθε κακία· δηλαδή, τις θαυμάζει ακριβώς επειδή είναι φορείς της βούλησης για κυριαρχία της Δύναμης του Απόλυτου Κακού που διέπει το δικό του «σύμπαντο».
Οι Αδίστακτοι, Γεννήτορες Πολιτισμών: Ο Καζαντζάκης παραλλάσσει και τον νιτσεϊκό «τροχό του καιρού» ως εξής: αποδέχεται μεν ως αναπόδραστο τον «αιώνιο Γυρισμό» στην ζωή της κάστας των αδίστακτων εξουσιαστών, όχι όμως ως μετενσάρκωση των ιδίων ανθρώπων στις ίδιες συνθήκες ζωής, αλλά ως φορείς των συνεχών επανεκδηλώσεων της βούλησης για κυριαρχία της «δύναμης που σκοτώνει». Με την παραλλαγή αυτήν, οι αδίστακτοι εξουσιαστές δεν νοούνται πλέον ως νιτσεϊκοί διονυσιακοί Υπεράνθρωποι-Λυτρωτές, αλλά ως ανηλεείς, καταστροφείς, θύτες, άρπαγες και ανθρωποκτόνοι. Και αυτοί συνιστούν την δική του εκδοχή του Υπεράνθρωπου. Αυτούς εξιδανικεύει, και γι’ αυτό τον προβάλλουν οι παγκοσμιοποιητές.
Με το σαθρό δε επιχείρημα ότι, «μα έτσι αρχινούν πάντα οι πολιτισμοί», ο Καζαντζάκης προβάλλει ως νομοτελειακά επιβαλλόμενες τις αενάως επαναλαμβανόμενες (εκάστοτε διαφορετικές) εφορμήσεις της βούλησης για κυριαρχία της κάστας των (εκάστοτε διαφορετικών) δικών του «εκλεχτών» Υπερανθρώπων –για τους οποίους ισχύει «το δίκαιο ανήκει στην δύναμη» και «Το “Θέλω” είναι ο Νόμος»–, εναντίον (της εκάστοτε διαφορετικής ανθρωπόμαζας) των αδυνάμων, χωρίς κανένα έλεος έναντι αυτών, και με μόνη σταθερά ότι: «οι σκλάβοι πρέπει να υπηρετούν».
Φυσική Νομοτέλεια, η Ευτυχία των Ολίγων: Το γεγονός ότι, τέτοιου είδους «πολιτισμοί» έχουν διαχρονικά αποδειχθεί «τραγικοί», ακριβώς επειδή -βασιζόμενοι σ’ αυτή τη «φυσική» ηθική- εκθέτουν τους πολλούς στην τυραννία των ολίγων, ουδόλως ενοχλεί τον θαυμαστή του Τζένγκινς Χάν. Και τούτο, διότι ο ίδιος –επιλέγοντας να αρνείται τον ενανθρωπήσαντα Θεό, ο Οποίος κατέρριψε το αναπόδραστο της φυσικής νομοτέλειας δια των θαυμάτων Του, δια του σταυρικού Του μαρτυρίου και δια της Αναστάσεώς Του- υποβάλλει στους ανυποψίαστους δυτικούς αναγνώστες του ότι: ο άνθρωπος «έπλασε ιδανικά καθαρά ανθρώπινα, πλάσματα κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή του –τη δικαιοσύνη, την ισότητα, την ευτυχία για όλους. Αυτά δεν υπάρχουν πουθενά έξω απο την επιθυμία του ανθρώπου. Η ζούγκλα που ονομάζουμε ουρανό και γη έχει άλλους νόμους, ολότελα αντίθετους –την αδικία, την ανισότητα, την ευτυχία για λίγους, που κι αυτή περνάει και χάνεται σαν αστραπή».
Μύηση στην Αναπόδραστη Φρίκη: Με το Απόλυτο Κακό να διέπει νομοτελειακά τα πάντα και με τους καζαντζάκειους Υπερανθρώπους ως εκφραστές της βούλησής του για κυριαρχία, η φρίκη της ζωής είναι αναπόδραστη, και γι’ αυτό ο Καζαντζάκης χαρακτηρίζει ως χίμαιρα τον νιτσεϊκό Υπεράνθρωπο-Λυτρωτή. Δεν υπάρχει λύτρωση, δεν υπάρχει σωτηρία, δεν υπάρχει ελπίδα. Αυτή είναι η δική του –αντίστροφη– «καλή Αγγελία», αυτή τον γεμίζει χαρά, και αυτήν ευαγγελίζεται στα έργα του ο Καζαντζάκης, και γι’ αυτό τον προβάλλουν οι παγκοσμιοποιητές.
Ο Πατέρας του Υπερανθρώπου: Τέλος, ο Καζαντζάκης χαρακτηρίζει τον δικό του Υπεράνθρωπο, ως «ανεξάρτητο πεινασμένο οργανισμό» και ως «επικίντυνο σπόρο», διότι έχει απόλυτη επίγνωση τίνος γέννημα είναι. Λογοτεχνική δε αδεία, απευθύνεται προς τον παραφρονήσαντα Νίτσε –με κάποια συγκατάβαση, μάλιστα, μιας και εκείνος δεν αποτόλμησε να αναζητήσει την «αλήθεια» πέρα από τον Διόνυσο– για να αποκαλύψει τόσο σέ εκείνον, όσο και σε εμάς, τον πραγματικό γεννήτορα του «επικίντυνου» αυτού σπόρου: «Ω Μεγαλομάρτυρα πατέρα του Υπερανθρώπου», «τώρα μονάχα –πολύ αργά– το νοιώθεις, δεν είναι ο σπόρος δικός σου. Τον εμπιστεύθηκε στα σπλάχνα σου μια δύναμη πολύ σκληρότερη, πολύ πιο απάνθρωπη κι απο τον πιο σκληρό κι απάνθρωπο λογισμό σου. Εμείς είμαστε μονάχα οι θηλυκές καρδιές, κι ένας φοβερός αόρατος Δράκος είναι ο άντρας που σπέρνει».
Ο Θεός του Καζαντζάκη: Ο Καζαντζάκης, δηλαδή, έχει απόλυτη επίγνωση ότι: ο φοβερός αόρατος Δράκος –που εμφυτεύει στην ψυχή τής μεταφυσικής αριστοκρατίας των «εκλεχτών», την απόλυτη λατρεία της Ανηλεούς Δύναμης, οδηγώντας τους στις πιο απάνθρωπες σκέψεις και ενέργειες– έχει ταυτοποιηθεί από την Ορθόδοξη Εκκλησία ως ο «Δράκων»· ότι είναι Πνεύμα· ότι είναι προσωποποίηση και υποκινητής κάθε κακού· ότι είναι εχθρός του Τριαδικού Θεού και των ανθρώπων, και ότι είναι ανθρωποκτόνος. Παρ’ όλα ταύτα, όχι μόνον δεν αποτάσσεται τον Δράκοντα αυτόν, αλλά –επιλέγοντάς τον ως την δική του μόνη «αλήθεια»– υποτάσσεται σ’ αυτόν· και εκστασιάζεται και αγαλλιά με τις ανθρωποκτόνες εφορμήσεις των δυνάμεών του κατά της ανθρωπότητας· και τον υπηρετεί πιστά, μυώντας τους ανυποψίαστους δυτικούς αναγνώστες του στο αναπόδραστο της «φρίκης» που η εξουσία του Δράκοντος αυτού επιφέρει στην ζωή τους.
Μέ αυτόν τον «θεό» καλούμεθα, άραγε, να ενωθούμε, όταν ο «νέος τραγικός πολιτισμός» των αδίστακτων εξουσιαστών της παγκοσμιοποίησης «αναπηδάει απο την Γερμανία», βυθίζοντας –για άλλη μια φορά– την Ευρώπη στο χάος, στον αλληλοσπαραγμό και στην απόγνωση;
Θύτες, Θύματα, ή Ελεύθεροι; Αν ναι, τότε καλούμεθα, είτε να συνεργήσουμε συνειδητά με τον «θεό» αυτόν, επιφέροντας την «φρίκη» του στην ζωή των άλλων· είτε να υποταχθούμε αδιαμαρτύρητα σ’ αυτόν, αποδεχόμενοι μοιρολατρικά την «φρίκη» του στην δική μας ζωή. Σύμφωνα, όμως,  με την Ορθόδοξη Πατερική Παράδοση, και οι δύο αυτές επιλογές απαιτούν να εκδιώξουμε  αυτοβούλως απο την καρδιά μας τον Προσωπικό Τριαδικό Θεό και το Μέγα Έλεός Του, και να απεμπολήσουμε αυτοβούλως από την ψυχή μας, και από την ζωή μας, το πολυτιμώτερο δώρο Του: την ελευθερία μας.
____________________________
(i).-Όλα τα πλάγια στοιχεία ανήκουν στο “ταξιδογράδημα” «Ταξιδεύοντας-Αγγλία», και ακολουθούν την ορθογραφία και την στίξη του βιβλίου-προσφοράς της εφημερίδας. Όλες οι υπογραμμίσεις και τά έντονα στοιχεία είναι δικά μας.
(ii).- Το Γίν και το Γιάνγκ συμβολίζουν, αντιστοίχως, «τον πατέρα και την μητέρα της μεταβολής και της μεταμόρφωσης, την αρχή και το τέλος της ζωής και του θανάτου και την πηγή της μυστικής κίνησης φωτός και σκότους». Συμβολίζουν, επίσης, το αδιαχώριστο αντιθετικό ζεύγος δυνάμεων, «η αντίθεση των οποίων δεν νοείται απόλυτα, ούτε ως πάλη του καλού και του κακού, αλλά μάλλον ως διαδοχικές φάσεις της γενικής μεταβολής των όντων». Βλ. Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, εκδ. Εκδοτική Αθηνών, Τόμος «ΟΙ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ».
(iii).-«H σταθερότητα και το αμετακίνητο στην αίσθηση και επίγνωση της ένθεης λογικότητας (Logosnost) του κόσμου χαρακτηρίζει τους αγγέλους και τους αγίους. Πλήρης απουσία αυτής της αισθήσεως και της επιγνώσεως χαρακτηρίζει τους δαίμονες και τους ανθρώπους τους πωρωμένους στο κακό. Αμφιταλάντευση σ' αυτή την αίσθηση είναι ο κλήρος των ολιγόπιστων ανθρώπων. O παράδεισος συνίσταται στην σταθερή και αμετακίνητη αίσθηση και επίγνωση της ένθεης λογικότητας του κόσμου που δημιουργήθηκε από τον Θεό Λόγο. O διάβολος γι' αυτό είναι διάβολος, γι' αυτό ολοκληρωτικά και αιώνια αρνείται την λογικότητα και λογική στον κόσμο». Ιουστίνος Πόποβιτς, †Aρχιμανδρίτης, Oδός Θεογνωσίας, Eκδόσεις Γρηγόρη, Aθήνα 1985.
(iv) ορ. 10, 20 («ό,τι θυσιάζουν οι ειδωλολάτρες, τα θυσιάζουν στα δαιμόνια, και όχι στον Θεό»).
(v) νοεί τον Τζένγκινς Χάν (1154-1227), αρχηγό των Τατάρων και ιδρυτή της πρώτης μογγολικής αυτοκρατορίας, ο οποίος ισχυριζόταν ότι είχε θεία αποστολή να κατακτήσει τον κόσμο.

Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2014

Ένας έρωτας μεγάλος.. Σκύλος με γάτα..!!! Δείτε φωτογραφίες


Έχουμε ακούσει όλοι να λένε την έκφραση «τσακώνονται σαν τον σκύλο με την γάτα» αλλά στην δική μας περίπτωση αυτό δεν ισχύει. Όπως θα δείτε και στις παρακάτω φωτογραφίες που μας έστειλε αναγνώστης, τα συγκεκριμένα κατοικίδια όχι μόνο δεν τσακώνονται αλλά αντίθετα είναι μονιασμένα και υπάρχει μεταξύ τους. Έρωτας…

Μεγάλωσαν μαζί και έμαθαν να ζουν με αγάπη ενώ καθημερινά τα παιχνίδια μεταξύ τους δεν λείπουν.

3 4 7